Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Μάτια μου ψιχαλιστά - της Ζωής Δικταίου


      Καιροί που πέρασαν μετρώντας ασημένια φεγγάρια και άστρα που ξεχάστηκαν στα μπαλκόνια του ονείρου παρέα με τα γιασεμιά. Ένα κοχύλι η μνήμη γεμάτο από εκείνα τα λάφυρα τού καλοκαιριού που μαζεύαμε στις έρημες ακτές και νομίζαμε πως μόνο εμείς είχαμε σταθεί τόσο τυχεροί στην ανακάλυψή τους.
      Συλλαβίζω λέξεις και μαζί μ’ αυτές συλλαβίζω και παπαρούνες, κατακόκκινες παπαρούνες, αυτές με το μαύρο σταυρό στην καρδιά κι έτσι ζωντανεύουν οι εικόνες και οι θύμησες του παλιού καιρού.
      Η παιδική ηλικία είναι ο χώρος και ο χρόνος που όλα μας φαίνονται συναρπαστικά. Τρεμουλιάζουν τα φυλλοκάρδια, μα όχι από αγωνία. Τις περισσότερες φορές αιτία γίνεται το πρωτόγνωρο, ο ενθουσιασμός, ένας πορτοκαλί ήλιος που μπαίνει από το τζάμι και ανοίγει στο μαυροπίνακα καινούριους χάρτες και προορισμούς στη γεωγραφία της αγάπης. Αποξεχνιέμαι σε δρόμους γνώριμους χωρίς φόβο, όπου η σκέψη και τα αισθήματα συμπορεύτηκαν με την αθωότητα του παιδιού που υπήρξα κάποτε.
      Ανοίγω το ξύλινο κουτί με τις χάντρες και τα χρωματιστά γυαλιά, θραύσματα, θύμησες τού παρελθόντος, μπλε βαθύ, κίτρινο, κόκκινο και θαλασσί και πράσινο και λευκό. Τα σηκώνω στην πρώτη ηλιαχτίδα αργά-αργά, ιεροτελεστία μυστική, ο τρόπος που μού δίδαξε η δασκάλα, για να καλώ τα θαύματα στο φως. Και χαμογελώ συγκρατημένα, μα χαμογελώ. Νομίζω πως από κάπου με προσέχει, από κάπου σηκώνει τα μάτια και με κοιτάζει πάντα με αγάπη. Νιώθω το βλέμμα της απαλό να χαϊδεύει ακόμη το πρόσωπό μου, γι’ αυτό συνεχίζω να ονειρεύομαι πράγματα χρωματιστά και παραμυθένια. Αυτό το βλέμμα καταφέρνει να τρέφει ακόμη την ονειροφαντασία μου.
    «Όλα τα θαύματα παιδιά αρχίζουν με ένα χαμόγελο», υποστήριζε με πάθος και με την κιμωλία ζωγράφιζε στον πίνακα μια φατσούλα σαν τηγανίτα με ένα τεράστιο χαμόγελο ίσαμε τα αυτιά.



      Απόψε, είναι αλήθεια, ανταριάστηκα από έναν εφιάλτη. Νόμιζα πως μού ’κοψαν την ανάσα. Δεν ξέρω γιατί, μού φάνηκε όμως πως μέσα μου νύχτωνε περισσότερο απ’ ό,τι έξω. Κι από την άλλη φύσαγε η Όστρια για να με ξυπνήσει και μού ’φερνε ανάσες και μυρωδιές γνώριμες, ώσπου σηκώθηκε ένα αλαφρό ζεστό αεράκι στην ψυχή και η σκέψη γύρισε βουρκωμένη μεν αλλά λυτρωμένη στο μαξιλάρι.
       Κατά τη συνήθεια μου, τα είπα πρωί-πρωί στο γιασεμί. «Είναι φορές που χωρίς αφορμή… », ακούω στο ραδιόφωνο -το αγαπώ το ραδιόφωνο- , στίχοι του Μιχάλη Γκανά και μουσική του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου με τη φωνή της Έλλης Πασπαλά. Πήρα και δυο τρεις βαθιές ανάσες, πέρασε ο φρέσκος αέρας του Ιονίου από τα βαριά και τα σκονισμένα της ζωής τα παραμέρισε, ήρθε ξανά η χαρά λευτερώθηκα.
      Και μαζί της κοίτα, κοίτα γέμισε η αυλή πεταλούδες!
      Νάτη, νάτην, εκεί στο μεγάλο πράσινο παράθυρο, αυτό με το γιασεμί από τη μια και τη μηλιά από την άλλη, εκεί είναι η δασκάλα, η κυρία Αντιγόνη… Μιλάει. Οι λέξεις, οι πρώτες λέξεις του αναγνωστικού αποκτούν φτερά, πετούν παντού και μέσα σου. Μπορείς να δεις αυτά που λέει  σαν μια ζωγραφιά από μακριά.
      Φοράς τα καλά σου! Την είδες; Περικυκλωμένη από μπλε ποδιές. Είναι χαρούμενη. Η χαρά των παιδιών την κάνει πιο όμορφη. Την βλέπεις τώρα; Όχι εκεί που κοιτάζεις. Γύρνα το κεφάλι από την άλλη πλευρά, εκεί που γέρνουν οι ψυχές, εκεί που ακόμη είναι χτες, εκεί που φέγγει η αγάπη.
      Νάτη ξανά, κινείται συνέχεια, έτσι κάνει, δεν στέκεται σε μια μεριά, τώρα πηγαίνει προς την έδρα…  Άκου τι λέει,: «το ανάστημά σας να το νιώθετε μέσα σας, εκεί κάποιοι ψηλώνουν περισσότερο!»
      Τώρα την βλέπεις καθαρά. Ανοίγει την τσάντα της. Για να δούμε πόσα μήλα έχει κρυμμένα, σε πόσες φέτες θα τα κόψει και σε ποιόν θα δώσει τα πέντε κουκούτσια, τέσσερα για τα σημεία του ορίζοντα και ένα για το σημάδι της αγάπης!
   «Μα γιατί δεν μπορείς να την δεις… Κρίμα!» Απορώ ξαφνιασμένη χωρίς να ξέρω σε ποιόν απευθύνομαι. Δεν πειράζει. Θα γυρίσω πίσω από το χρόνο μόνη μου.
     Είναι η κυρία Αντιγόνη, αυτή η καταπληκτική γυναίκα που σού έχω πει χίλιες και οκτώ φορές, τώρα έχει γυρίσει και κοιτάζει με παράπονο τα άδεια θρανία. Είναι η δασκάλα μου!
     Άδεια πράσινα θρανία; Δες, έχουν και μελανοδοχείο στη μέση και πέννα και τετράδιο καλλιγραφίας με διπλές γραμμές για τα μικρά και τα κεφαλαία γράμματα! Το σχολείο τόσο ίδιο, μα και τόσο διαφορετικό. Μόνο οι αναμνήσεις δεν έχουν αλλάξει.
