Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ - ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ - Κρήτη πόλεις και χωριά

Κρήτη πόλεις και χωριά

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΟ INTEΡNET

Επικοινωνήστε μαζί μας - kritipolis@hotmail.com

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ - ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ

α) Τρυγητός
Από τα μέσα Αυγούστου και μετά, ανάλογα και με το πόσο πρώιμη ή όψιμη ήταν η χρονιά, άρχιζε ο αγώνας του τρυγητού των σουλτανάμπελων. Με όλα τα σύνεργα, ταγάρι μεγάλο για το αλουσίδιασμα, κουτσουνάρα, όπου τοποθετούσαν τα σιδεροκόφινα για να συρρώσει η αλουσά, πριν τα μεταφέρουν στον οψιγιά, στον απλωτό, για το ξέραμα. Βοηθούσε όλη η οικογένεια, μικροί μεγάλοι. Πολλές φορές έκαναν και δανεικούς με άλλους χωριανούς ή κάποιοι άλλοι τους έκαναν «καερέτι» (μεροκάματο χωρίς πληρωμή, βοήθεια). Ήταν αληθινός «πόλεμος». Τα σταφύλια έπρεπε να κοπούν γρήγορα, να ξεραθεί η σταφίδα, πριν πέσει καμιά ξαφνική μπόρα και δημιουργήσει προβλήματα στο ξέραμα και τελικά στην ποιότητα της σταφίδας. Τη βρεγμένη, μαυρισμένη και κακοξεραμένη σταφίδα τη λέγαμε καραμπουτζά. Ήταν κακής ποιότητας και με δυσκολία την αγόραζαν οι έμποροι ή την παραλάμβανε η Ένωση. Η σταφίδα ήταν, τότε, ένα προϊόν, που έδινε καλό εισόδημα.
Πολλοί χωριανοί, πριν αρχίσει ο τρυγητός στα δικά τους αμπέλια στο χωριό, πήγαιναν στην Κάτω Πισκοπή και το Πισκοκέφαλο για τον τρυγητό. Πήγαιναν ως εργατικό προσωπικό σε αφεντικά, μεγάλους σουλτανοπαραγωγούς. Συμπλήρωναν έτσι το εισόδημά τους. Χρήμα δεν υπήρχε πολύ και δεν έχαναν την ευκαιρία.Το ίδιο γινόταν και για τον τρυγητό στη Ζήρο, όπου υπήρχαν πολλά και καλά σουλτανάμπελα. 


Θυμούμαι το καλοκαίρι του 1959, από εβδόμη προς ογδόη Γυμνασίου, που πήγα κι εγώ ,με παρέα συγχωριανών, στην Κάτω Πισκοπή αλλά αργότερα και στη Ζήρο. Στην Κάτω Πισκοπή φορτώναμε τα σιδεροκόφινα σε μεταλλικές σχάρες, κατάλληλα στερεωμένες στο σαμάρι κυπραίου γαϊδάρου. Δεν ξεχνώ την προτροπή του πεπειραμένου στην εργατιά χωριανού μου, του μακαρίτη Φιτσία(Γιάννη Παπαβασιλείου): « Γιώργο, τση κουρίνας το ζάλο», το οποίο μεθερμηνευόμενο σήμαινε: τράβα λίγο το χαλινάρι να μην τρέχει τόσο γρήγορα ο κυπραίος! Στη Ζήρο κουβαλούσα σιδεροκόφινα σταφύλια με τον ώμο. Μεροκάματο 45 δραχμές και στις δυο περιπτώσεις. Από τα χρήματα, που πήρα, έφτιαξα την επόμενη χρονιά το πρώτο μου κουστούμι. Το φόρεσα σπουδαστής πια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου.
Αξέχαστα και μερικά φαγητά που τρώγαμε όλη μαζί η εργατιά. Κυρίως η καλοκαιρινή σαλάτα, με ποικιλία: πατάτες βραστές, αυγά βρασμένα και κομμένα κομμάτια σε μεγάλη αλοιφτή λεκάνη, μαζί με κρεμμύδια, ντομάτες, πιπεριές και ελιές. Λάδι πολύ, ξύδι, καλό ανακάτεμα και μοίρασμα στα πιάτα. Αλλά το καλύτερο από όλα τα απομεινάρια στο κάτω μέρος της λεκάνης, σχεδόν λιωμένα μέσα στο παρθένο λάδι της ελιάς. Μπορούσες να χορτάσεις με κομμάτια παξιμάδι βουτηγμένο σ’ αυτό.
Κάτι ακόμη επανέρχεται νοσταλγικά και καθαρά στη μνήμη μου από αυτές τις ημέρες στην Κάτω Πισκοπή. Το σχόλασμα το βράδυ από τη δουλειά και η επιστροφή στο χωριό και στο σπίτι-οντά που μας είχε παραχωρήσει το αφεντικό, ο Καρπαθοβασίλης, για να διαμένομε. Ο ήλιος έγερνε στη δύση του κι αυτή ακριβώς την ώρα, καθώς περνούσα από τα δρομάκια του χωριού, έφταναν στα αυτιά μου οι νότες από τη μουσική του γραμμόφωνου ενός καφενείου και η ανεπανάληπτη φωνή της Μαίρης Λίντα και το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη: «Ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις, θυμάμαι ακόμα και πονώ το τελευταίο δειλινό, πριν φύγεις και μ’ αφήσεις..». Καθώς χάιδευαν τα αυτιά μου αυτές οι νότες, μου φαινόταν ότι έφευγε από πάνω μου όλη η κούραση της ημέρας!




