Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Σβήνουν τα φώτα, ν’ ανάψουν τα σκοτάδια - της Ζωής Δικταίου

Το βυσσινί πουκάμισο μια νύχτα θα φορέσω
κι ένα μικρό θαλασσινό κοχύλι στο λαιμό
το πολυκαιρισμένο μου μαντίλι άστρο θα δέσω
πριν το φιλί στα χείλη σου, μού δείξει τον γκρεμό.

Μια δακρυσμένη προσευχή, να σβήσουνε τα φώτα,
συλλαβιστά ακούγονται οι λέξεις στην αρχή,
την άβυσσο τής σκέψης μου κάλεσες όπως πρώτα
ν’ ανάψουν τα σκοτάδια σου, να φέγγει η ψυχή.

Ποια προσδοκία, ποιο δέξιμο, αγκάλιασμα του πόνου
ποιο ραγισμένο κρύσταλλο ξεγέλασμα του νου,
απλώνεις τριαντάφυλλα τής Μοίρας και του χρόνου
μενεξελί παράπονο στη δύση τ’ ουρανού.



Να περπατάς με τα βουνά, να λιώνεις με την πάχνη
κρύο νερό στις χούφτες μου και πάλι να διψώ
στον ήλιο αντίκρυ σύννεφο, στη θάλασσα αλισάχνη
και σ’ άγγιγμα αφανέρωτο μια άλλη Καλυψώ.

Δικός μου ο τόπος κι ο καιρός, ας σβήσουνε τα φώτα
οι ανάσες όταν σμίγουνε ανάβουν τα σκοτάδια
να μη ρωτήσεις την καρδιά για την καινούρια ρότα
ανθίσανε τα γιασεμιά απ’ τής αυγής τα χάδια.

Σ’ ένα γεφύρι τοξωτό αψέντι και μαχαίρι
μήλο και μέλι σου κρατώ, άσωτη στη σιωπή
γράφω την αμαρτία μου με το δικό σου χέρι
γητειά στο φεγγαρόφωτο, γυμνή χωρίς ντροπή.

Αν γίνεις ποταμός πλατύς, θα σβήσουνε τα φώτα
να γίνω ιτιά, να μου μιλούν τις νύχτες τα πουλιά
ν’ αγιάσει το θολό νερό με τ’ αηδονιού μια νότα,
ν’ ανάψω τα σκοτάδια μου να κάψω τα παλιά.

Αύριο, εν ονόματι τής αγάπης



Ζωή Δικταίου,
Κέρκυρα 8 Ιανουαρίου 2019
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
Έτος 1927 το δράμα των παιδιών στην Σπιναλόγκα άν και ήταν υγιή
Τα κρητικά έπιπλα των σπιτιών περασμένων δεκαετιών
Το χωριό με το παράξενο όνομα που όλοι μιλούν Κρητικά αλλά κανένας δεν είναι απο την Κρήτη
Ένα μοναδικό αφιέρωμα στους κινηματογράφους της πόλης του Ηρακλείου
Τα Χεντέκια το σημερινό στάδιο Ελευθερίας της πόλης του Ηρακλείου
Οι προσφυγικές περιοχές του Ηρακλείου

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