      Να εκεί, στο διπλανό παράθυρο στέκεται όρθιο ένα ψηλό, λυγερόκορμο αγόρι. Τα μαλλιά του είναι καστανά.  Και τα μάτια του έχουν κάτι από μέλι. Δείχνει πολύ σοβαρό. Τα χείλη του κόκκινα σαν ρόδι. Τι όμορφο μέσα στο κοστούμι του! Δεν έχω ξαναδεί παιδί με κοστούμι, ποτέ. Μού κάνει εντύπωση. Κουμπώνει και ξεκουμπώνει τα χρυσά κουμπιά στο σακάκι του, ξανά και ξανά, ίσως από βαριεστιμάρα ή έτσι απλά για να περάσει η ώρα. Μα πότε μπήκε μέσα στην τάξη μας; Κάποιον περιμένει.  Ποιόν άραγε; Τη μητέρα του!  Α! Η μητέρα του, από ό,τι φαίνεται είναι φίλη της δασκάλας! Εκείνες κοιτάζονται μεταξύ τους και μιλάνε καθισμένες δίπλα -δίπλα στην έδρα, όπως οι καλές φιλενάδες. Και εμείς γράφουμε και μιλάμε μεταξύ μας. Όταν έχουμε καλλιγραφία επιτρέπεται να μιλάμε σιγανά. Το αγόρι πάλι δεν μιλάει με κανέναν. Κάθομαι στο πρώτο θρανίο. Με κοιτάζει με την άκρη τού ματιού του που γράφω, φυσικά πολύ αδέξια με την πέννα στα πρώτα μου μαθήματα. Γελάει, διακριτικά μεν αλλά γελάει.  Ίσως γιατί τα χέρια μου έχουν γεμίσει μελάνι. Το γλωσσίδι της πέννας  φταίει που πάει κι έρχεται τρέμοντας πάνω στο χαρτί. Συνεχίζει να γελάει. Ίσως γιατί δείχνω αστεία με τα γυαλιά μου; Ίσως γιατί κουνάω τα πόδια μου κάτω από το θρανίο αγγίζοντας τους αστραγάλους; Ίσως γιατί… Ω, δε βαριέσαι! Δεν με πειράζει πάντως που γελάει. Δεν είναι συνομήλικός μου, όχι. Είναι λίγο μεγαλύτερος. Εκείνος,  θα κάνει πολύ ωραία γράμματα σκέφτομαι κρίνοντας από τα χαρακτηριστικά και το παράστημά του. Η περιέργεια φουντώνει. Τού ρίχνω και η ίδια κλεφτές ματιές. Κι ύστερα, μια σουσουράδα που κάθισε έξω από το τζάμι, μια κίνηση αφηρημάδας, ένας ήχος που δεν έχω ξανακούσει, μέσα μου, πάνω στο θρανίο; Δεν ξέρω. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Γέρνει το μελανοδοχείο πρώτα μέσα στο αυλάκι, στο λούκι που έχει πάνω – πάνω το θρανίο για να τοποθετούμε το μολύβι και τη γόμα, και μετά στάλα – στάλα στο τετράδιο. Τρέχει  να βοηθήσει. Τώρα δεν γελάει. Κάνω στην άκρη. Μαζεύει το μελάνι με το μαντήλι του. Κάποιες πιτσιλιές έχουν πέσει και στα δικά του χέρια. «Όμως δεν λυπήθηκε το μαντήλι του», επισημαίνω τη γενναιοδωρία και τού κλέβω ένα αληθινό, γεμάτο καλοσύνη χαμόγελο. Την ίδια στιγμή χτυπά το κουδούνι για διάλειμμα. Κάνω να φύγω, μα κοντοστέκομαι. Η μητέρα του είναι με την κυρία Αντιγόνη στην πόρτα. Το κουδούνι χτυπά δεύτερη φορά. Αδειάζει η τάξη. «Ποιός είσαι;» Προλαβαίνω να ρωτήσω πριν ακολουθήσω τα παιδιά στην αυλή και λίγο πριν ανταποκριθεί στο κάλεσμα της μητέρας του και φύγει. Χαμογελάω και τώρα με την ενθύμηση εκείνης της απάντησης. «Είμαι ο σοφός Χουρδέσιος, αν με χρειαστείς… », έτσι είχε πει με μιαν  επισημότητα, μ’ ένα ύφος μεγαλείου αλλά τόσο, τόσο σεμνά. Οι άκριες των χεριών αγγίχτηκαν για μια μόνο στιγμή ή για μιαν αιωνιότητα…  «Ευχαριστώ», ίσα που το ψιθύρισα. Η σκέψη μου είχε κρεμαστεί σ’ εκείνο το άγγιγμα, στ’ ακροδάχτυλα. «Ο σοφός Χουρδέσιος από τη Νεάπολη!» Το σκεφτόμουν και το ξανασκεφτόμουν μέρες πολλές θαυμάζοντας τη σιγουριά του.
     «Της σιγουριάς τα υλικά είναι λόγια γλυκά…», τραγουδά,  σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη στο ραδιόφωνο και με επαναφέρει προσωρινά από την αναπόληση.
       Η μνήμη δεν είναι άβατη πόλη, δεν έχει φρουρούς να με σταματήσουν στην πύλη, δεν έχει ακατάλληλες ώρες και κυρίως, δεν παρεμβάλλονται σκοτεινοί τοίχοι. Η σκέψη με εφοδιάζει με κάρτα ελευθέρας.  Δεν φοβάμαι πως θα χαθώ και δεν θα ξέρω να επιστρέψω. Δεν με πιάνει απελπισία να βιαστώ. Όχι. Όλα συνεχίζουν να υπάρχουν ως καινούρια όμως εμπειρία στην ωριμότητά μου. Έχω κρατήσει φυσιογνωμίες, διατηρώ τις μορφές με μιαν αυθεντικότητα, τις συμμαθήτριες τις αναγνωρίζω από τις πλεξούδες και τα σοσόνια, τους συμμαθητές από τα πειράγματα και τα χοντρά πανωφόρια, τη δασκάλα ακόμα κι από τον ψίθυρο στο πέρασμα του απόσπερου ανέμου. Οι φωνές επιστρέφουν ύστερα από χρόνια σαν αντήχηση.
      Στρέφω το βλέμμα αριστερά και δεξιά και μετά κατευθείαν στο βαθύ του χρόνου, εκεί με καλούν οι σάλπιγγες που ηχούν. Βρίσκομαι στους ίδιους δρόμους, κάτω από τα ίδια δέντρα, στις ίδιες γειτονιές και αυλές,  με τους ίδιους ανθρώπους, θαρρείς κάποιοι δεν έφυγαν ποτέ. Μετρώ τις μέρες, όλες γεμάτες παρουσίες, μετρώ τις νύχτες όλες φορτωμένες φεγγάρια και όνειρα. Μετρώ τα γράμματα, μόνο εικοσιτέσσερα, τα κάνω προσευχή, τους αριθμούς δεν τους αγαπώ τόσο…
        Τρέμουν οι βαριές κουρτίνες. Τις φυσά ο άνεμος από τη χαραμάδα της μνήμης. Τρέμει και η καρδιά, ψαράκι έξω απ’ το νερό. Τα μάτια κόκκινα από τη συγκίνηση κι ύστερα βροχή, ψιχάλες και δάκρυα. Πόση περιπλάνηση, πόση ομορφιά!
       Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε κι ακόμα έρχεται στη σκέψη μου κι ας μην είμαι παιδί.  Όταν σκύβει και ψιθυρίζει τ’ όνομά μου όλα τ’ άλλα σωπαίνουν. Τότε φτάνει και η νεράιδα η Ακριμάτιστη απ’ το πουθενά κι απ’ το σκοτάδι κι από τ’ ακύμαντα νερά και φέρνει τα γραμμένα και τ’ άγραφτα με τη βάρκα της. Και βιάζομαι τόσο να μάθω!
     «Μα πώς θα μάθεις το γραμμένο σου, αν δεν μάθεις πρώτα να συλλαβίζεις και μετά να διαβάζεις;», Ρωτά η δασκάλα και πιάνει το αλφαβητάρι από την αρχή.
        «Δεν θέλω το γραμμένο, μού αρέσει το άγραφτο», της λέω συνωμοτικά στο αυτί, «το άγραφτο θα το γράψω με το δικό μου χέρι» και ανοίγω το τετράδιο της καλλιγραφίας, όπως τότε, περιμένοντας να μού βάλει άριστα οκτώ, οκτώ όχι δέκα. Για εμένα, άριστα είναι μόνο το οκτώ. Αυτό μού ταιριάζει. Μού αρέσουν οι κύκλοι του, δυο κόσμοι αλλιώτικοι που κάπου συναντώνται, ο δικός μου και των άλλων.
      Θυμάμαι το κλάμα που έκανα την πρώτη φορά όταν της παρέδωσα την ορθογραφία και έβαλε την υπογραφή της και δίπλα ένα δέκα με τόνο.
     «Γιατί κλαις παιδάκι μου; Τι έπαθες; Δεν έχεις κάνει λάθος. Κανένα μάλιστα και τι ωραία γράμματα! Τι βαθμό σού έβαλα;» αναρωτήθηκε μετά και με φανερή αμφιβολία ξανακοίταξε πρώτα το τετράδιο κι έπειτα εμένα μέσα στα μάτια.
       Είχα σηκώσει τους ώμους αμήχανα. Την κοίταζα και η ίδια ευθύβολα στα μάτια. «Είναι δέκα με τόνο», είπε και μού το έδειξε σαν να μην το είχα δει, σαν να μην το πίστευα, γραμμένο εκεί στη γωνία της σελίδας. Πλησίασα τότε πρώτη φορά θαρρετά και της ψιθύρισα στο αυτί πως εμένα το δικό μου άριστα είναι και θα είναι για πάντα το οκτώ και την παρακάλεσα να μην μού ξαναβάλει ποτέ, μα ποτέ δέκα. Άσε που το δέκα ήταν και άσχημο, ενώ το οκτώ, τόσο τέλειο, τόσο όμορφο!
       Με πόσες ξενιτιές τελικά έχω μεγαλώσει κι αλήθεια η ψυχή μεγάλωσε; Μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο όπως έλεγε η δασκάλα;
       Η δασκάλα! Φορούσε γυαλιά σε σχήμα πεταλούδας και μ’ εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή που τη συνάντησα. Ναι είχε μια μεγάλη γυάλινη πεταλούδα με ασημί περίγραμμα πάνω  στη μύτη και μ’ έκανε αληθινά να ζηλεύω. Μπροστά η πεταλούδα και πίσω λαμπερά γεμάτα σπίθες τα μάτια της! Κι όταν λίγες μέρες αργότερα  από τότε που γράφτηκα στην πρώτη τάξη του δημοτικού φόρεσα και η ίδια γυαλιά, ήθελα να είναι όπως  τα δικά της.