Το βράδυ όλοι μαζί οι εργάτες στον οντά, αφού τρώγαμε το κοινό βραδινό μας φαγητό, αποσπερίζαμε με παλιές ιστορίες και διάφορες άλλες συζητήσεις. Γρήγορα όμως, λόγω της κούρασης της ημέρας πέφταμε για ύπνο στις στρωματσάδες μας. Μία στο ένα μέρος του οντά για τους άντρες της συντροφιάς (Γιάννη Παπαβασιλείου, Γιώργη Φραγκιαδάκη το θείο μου, και εμένα) και τη δεύτερη για τις γυναίκες(τη Δέσποινα Παπαβασιλείου ή Φιτσίαινα, την Πιπίνα τη Δημητράκαινα, την Καλλιόπη του αγροφυλάκου, την Καλλιόπη του Κοντογιάννη, τη θεία μου την Κατίνα και την Ελένη Καραγιωργάκη ή Τσικαλού, δεύτερη θεία μου).Οι περισσότεροι σήμερα δεν είναι στη ζωή. Το μοναδικό καναπέ του οντά τον είχε από την πρώτη μέρα καπαρώσει η Ελένη Καραγιωργάκη ή Τσικαλού, η πιο ηλικιωμένη της παρέας, η οποία σημειωτέον πέθανε σε βαθιά γεράματα σε ηλικία 107 ετών. Την έβλεπες ακόμη και στα 80 της να ανεσύρνει νερό με το γαζοντενεκέ και τη βουρλιά από το πηγάδι, για να ποτίσει το κηπουλάκι της, εκεί στην Κάτω γειτονιά προς την εκκλησία του Αφέντη Χριστού.Θαυμάζαμε να την ακούμε να μιλάει με ενθουσιασμό για τα αμπελάκια και τα κηπουλάκια της, τους μπαξέδες της, όπως έλεγε με τη μακρόσυρτη χαρακτηριστική φωνή της! Ίσως αυτή η αισιοδοξία, η διάθεση για ζωή και η ικανοποίησή της από αυτήν, να ήταν ένας από τους λόγους που την έκαναν υπεραιωνόβια. Όμως κάποιο βράδυ, εκεί στον οντά στην Κάτω Πισκοπή, χωρίς να το αντιληφτεί η ίδια, κάποιοι έτριψαν κοκκινοπιπερίδια καυτερά στο μαξιλάρι της. Έτσι, όταν ξάπλωσε η Τσικαλού, τα μάτια της την έτσουξαν, ερεθίστηκε και η μύτη και άρχισε να φτιαρμίζεται χωρίς σταματημό. Αναστατώθηκε ο οντάς! Κι ανάμεσα στα φταρνίσματα η φωνή της: «Ωρέ, διαολόπιστοι ίντα μου κάνατε;». Ήταν ένα αστείο, που δεν είχε συνέχεια. Δεν παραξήγησε τους δράστες. Τον καναπέ όμως δεν τον άφησε!

Μια παλιά φωτογραφία από το αρχείο του ανιψιού μου Νίκου Κου
ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Post Top Ad

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ ΣΑΣ