      Η κυρία Αντιγόνη ήταν η καλύτερη δασκάλα μου. Ο θαυμασμός απέραντος. Αυτός ο θαυμασμός με οδήγησε να την αγαπήσω, να την κρατήσω στο νου και στην καρδιά με τα πολύτιμα, ακριβό ορόσημο και πρότυπο ζωής. Ακτινοβολούσε, έφεγγε όπως ο φάρος. Στην ψυχή μου, τούτο το φως έφτανε για να πολεμήσει το μέσα μου σκοτάδι κι άνοιγε δρόμους εξοφλώντας τη Βαβέλ του κόσμου με λέξεις. Το λαχταρούσα κάθε φορά περισσότερο αυτό το δικό της φως. Θαρρώ πως μαζί της άρχισα να σκέφτομαι και να κρίνω, να κρίνω με επισημότητα ό,τι παρατηρούσα για πρώτη φορά βγαίνοντας από τον κόσμο της άγνοιας, χωρίς όμως να χάσουν ποτέ τη μαγεία τους οι στιγμές με τη γιαγιά Γαρυφαλλιά.
       Το γέλιο της ανέμελο, γάργαρο νερό που τρέχει ν’ ανταμώσει τη θάλασσα. Ακόμη κάποιες φορές θαρρώ πως το ακούω,  τρέχει για να φτάσει κι εμένα, να με παρασύρει στον ενθουσιασμό και στη χαρά της ζωής. Και τα λόγια της όμως, αισθανόμουν πως κάτι άλλο υπήρχε στα λόγια της, πως σ’ αυτά, μπορεί να κρυβότανε τελικά το νόημα όλου του κόσμου γιατί θα το είχε μάθει στα πολλά βιβλία. Είχε επομένως αυτά που ήθελα να μάθω.
       Κοντά της, στο αντιφέγγισμα της ψυχής, το θέαμα του σύμπαντος γινόταν ακόμη πιο εντυπωσιακό. Τις πρώτες μέρες άκουγα ό,τι έλεγε, χωρίς να μιλάω. Αποξεχνιόμουν στα χείλη της. Έλεγε πιο ωραία από τη γιαγιά μου και τα γράμματα  ένα – ένα ξεχωριστά και τις λέξεις. Άσε που μας είχε πει πως ήταν αλαφροΐσκιωτη και χάρηκα διπλά, όταν την ίδια εκείνη μέρα ρωτώντας τη γιαγιά τι σημαίνει αυτή η καινούρια λέξη μου είπε: «Έχει δηλαδή μάτια να βλέπει αυτά που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν και αυτιά να ακούει όσα δεν θέλουν ν’ ακούνε. Ξέρει πού σεργιανούν τη νύχτα οι Νεράιδες και σε ποιά φεγγισμένα νερά λούζονται οι Ξωτικές» και μετά από μια παύση και δυο γουλιές νερό, «ακόμη και την περπατησιά τού ανέμου μπορεί να ξέρει να διαβάζει η δασκάλα σου, τυχερή»,  συμπλήρωσε.
       Της  κυρίας Αντιγόνης δεν της πολυάρεσε να κάθεται στην έδρα, όχι. Προτιμούσε να χάνεται ανάμεσά μας και πολλές φορές έσκυβε πάνω από τα κεφάλια μας για να αγκαλιάσει τους ώμους μας, ή να μας ψιθυρίσει κάτι στο αυτί. Κι αν έβλεπε τα κορδόνια των παπουτσιών μας λυτά, έσκυβε να μας τα δέσει και μετά, αφιέρωνε χρόνο στο διάλειμμα για να μας μάθει να τα δένουμε μόνοι μας. Και μας πρόσεχε κι έπαιζε μαζί μας. Κι όταν κάποιος δεν έφτανε ν’ ανοίξει τη βρύση για να πιεί νερό, τον σήκωνε εκείνη στα χέρια της με τόση αγάπη.
        Το χρώμα της φωνής της άλλοτε με ταξίδευε κι άλλοτε με νανούριζε, αυτό αγωνιζόμουν να κρατήσω, να γίνει δικό μου, να μπορώ να το ακούω στον ύπνο και στον ξύπνιο μου.
         Στα πρώτα μου παιχνίδια με τα παιδιά της γειτονιάς είχα πάντα τον ρόλο της δασκάλας. Φορούσα και τα γυαλιά, μού έδιναν άλλον αέρα, ένα κύρος, σίγουρα έκαναν τον ρόλο μου σπουδαιότερο. Καμάρωνα!
         «Καλημέρα παιδάκια», έλεγα κι ας ήταν σούρουπο, εμένα η καλημέρα της δασκάλας μού άλλαζε τη διάθεση, μ’ έκανε χαρούμενη, έκλεινα για λίγο τα βλέφαρα κι ένιωθα τη δική της φωνή κοντά μου και την ανάσα της βεβαίως  και βιαζόμουν να προσθέσω με ύφος  «σήμερα αγαπημένα μου παιδάκια θα μάθουμε το άλφα!»
         Μού άρεσε και το περίεργο είναι πως τόσο πολύ άρεσε και στα παιδιά και τόσο χειροκροτούσαν την παράσταση που μ’ έκαναν να αισθάνομαι μια μικρή κυρία Αντιγόνη. Τα παιδιά της γειτονιάς, ο Βασίλης, η Κατερίνα, η Αννούλα, ο Δημήτρης, ο Μπάμπης, ο Μανώλης, η Δέσποινα, η Μαρία, η Ρηνιώ, η Πόπη, ο Νίκος, η Σοφία, η Σωτηρία, ο Λεωνίδας, η Γεωργούλα, η Μαρία, η Μαριάννα, η Ελένη.
          Απ’ αυτό το σύθαμπο τού νου ξεπετιούνται εικόνες. Λαχταρίζει ξανά και ξανά η ζωή και η Ζωή, και σκοντάφτει πάνω στα χαλίκια τού χρόνου, πότε στην πυράδα τού ήλιου που ανατέλλει στο ένα μάτι και πότε στην παγωνιά τού χειμώνα που βασιλεύει στο άλλο. Κομπιάζουν οι σκέψεις, οι λέξεις, από συγκίνηση, ναι από συγκίνηση κι όχι από τίποτα άλλο, ώρες που τα μικρά χορτάρια αχνίζουν ευγνωμοσύνη, στιγμές που μετρούν τα πουλιά με το κελάηδημα τους, κάτι μεσημέρια που οι ασβεστωμένες αυλές θαρρείς μαζώνουν όλες τις αχτίδες του ήλιου, κάτι βεγγέρες που η μυρωδιά τού γιασεμιού αναμερίζει τα παραπετάσματα τής λήθης και καρπίζει η μεγάλη ανάγκη τής ψυχής.
       Με τα όνειρα μισεύω, ανοίγω πανιά γι’ αλλού. «Να ονειρεύεσαι» μού ’λεγε «να περιμένεις το καλό που δεν ήρθε ακόμη, μα υπάρχει στο δρόμο σου, υπάρχει. Κλείσε τα μάτια να το ακούσεις, βήματα ανάλαφρα βελούδινα ή όπως οι σταγόνες τής σιγανής βροχής στα κεραμίδια, τσιν, τσιν, τσιν, τσίνορα», δάκρυα στα τσίνορα, σταλαγματιές ασημένιες. Έκλεινα τα μάτια κι ένιωθα από όλα πιο πολύ τη βροχή, εκείνη που θα ερχόταν γιατί «κάτι που υπάρχει έρχεται, φτάνει να έχεις υπομονή», λόγια τής δασκάλας που κατέληγαν πάντα στο «να θυμάσαι, η ζωή ένα θέατρο είναι, ένα παιχνίδι για όλους, όλους μας χρειάζεται αυτή η παράσταση για να πετύχει».
        Τα μάτια μπορεί να χάνονται στα βαθιά τής μνήμης μα ευτυχώς δεν βλέπουν τέρατα. Αντικρίζουν εκείνες τις μικρές παραστάσεις ζωής στην αυλή τού δημοτικού σχολείου Τζερμιάδων που κανείς δεν περίσσευε. Όλοι είχαμε έναν ρόλο και όλοι, τι μαγεία αλήθεια, είχαμε πιστέψει πως εμείς ήμασταν οι πρωταγωνιστές και τραγουδούσαμε. «Να τραγουδάτε, πάντα να τραγουδάτε κι ας μην υπάρχει κανείς να σας ακούσει, χαμηλώνει ο ουρανός κι ακούει, να τραγουδάτε, η ζωή είναι και τραγούδι», ωραία τα λόγια της.
       Μια φορά, με είδε που καθόμουν σ’ ένα πεζούλι κάτω από τη μηλιά τού κήπου κι έκλαιγα. Ήρθε κοντά μου. «Τι ωραία που κλαίς!» Θαύμασε και μού ζήτησε ένα μόνο δάκρυ να το κρατήσει στο μαντηλάκι της φυλακτό γιατί εκείνη είχε ξεχάσει πώς κλαίνε. «Μπράβο, τα δάκρυα καθαρίζουν τα μάτια κι αφήνουν το παράπονο της ψυχής να πετάξει ψηλά με τα πουλιά και τα σύννεφα, μετά γίνεται βροχή και ξεδιψά η γη κι εμείς πλατσουρίζουμε στο δρόμο και γελάμε δυνατά, έτσι λένε τα βιβλία πως συμβαίνει… » τόνισε τις τελευταίες λέξεις αργά - αργά. Και τάχα μου, δεν την ένοιαζε και πολύ να μάθει γιατί έκλαιγα, ήθελε όμως να της μάθω ξανά από την αρχή, αυτή την ακριβή τέχνη τού να δακρύζεις κι όσο της έλεγα πως τα δάκρυα υπάρχουν στην καρδιά και από εκεί ανοίγει ένα παραθυράκι και βγαίνουν - για να μη σπάσει η καρδιά μας εννοείται- , κι έτσι φτάνουν στα μάτια, φτάνει να υπάρχει μια αιτία και μια αφορμή, όπως έλεγε η γιαγιά Γαρυφαλλιά, εκείνη έκανε πως έκλαιγε και το έκανε τόσο μα τόσο αστεία που μ’ έπιασαν τα γέλια.
         Με κράτησε αγκαλιά λες και με νανούριζε: «Μάτια που εύκολα γελούν κι ύστερα πάλι κλαίνε/αυτά μ’ αρέσει ν’ αγαπώ γιατί κακό δε θένε». Την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι  γελούσα πια πολύ δυνατά, «μάτια μου ψιχαλιστά εσύ, εσύ είσαι η ακριβή μου μαθήτρια» ψιθύρισε μυστικά και τότε είδα βουρκωμένα τα δικά της. Νόμισα πως στενοχωρήθηκε επειδή δεν ήξερε γιατί έκλαιγα. Ένιωσα κάπως παράξενα, αμφιταλαντεύτηκα μα στο τέλος, ανέβηκα πάνω στο πεζούλι για να φτάσω το αριστερό της αυτί , - αυτό μόνο ξέρει ν’ ακούει τα μυστικά- και για να μην έχει τύψεις, «δεν φταίτε εσείς κυρία που τα γράμματα είναι μόνο εικοσιτέσσερα και οι λέξεις που φτιάχνουν έχουν μέτρημα, ενώ οι αριθμοί δεν τελειώνουν ποτέ, δεν φταίτε που υπάρχει αυτό, το αμέτρητο, το… » κόμπιασα, ούτε τι ήταν καταλάβαινα, ούτε ήθελα να το λέω.
      «Ποιο είναι αυτό που υπάρχει και είναι τόσο κακό ώστε να χαλάει τη ζαχαρένια σου;» Με ρώτησε κι εκείνη το ίδιο μυστικά στο αριστερό αυτί; «Αυτό το, το… , που μας είπατε στην αριθμητική την προηγούμενη ώρα, που δεν πειράζει κι αν δεν θα το θυμόμαστε αύριο, που θα το μάθουμε καλά όταν μεγαλώσουμε, που το ξέρει ο ξάδελφος μου ο Ζαχαρίας γιατί πηγαίνει στο γυμνάσιο, που το λένε… ». Κόμπιαζα να το πω, δεν ήμουν και σίγουρη ότι το θυμόμουν σωστά. Ξανάφερα την εικόνα της στο νου όταν έλεγε τους αριθμούς «ένα, δύο, τρία… οκτώ, είκοσι, εκατό, χίλια, χίλιες χιλιάδες και πιο πολλές χιλιάδες, όσες και οι τρίχες στα κεφάλια μας κι ακόμη πιο πολλές, οι αριθμοί δεν τελειώνουν όπως οι λέξεις, τους αρέσει να μπερδεύονται πιο πολύ μεταξύ τους και φτιάχνουν κι άλλους αριθμούς, καινούριους μέχρι το άπειρο, οι αριθμοί είναι περισσότεροι από τις λέξεις», μετά είχε πει κι άλλα πολλά, ακόμη πιο ακαταλαβίστικα, έτσι μού είχαν φανεί κι εκείνο το «περισσότεροι από τις λέξεις», μαχαιριά στην καρδιά. Ήθελα πολύ να φωνάξω βοήθεια! Το άπειρο  είχε γίνει σκοτεινό, όπως το λευκό διπλό παραβάν που χώριζε στη μέση τις αίθουσες κι εκεί μέσα έκλεινε ο διευθυντής του σχολείου τα παιδιά που ήθελε να τιμωρήσει. Πήρα μια βαθιά ανάσα, «το άπειρο κυρία…», αναστέναξα με παράπονο, «αυτό το άπειρο δεν το αγαπώ, το φοβάμαι, θέλω όλα να τελειώνουν κάπου… Όπως τελειώνει το βάζο με το γλυκό τού κουταλιού και το νερό στο ποτήρι, έτσι απλά να τελειώνουν και οι αριθμοί».
      Χαμήλωσε και με κοίταξε. Γλυκό βλέμμα, γεμάτο καλοσύνη.  Η ήρεμη ματιά της, είχε καταφέρει να νικήσει την αγωνία μου. Είχε καταλάβει η δασκάλα, όλα τα είχε καταλάβει. Έβγαλε τα γυαλιά και τα κράτησε στο χέρι της. Μηχανικά και μιμητικά έκανα το ίδιο με τα δικά μου γυαλιά. Κοιταχτήκαμε ξανά, μύτη με μύτη. Αστείες ήμασταν σίγουρα και οι δυο. Πήραμε μαζί ανάσα βαθιά και πιο βαθιά κι ακόμη πιο πολύ, όπως φουσκώνουν τα βατραχάκια την κοιλιά τους και μετά ξετρελαίνουν τον κόσμο με τις φωνές τους.
       «Άκου τώρα, θα σού πω μια μικρή ιστορία και δεν θα σε απασχολήσει άλλο το άπειρο, μόνο όταν μεγαλώσεις και θα θυμάσαι αυτές τις στιγμές», τα λόγια της χάδι στο πρόσωπο. Ξαναφόρεσε τα γυαλιά, το ίδιο έκανα κι εγώ. Μετά από μια σύντομη παύση άρχισε να λέει: «Το άπειρο, μα το άπειρο είναι το μακρινό καταφύγιο της αγάπης. Εκεί την πηγαίνουν οι αριθμοί κι από εκεί την καλούν πίσω οι λέξεις, κάποιες λέξεις. Μη φοβάσαι κοριτσάκι. Το άπειρο, είναι ένα οκτώ που κάποτε γλίστρησε από τον ουρανό σ’ ένα περαστικό σύννεφο γεμάτο πανσέδες κι από τότε όλο ταξιδεύει, από ουρανό σε ουρανό για να μας φυλάει, γι’ αυτό και δεν θα κοιμηθεί ποτέ, ούτε στην αιωνιότητα. Κατάλαβες; Είναι μια άλλη αρχή Ζωή, στο άπειρο ξεκινούν όλα από την αρχή, εκεί γεννιέται και το φως. Όταν γίνεις μεγάλη, θα θέλεις κι εσύ να το ταξιδέψεις αυτό το άπειρο και θα το κάνεις με λέξεις, αύριο όμως, αύριο, όταν θα γίνεις μεγάλη γυναίκα είπαμε. Και τώρα γύρνα την πλάτη σου, να σού ζωγραφίσω στους ώμους δυο φτερά και να δεις που αύριο, αύριο θα φυτρώσουν γιατί υπάρχουν, να εδώ, εδώ… » Και μού ζωγράφισε στους ώμους ένα γερμένο οκτώ, σαν αυτό που είχε γλιστρήσει από τον ουρανό στο σύννεφο…
      Γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό γυρνώντας την παλιά ανέμη της γιαγιάς όπως την άφησε, με τις άσπρες και τις κόκκινες κλωστές τού αργαλειού και το κουβάρι μισομαζεμένο. Η Ανατολή μού χαρίζει το ίδιο φιλί και η Όστρια διπλώνει τα όνειρα μέσα στα φύλλα τού αναγνωστικού, σελιδοδείκτες της μικρής Ζωής. Όταν η δασκάλα ρωτά γιατί είναι τόσο φουσκωμένη η σάκα μου, της απαντώ πάντα χαμογελώντας: «Έχει πολλά όνειρα κυρία, πολλά» και περιμένω να με κοιτάξει στα μάτια και να μού πει: «Τα όνειρα είναι βρόχινο νερό στις άνυδρες ψυχές». Δεν με νοιάζει που δεν καταλαβαίνω τη σημασία που έχουν τα λόγια της, μού φτάνει που την ακούω, που την αισθάνομαι, μού φτάνει που θα μού αφιερώσει λίγα λεπτά και θα με ρωτήσει με ενδιαφέρον: «Τι καινούριο λέει η γιαγιά Γαρυφαλλιά σήμερα;»
         Και η ταπεινότητά μου, κορδώνεται από περηφάνια χωρίς να ξέρω αν είναι για τη γιαγιά και για όσα μού μαθαίνει, ή μήπως επειδή μού δίνει σημασία η δασκάλα. Ο νους πετάει σπίθες κι ύστερα οι σπίθες γίνονται λέξεις και οι λέξεις έρχονται στα χείλη, αναμνήσεις αψεγάδιαστες και ποταμίζουν τα μάτια πριν ψιθυρίσουν την ιστορία νοερά πια, αλλά με την ίδια αίσθηση και αγάπη.
     «Κυρία Αντιγόνη, η γιαγιά Γαρυφαλλιά  λέει, πως μια ρούσσα παντιγέρα είναι φορτωμένη στ’ αμπάρια της όνειρα. Τα ψαρεύει σε μακρινές άγνωστες θάλασσες με δίχτυα μεταξωτά, πλεγμένα από τα μαλλιά της Αλισάχνης. Τον καπετάνιο της, τής παντιγέρας εννοείται, τον βλέπεις και δεν τον βλέπεις, αυτός πάντως και σε βλέπει και σε γνωρίζει. Όταν περνά από τ’ ακρογιάλια της Κρήτης πουλά τα όνειρα στην Όστρια με αντάλλαγμα μια μαντινάδα. Όνειρο και μαντινάδα, έτσι πάει ο λογαριασμός. Και η Όστρια πάλι που είναι την ίδια στιγμή παντού και πουθενά, καταφέρνει κάθε φορά και φτάνει με καινούριες μαντινάδες στην αγορά της θάλασσας. Μετά επιστρέφει, εκεί που δεν την περιμένεις, ανοίγει κρυφά τις σάκες των παιδιών και διπλώνει τα όνειρα ανάμεσα στα φύλλα του αναγνωστικού!»
        Και μετά χτυπάει το κουδούνι και… Και μετά γέλια και παιδικές φωνές και… Και μετά παύση, ν’ ακούσουμε την Όστρια όπως τότε, όπως παλιά και να της χαρίσουμε μαζί μια μαντινάδα:
«Μα εσύ κανέλλα δε βαστάς,
μόσκο δεν κοπανίζεις,
γαρύφαλλο δε(ν)  γεύγεσαι,
ίντα  ’χεις και μυρίζεις;»
        
     «Το ταξίδι στη φαντασία για τους προσεκτικούς είναι μάταιο», τόνισε η δασκάλα κάποια φορά, μετά την εκδρομή που είχαμε πάει στο Καρφί και είχαμε δει τη θάλασσα και την Κρήτη από ψηλά. «Τζάμπα κόπος δηλαδή», πετιόταν κάθε τόσο ο Νικολής παριστάνοντας το αντρίτσι από το τελευταίο θρανίο κι εμείς γυρνούσαμε τα κεφάλια να δούμε τις γκριμάτσες που έκανε και να ξεκαρδιστούμε στα γέλια.

      «Όρτσα τα πανιά! Όρτσα ν’ ανεμίζει ο νους, η ζωή έχει ανάγκη τη φαντασία, εκεί έξω ένας άλλος κόσμος περιμένει να μας γνωρίσει τα μυστικά του, ας τον εξερευνήσουμε, ας ταξιδέψουμε ξυπόλητοι και απρόσεκτοι στη φαντασία, η καρδιά μας δίνει την άδεια, η καρδιά που χτυπά μαγικά τίκι τάκ, τίκι  τακ, τίκι τακ … », η φωνή της τραγουδιστά έκανε το γύρο της αίθουσας και μετά άνοιγε το παράθυρο κι έφευγε. Ταξίδευε για να συναντήσει στο μετερίζι του καιρού το μελτεμάκι της αγάπης. Ασπρόμαυρα και χρωματιστά, όλα όμορφα σημάδια σ’ εκείνες τις πρώτες μέρες της ζωής.
       «Η φαντασία μπορεί να μην είναι η πραγματικότητα, όμως αν ήταν τόπος θα ήταν εκείνος που θα θέλαμε να πάμε τον εαυτό μας αύριο,  αύριο… », θυμάμαι τα λόγια της.
      «Υπάρχει σωστό και λάθος στη φαντασία;», την είχα ρωτήσει ένα απόγευμα, τότε που πηγαίναμε και τα απογεύματα στο σχολείο.
      «Η φαντασία δεν είναι σχολείο, ανοίγεις ένα παράθυρο στο νου και περνάς σε καινούρια εμπειρία, σ’ ένα βουνό, σε μια θάλασσα, σε μιαν έρημο, στον κάμπο, στο φεγγάρι, σε μια πόλη, σε μια γωνιά της αυλής, στο χάρτη της γεωγραφίας, στα μάτια κάποιου που αγαπάς.  Και εκεί δεν υπάρχει λάθος ή σωστό, ούτε έλεγχος, κανείς δεν θα σε βαθμολογήσει» κάπως έτσι μού το είχε πει.
       Μέσα μου σκέφτηκα πως εκεί, στη φαντασία δηλαδή, δεν θα χωράει το άπειρο. Δεν μπορούσα να το χωνέψω κι ας μού είχε πει πως είναι το καταφύγιο της αγάπης. Εγώ δεν είχα πάψει να το φοβάμαι. Πάντως, καλού – κακού είχα φυτέψει σε μια μικρή γλάστρα σποράκια από πανσέδες, κάτι μικροσκοπικά σποράκια που μού είχε δώσει η θεία η Μαργώ και περίμενα να φυτρώσουν και ν’ ανθίσουν πιστεύοντας πως έτσι θα μπορούσα να το καλοπιάσω το άπειρο, αν τύχαινε κι έπεφτε από το σύννεφο που ταξίδευε, ναι, αυτό το γερμένο οκτώ στα χέρια μου! Έτσι λοιπόν το σκέφτηκα με ανακούφιση αλλά όχι φωναχτά. Από μέσα μου, πιο μυστικά από μυστικά. Έφερα τα χέρια και αγκάλιασα τους ώμους ψάχνοντας τα φτερά που μού είχε ζωγραφίσει. Χαμογέλασα από ικανοποίηση. Κάτι είχα ψηλαφίσει, κάτι αισθάνθηκα και χαμογέλασα δεύτερη φορά με ευγνωμοσύνη.
         Και πού να ήξερα τότε, πως θα το κουβαλούσα, αυτό το άπειρο, μια ολόκληρη ζωή με τα προικιά της γιαγιάς κι όχι μαραζωμένο και σκονισμένο σαν τα παραπεταμένα πράγματα στην αποθήκη που περιμένουν μόνο το φυσικό τους τέλος και τίποτα άλλο, αλλά θα το φορούσα κιόλας σαν κόσμημα...
         Ζωγραφιστά καράβια και πουλιά στο τετράδιο της ιχνογραφίας κι άστρα και φύλλα τού φθινοπώρου και δέντρα και σπιτάκια μικρά και κουμπιά χρωματιστά και κορδέλες και ημερομηνίες και μουτζούρες, τι ωραίες που είναι οι μουτζούρες! Όχι δεν είναι δυνατόν να ανασυσταθεί εκείνο το παρελθόν. Μένει όμως πάντα οικείο, δικό μου, σαν ένα σπίτι που επισκέπτομαι όποτε νιώσω μια γρατζουνιά στην ψυχή και αυτό είναι εκεί και με παρηγορεί και με καλοδέχεται.  Διατηρεί ακόμη και τις μυρωδιές που αγάπησα, ναι κι εκεί στη μικρή ραγισματιά του εξωτερικού τοίχου φυτρώνουν πάντα παπαρούνες.
         Εκεί κρύβομαι όταν παίζουμε, πίσω από τον κισσό. Ξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις παπαρούνες. Τέλεια κρυψώνα. Μόνο η δασκάλα το ξέρει. Κάποια φορά που παίζαμε κρυφτό ξεχάστηκα εκεί στις φυλλωσιές και δεν έφταιγε ο κισσός με το παραμιλητό του, όχι. Κάτι άλλο ήταν. Ήρθε και με βρήκε.
       «Γιατί είναι ακόμη εδώ το κοριτσάκι με τα γυαλάκια και  τα σγουρά μαλλιά;» Ρώτησε δήθεν αδιάφορα, χωρίς να έχει θυμώσει που με έψαχνε.
       «Τόσο κόκκινο κυρία, τόσο κόκκινο!» Είπα με χαρά. Είχα μείνει να θαυμάζω τις παπαρούνες και όχι μόνο. Είχα προσέξει και το μαύρο σταυρό που έχουν στην καρδιά, αλλά με ξεμυάλισε το ζωηρό κόκκινο χρώμα και δεν είχα καμία διάθεση να διατυπώσω απορία για εκείνο το μαύρο σταυρό. Σημασία είχε το κόκκινο, μέχρι το φθινόπωρο τουλάχιστον που θα άνθιζαν τα κυκλάμινα και θα επέστρεφα στο αγαπημένο μου μωβ.
       Στον καθρέφτη μνήμη σκουριάς σε λευκό χαρτί και η δασκάλα κάπου στο βάθος να γράφει στον πίνακα και να τρίζει η λευκή κιμωλία και να σπάει, κι ύστερα να παίρνει το μεγάλο σπόγγο να τα σβήνει όλα και μετά να χτυπάει τις παλάμες της για να φύγει η σκόνη, να φυσάει την ανάσα της μέσα στις χούφτες και να υψώνονται μικροί κόκκοι κιμωλίας στο φως, ποιός ξέρει για πού ήταν το δικό τους μαγικό ταξίδι.
          Η Όστρια είχε φτάσει κι είχε ανοίξει πρώτη διάπλατα το μεγάλο παράθυρο ένα πρωί. Η δασκάλα πριν αφήσει την τσάντα της στην έδρα πήγε και το έκλεισε, μα η Όστρια πείσμωσε και το άνοιξε ξανά. Και η δασκάλα όμως  επέμεινε και το ξανάκλεισε. Δεν είχε προλάβει να γυρίσει την πλάτη της και πάλι το ίδιο. Αστείο μας είχε φανεί, ένα από τα πολλά της παιχνίδια για να γελάσουμε, είχε και την τσάντα της ακόμα κρεμασμένη στο χέρι. Πάντως, έξω μακριά μπορούσες να δεις κάτι παράξενα σύννεφα που υψώνονταν σαν πύργοι στον ορίζοντα. Η γιαγιά είχε πει το πρωί πως αν έφερνε βροχή ξαφνικά θα ’ταν γεμάτη χώμα και θα κοκκίνιζε η χιονισμένη ακόμη κορφή της Δίκτης.


       «Ας αφήσουμε ανοικτό το παράθυρο, ας της κάνουμε το χατίρι», παραδέχτηκε την ήττα της η κυρία Αντιγόνη και « με το ένα, με το δύο, με το τρία, ας βγάλουμε τα δικά μας χάρτινα παραθυράκια να δούμε πόσες λέξεις μπορούν να πετάξουν σήμερα, αν ειπωθούν σωστά», πρόσθεσε.
        Μαζί της, στην αρχή ακόμη της σχολικής χρονιάς είχαμε φτιάξει από σκληρό χαρτόνι ένα μικρό παράθυρο. Γύρω - γύρω το είχαμε ζωγραφίσει. Στο δικό μου είχαμε φτιάξει μια χελιδονοφωλιά πάνω από το περβάζι του.  Στη θέση που υποτίθεται ήταν τα τζάμια, εκείνη η ίδια που ήταν πολύ πιο επιδέξια από εμάς, είχε κόψει το χαρτί για να δώσει την αίσθηση πως ήταν ανοικτό.  Αυτό λοιπόν το χάρτινο παραθυράκι βάζαμε πάνω στο κείμενο στο αναγνωστικό και όταν μας έλεγε να αφήσουμε να πετάξει μια λέξη, έπρεπε να την εντοπίσουμε φέρνοντας το άνοιγμα πάνω της και να την διαβάσουμε. Περνούσε από όλα τα θρανία να βεβαιωθεί ότι είχαμε βρει όλοι τη σωστή λέξη. Πολλές φορές μετακινούσε αριστερά ή δεξιά το παράθυρο και μας ζητούσε να  ψιθυρίσουμε και μετά να διαβάσουμε τις συλλαβές. Και διαβάζαμε τις εύκολες λέξεις με ευκολία και τις δύσκολες με χίλια βάσανα. Όμως όπως και να είχε, οι λέξεις τελικά τα κατάφερναν και πετούσαν!
        Καμιά φορά, άθελα μου, τις ακολουθούσα στο πέταγμα τους, δεν ήταν δα και μεγάλη η απόσταση από το αναγνωστικό μέχρι το μεγάλο παράθυρο. Η κυρία Αντιγόνη αγωνιούσε να με μάθει να διαβάζω κι εγώ τό ’σκαγα μαζί τους, χωρίς αποσκευές στο ταξίδι τους ψιθυρίζοντας σχεδόν από μέσα μου, χωρίς να τις λέω φωναχτά τις περισσότερες φορές.
       «Έλα, συλλάβισε και μετά διάβασε δυνατά και καθαρά, μη ντρέπεσαι», με παρότρυνε «την  ξέρεις τη λέξη».
        Την κοίταζα στα μάτια και μετά τολμούσα, όχι να προφέρω τη λέξη μα να δικαιολογηθώ: «αφού ξέρουν, ότι τις ξέρω, γιατί να το κάνω; Μπορεί και να τρομάξουν…»
         Εκείνη την ίδια μέρα είχε σκύψει πάνω από το αναγνωστικό μου και πότε συλλάβιζε, πότε διάβαζε μετακινώντας το χάρτινο παραθυράκι από λέξη σε λέξη και από σελίδα σε σελίδα αφού κάναμε επανάληψη όλα όσα είχαμε μάθει και ήταν πια πολλά. «Ώρα, καλή, κα-ρά-βι, σύ-ρε, γιαλό – γιαλό, έ-λε-γε, σύρε, με, το, καλό, έλεγε, ο, Μίμης…» από αυτό είχε αρχίσει και επαναλαμβάναμε όλα μαζί τα παιδιά. Η φωνή της με νανούριζε. Το μυαλό μου ταξίδευε. Σίγουρα θα περίμενε και τη δική μου συμμετοχή πιο ζωηρή, μα κάποια στιγμή όταν ένα χελιδόνι μπήκε μέσα στην αίθουσα αποσπάστηκε εντελώς η προσοχή μου. Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ και ακολουθώντας το φτερούγισμά του έφυγα. Δυο τρεις γύρους έκανε τιτιβίζοντας ίσα να αναγγείλει την Άνοιξη κι ύστερα πέταξε έξω μακριά.
       Η δασκάλα συνέχιζε να διαβάζει πιο γρήγορα όμως, ενώ χτυπώντας με απαλά στην πλάτη προσπαθούσε να μού θυμίσει πως ήμασταν στην αίθουσα. «Χελιδόνι μου γλυκό/ που πετάς στον ουρανό/ έλα κάτω να σου πω /πως πολύ ‘‘ σε αγαπώ’’ ». Εκεί στο «σ’ αγαπώ», κάτι κατάλαβα, πετάχτηκα πάνω την αγκάλιασα και με φανερό καρδιοχτύπι,  «κυρία κι εγώ σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» της είπα «αλλά, κυρία έρχεται η ψιχαλιστή βροχή, εγώ σήμερα αυτή τη βροχή περιμένω, τη βροχή κυρία, την ψιχαλιστή».
        «Μάτια μου ψιχαλιστά», ακόμα ακούω τη φωνή της, όπως τότε που έσκυψε και μού το είπε στο αυτί, πάλι μυστικά, όπως κάθε φορά. Πριν από εμένα, το ίδιο μυστικά κάτι είχε ψιθυρίσει στο αυτί του Κωστή. Ύστερα βρήκε τη λέξη νερό και της άνοιξε το χαρτονένιο παραθυράκι. «Ποιά λέξη θ’ αφήσουμε να πετάξει, να γίνει ψιχάλα και μετά βροχή;» ρώτησε. «Νε- ρό», συλλάβισα διστακτικά και μετά δυνατά «νερό, νερό, νερό, νερό» κι έπεφταν τώρα πιο πολλές ψιχάλες στα τζάμια κι ύστερα έγιναν ξαφνική βροχή κι η Όστρια έπαιζε μα χωρίς πείσμα πια με τις βαριές κουρτίνες και το παράθυρο.
        «Νερό – νερό θα τα μάθετε όλα, αύριο να τα ξέρετε καλύτερα», αυτό είχε πει πριν χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα και ευχαριστημένη άνοιξε το βάζο με τις καραμέλες και μας τις μοίρασε.
        Το χάρτινο παραθυράκι έμεινε πίσω απ’ τον καιρό ανοικτό, πάνω στο αλφαβητάρι της μνήμης, σ’ εκείνη τη μικρή χελιδονοφωλιά κι έχει στο περβάζι του φεγγάρια, γιασεμιά και χρώματα. Όλα μιλούν και όλα σωπαίνουν ταυτόχρονα. Κάθε Άνοιξη το πρώτο χελιδόνι φτερουγίζει ψηλά. Σηκώνω τα χέρια, αγγίζει το ένα το άλλο κι ύστερα θαρρείς κι ανεβαίνουν μαζί τα σκαλοπάτια τ’ ουρανού, τα χέρια, ναι τα χέρια ανεβαίνουν κρυφά από όσους δεν πιστεύουν στα μάγια και στα θαύματα, έτσι κάνουν τα χέρια.
         Προσπαθώ να το ακολουθήσω το μικρό χελιδόνι μέσα από τα περάσματα της φαντασίας και της αθωότητας. Η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Κοιτάζω κάτω. Οι βρεγμένες αυλές έχουν μια παράξενη λάμψη και μυρωδιές φερμένες από αλλού. Το αλλού είναι πιο πέρα από τα πέρατα της ψυχής ή μέσα μας, εκεί στο βλεφάρισμα του κεραυνού. Παρατηρώ τον εαυτό μου με άλλα μάτια. Όλα είναι εκεί, εκεί που γέρνουν οι ψυχές, εκεί που ακόμα είναι χτες.
        Δύσκολο τούτο το ταξίδι; Όχι! Ακούω μόνο την αναπνοή της Δρακοκαβαλάρισσας μέσα στη σιγαλιά. Σε λίγο θ’ ανάψει τη Σελένα, έτσι γίνεται, είναι το βουνό που φέγγει αλλιώς, φέγγει την αλήθεια. Στο δικό της βουνό, εκείνη το ανάβει κι ύστερα χορεύει στο φεγγισμένο αλώνι και χτυπά τα πόδια της ρυθμικά για ν’ ακούγονται οι ήχοι από τα κουδούνια, αυτά που έχει κρεμασμένα στα σαντάλια της και ξορκίζει το κακό. Έτσι ξυπνούν οι μνήμες κι ο καιρός της αγάπης. Η γιαγιά Γαρυφαλλιά μού τα θυμίζει όλα τούτα κι εγώ τα ξαναλέω στη δασκάλα μου, κι εκείνη κάνει πως δεν τα ξέρει και μένει τάχα μου με το στόμα ανοικτό κι ύστερα μ’ αγκαλιάζει και μου ψιθυρίζει: «Μάτια μου ψιχαλιστά… »
         Μα πρώτα, πρέπει το χελιδόνι να φτάσει ψηλά, όσο πιο ψηλά μπορεί, να βρει τον παλιό καιρό, να τον ξυπνήσει, να τού μιλήσει για το τρεμάμενο νερό της ζωής και τη μικρή - μεγάλη ζωή τού έρωντα, τού δίκταμου δηλαδή. Η αρχαία πέτρα παίρνει μορφή. Ραγίζει η λήθη.  Η μάνα γαία αθωώνει τις σκιές στα πλάγια και το πρωτόπειρο χελιδόνι παίρνει θάρρος κι όλο ψηλώνει, ψηλώνει, μακραίνει και χάνεται, προσωρινά.
       Και μετά νάτο χαρούμενο, σημαδεύει ένα αστέρι τιτιβίζοντας. Παίρνει φόρα, αγγίζει το μελάνι της νύχτας, βάφει τα φτερά του, κλέβει τη φλόγα αυτή που δεν τρέμει στον άνεμο. Μα και πάλι, δεν είναι μόνο αυτό. Καταφέρνει και σκίζει το μαύρο βελούδο, κολλάει πάνω του το χάρτινο παραθυράκι και τότε, τότε…  Χαμηλώνει ο ουρανός και βλέπω το δικό μου φεγγάρι. Κοιταζόμαστε με αγάπη. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας τον Αύγουστο, κάθε Αύγουστο στην κορυφή της Δίκτης, εκεί με την αρχαία θεά, την όμορφη και ελεύθερη Δίκτυννα, εκείνη που αλλάζει τη γραμμή της καρδιάς στο χέρι μου για να είμαι πάντα ελεύθερη.            
        Πηγαινοέρχομαι άθελά μου πάνω στην ασημένια τού χρόνου κλωστή, πότε πίσω και πότε εμπρός απ’ τον καιρό προσπαθώντας να βρω μια γωνιά σ’ ένα κήπο, να βολεύει τα θέλω μου και τα μπορώ, να χωρέσω στη ζωή και στην αγάπη. Η καρδιά μου, ένα κόκκινο μήλο γίνεται ίδιο και απαράλλαχτο μ’ εκείνο που συνήθιζε να έχει πάνω στην έδρα η κυρία Αντιγόνη, ένα κόκκινο μήλο τού Λασιθιώτικου κάμπου. Με την καρδιά μου ζω και ανακαλύπτω τον κόσμο ακόμη κι όποτε δυσκολεύομαι απλώνω το χέρι κι έρχεται η αρχαία θεά, η Δίκτυννα είπαμε και μού αλλάζει τις γραμμές στο χέρι.
        Ύστερα με κρατά σφιχτά η κυρία Αντιγόνη από το ίδιο χέρι και συνεχίζω να προχωρώ και πηγαίνω την ψυχή μου ένα βήμα πιο πέρα και κάθε φορά από την αρχή ανακαλύπτω πράγματα που ή δεν τους έδινα σημασία και τα προσπερνούσα αδιάφορα ή αντικρίζω καινούριες εικόνες, όμορφες και τα πρόσωπα που συναντώ αλλάζουν άξαφνα μορφή θαρρείς και ξαναγεννιούνται στο φως κι ο κόσμος μου γεμίζει ευωδιές. «Εσύ, εσύ τα έκανες να ανθίσουν και να γεμίσουν τη νύχτα μυρωδιές», λέει η δασκάλα και μετά παίρνει βαθιά ανάσα και «μάτια μου ψιχαλιστά, εσύ είσαι η ακριβή μου μαθήτρια…» ακούει το μικρό χελιδόνι.
       Τα χρόνια κύλησαν, κυλούν, καμιά φορά όπως τα δάκρυα στο πρόσωπο ή η βροχή στο τζάμι. Μεγάλωσα κι ακόμα οι αιώνες είναι εκεί στη ρίζα του όρους Δίκτη, φυτρώνουν με τα χαμομήλια, ανθίζουν με τις μηλιές και με τις μαντηλίδες και τις φασκομηλιές και το θρούμπι. Μυρίζει ο τόπος νοσταλγία.  Είχε δίκιο η δασκάλα, οι αιώνες ούτε μεγαλώνουν, ούτε και παλιώνουν τελικά. Στοιχειώνουν παντού μαζί με τις ιστορίες τους, ακόμη και κάτω από τον ασβέστη τους βρίσκεις αν ξύσεις λιγάκι και τον ξεφλουδίσεις με το νύχι σου.
       Μέσα από τα παραμύθια ξυπνώ και μια αρμαθιά σερπετά κι άστρα είναι γιορντάνι στην κορφή, να μην αφήσουν την κόρη που φυλάει τις οκτώ σιωπές της αγάπης  ν’ ανεβεί, όχι πριν πλέξει το χρυσό γαϊτάνι, όχι πριν ορκιστεί στο πρώτο φιλί και στο ολόγιομο φεγγάρι, πριν προλάβει και δέσει στη στερνή ηλιαχτίδα τ’ αποχτενίδια που θα γίνουν δαχτυλίδια. Πόσο όμορφα όλα!
       Η δασκάλα συμπληρώνει με πάθος όλες μου τις ιστορίες. «Τρελαίνομαι να σε ακούω, τρελαίνομαι», μού λέει και μετά προσθέτει και κάτι από τη δική της σκέψη. Ξέρει να πάει παρακάτω όλα αυτά το λόγια που αφήνει στη μέση η θεία η Δόξα για να συνεχίσει τη δαντέλα που πλέκει. Παρακάτω πηγαίνει και όσα η θεία Χαρίκλεια πεισματικά  αρνείται να φτάσει ως την άκρη της κόκκινης κλωστής τού παραμυθιού γιατί θέλει το τέλος να είναι δικό μου. Αλλά και αυτές τις μισές και μικρές, που μού πουλούν οι γερόντισσες  τα απογεύματα όταν κάθονται με τη γιαγιά Γαρυφαλλιά και λένε, λένε, λένε, όχι ιστορίες από το σωρό, αλλά ένα σωρό ιστορίες. Βάζει χρώματα και τραγούδια και γέλια και δάκρυα. Έτσι δίνει νόημα στη φαντασία μου.
      Τα μάτια, μια στ’ άστρα και μια στην άβυσσο κι ύστερα χαμηλωμένο το βλέμμα γεμάτο πάχνη γέρνει στο χώμα. «Αύριο, αύριο, αύριο… » Η φωνή της, μέσα μου ηχεί. Έμαθα να φωτίζω το παρόν με το λυχναράκι τού αύριο, έτσι όπως μού το έλεγε: «Με το λυχναράκι τού αύριο να φέγγεις στο σήμερα, εσύ φωτίζεις αυτά που θέλεις κι αυτά που αισθάνεσαι και να κρατάς το μολυβάκι σου σφιχτά, να δείχνεις εμπιστοσύνη στα χέρια και να γράφεις με την καρδιά σου... » Και κάτι ακόμα, μια ευχή «η αγάπη να βρει τα όνειρα και να κατοικήσει στις μέρες και στις νύχτες μας, εμείς μ’ αυτό το όνειρο καλούμε το φεγγάρι και με το ίδιο προσκυνούμε τον ήλιο».
      Η σχέση μου με τη δασκάλα είχε ευθύς εξαρχής μιαν οικειότητα απροσδόκητη, μιαν άλλη ομορφιά αφήνοντάς μου μια γεύση σαν γλυκό του κουταλιού. Γλυκό κυδώνι με άρωμα κανέλλας. Ναι, ένιωθα πως ήταν μια φιλία αταίριαστη λόγω της διαφοράς της ηλικίας μας, μα και εκείνη ήταν κατά βάθος παιδί. Σαν παιδί γελούσε με ευκολία και σαν παιδί πάλι με την ίδια ευκολία έκλαιγε. Με κρατά από το χέρι.  Νιώθω το άγγιγμα δροσερό και το χάδι της βελούδινο. Αυτό με κάνει περήφανη. Καμαρώνω. Τολμώ και ρωτώ ξανά με το ίδιο ύφος απορίας και τα μάτια ορθάνοιχτα πίσω από τα πεταλουδίστικα γυαλιά, στη φαντασία μου όμως τώρα πια. Θέλω να την ακούω και τα καταφέρνω, όταν ξεχειλίζει η μοναξιά κάποιες νύχτες, αυτές που χαμηλώνει ο ουρανός και βρέχει.
      «Τι είναι η καλοσύνη κυρία;»
      «Οι πράξεις μας και μόνο οι πράξεις μας, οι σκέψεις δεν φτάνουν από μόνες τους, εκείνες φωτίζουν το δρόμο, κεράκια αναμμένα».
      «Και η αθωότητα κυρία;»
      «Ρούχο που κεντά η καλοσύνη, αυτό που φοράμε κατάσαρκα για να μην κρυώνει η ψυχή».
       «Και τι κάνει ο ήλιος τη νύχτα;»
      «Κλέβει τις σπίθες που μένουν έξω από τα κλειστά ματόκλαδα των παιδιών για να συνεχίζει το φως το ταξίδι του».
      «Πότε θα ξυπνήσει ο καιρός της αγάπης κυρία;»
      «Όταν δεν θα πεινάει κανένα παιδί και ο μόνος πόλεμος που θα γνωρίζουμε θα είναι ο χαρτοπόλεμος.»
       «Ονειροπόλεμος» σκέφτομαι από μέσα μου, δεν το λέω. Φαντάζομαι όμως, τι ωραία που θα ήταν να πετάμε χρωματιστά όνειρα ο ένας στον άλλο και να γίνεται χορός και χαμός με κομφετί ώσπου να ξυπνήσει ο καιρός της αγάπης.
        Ο αέρας της θύμησης γεμίζει πολύχρωμα μικρά χαρτάκια που στροβιλίζονται χορεύοντας πριν πέσουν στο πάτωμα, ή πριν κρυφτούν και ξεχαστούν στα πιο απίθανα σημεία, ακόμη και στον ιστό της αράχνης στη γωνία τού απαίσιου λευκού παραβάν της τιμωρίας που όλοι φοβόμαστε όταν βλέπουμε τον κύριο Αλκιβιάδη, τον Διευθυντή του σχολείου.
         Η δασκάλα μού επέτρεπε να ονειρεύομαι ίσως να μού δίδαξε και την τέχνη να ονειρεύομαι με σχέδιο. Όσα έλεγε σημείωναν περάσματα και  δρόμους στον άγραφο χάρτη του νου και με ταξίδευαν πιο πέρα, παραπέρα από την τάξη και την αυλή του σχολείου. Κι όταν δεν τα κατάφερνα κι έκλαιγα, σκούπιζε με το καθαρό μαντηλάκι της τα δικά μου δάκρυα και μού έλεγε πως ήταν τυχερή γιατί τής τα χάριζα, εκείνα τα ψιχαλιστά δάκρυα, ενώ κάποια άλλα, δεν ξέρω ποιά, τα αγόραζε και μάλιστα «πολύ ακριβά».
       Όταν το καρδιοχτύπι γίνεται εμβατήριο ζωής και η παπαρούνα δηλώνει πανταχού παρούσα, τότε η ζωή έχει μια παραπάνω απαίτηση... Να θυμάσαι, να τα θυμάσαι όλα καθαρά κι όχι μέσα από λασπερά θολά νερά. Καλύτερα να θυμάσαι μέσα από δάκρυα. Καλύτερα.
       Λένε πως καμιά φορά σου χτυπούν την πόρτα, πάντα νύχτα οι ψυχές που σε αγάπησαν, φτάνει μισό φεγγάρι να έχει κρεμαστεί μπροστά από το παράθυρο σου.
       Λένε πως όταν η νοτισμένη γη τρέμει, είναι οι ψυχές που σκάβουν τη φλούδα της, ζητιανεύοντας ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ...
       Διπλογονατίζεις πάνω στην υφαντή κόκκινη σάρτζα της γιαγιάς. Προσκυνάς τη θύμηση, ευλαβικά. Είσαι από εκείνο τον τόπο που οι άνθρωποι τιμούν τη μέρα της Γονατιστής, τη μέρα που οι ψυχές βρίσκονται πιο κοντά σου παρά ποτέ, μπορεί και μια ανάσα από το σβέρκο σου και περιμένουν να κοιτάξεις  μέσα στο ποτήρι της μνήμης, τώρα που δεν είσαι πια αγράμματη της αγάπης, τώρα που ξέρεις... Αισθάνεσαι την αγωνία τους στο θρόισμα των φύλλων και στο αθόρυβο πέταγμα της πεταλούδας. Και τα φύλλα της καρυδιάς μαραμένα πάνω στην ταφόπλακα, παλιό έθιμο, συνεχίζουν να αφήνουν  την πίκρα τους στο χώμα συμβολικά, όπως τα δάκρυα στους αποχωρισμούς, μα έχεις ζυμώσει το γλυκό ψωμί για το καινούριο αντάμωμα, σ’ αυτό πιστεύεις, το μεγάλο καινούριο αντάμωμα αύριο στο φως.
         Τρίβεις στις χούφτες μια φέτα από τη μέση του άρτου και τη σκορπίζεις ψίχουλα στο χώμα. Βουρκώνουν τα μάτια κι όμως χαμογελάς. Συλλαβίζεις ονόματα. Έτσι συμβαίνει. Κι ύστερα γέρνεις την πήλινη στάμνα και ρίχνεις  από πάνω το κρασί στάλα - στάλα. «Να μεταλάβουν οι ψυχές»,  λες με την ίδια συγκίνηση που το έλεγε η μάνα σου, η γιαγιά σου, οι γυναίκες τού παλιού καιρού. Γεμίζεις την κούπα, τη δική σου. Τεντώνεις τα χέρια, την υψώνεις στον ουρανό. «Ως τον πάτο», εύχεσαι. Τη φέρνεις στα χείλη.  Ξεδιψάς με κρασί.  Τη φιλάς με ευγνωμοσύνη και την ξαναγεμίζεις για τον διπλανό σου. Επαναλαμβάνει το ίδιο. Να μεταλάβουν όλοι. Να ξεδιψάσουν όλοι. Αρχίζει ο κύκλιος χορός. Βήματα ρυθμικά, γρήγορα, πατάς με τις μύτες των ποδιών τούτη τη φλούδα που σ’ ανάστησε, ν’ ακούσει η γη, να μας γνωρίσουν οι ψυχές, να μας φυλάξει ο ουρανός.



       Οι πόρτες που θέλεις ανοίγουν από τις αγκαλιές. Ανοίγω αγκαλιά και παράθυρο. Η Άνοιξη είναι εδώ φορτωμένη παπαρούνες. Τη νύχτα το φεγγάρι μοιάζει πολυέλαιος πάνω από το σπίτι μου στην Κέρκυρα. Το σκοτάδι πήρε να μυρίζει γιασεμί. Η μορφή της, τής δασκάλας, κάπου εκεί στο βάθος τού ορίζοντα πότε φεύγει, πότε έρχεται πότε στέκεται και περιμένει τη μάνα μου, τη γιαγιά, τον παππού.
       Κάνω ό,τι με συμβούλευε, τα καλύτερα όνειρα τα διπλώνω στη βιτρίνα τού νου. Ναι, έτσι με δασκάλευε, μα δεν μού είχε πει ποτέ πως έρχεται καμιά φορά εκεί που δεν το περιμένουμε μια αδέσποτη πέτρα και σπάει το τζάμι τής βιτρίνας και τότε ο ξένος άνεμος απειλεί, και τα παίρνει τα καλά όνειρα και γυρεύει να τα σκορπίσει μακριά στο φάλτσο τού κόσμου.
      Ανοίγω διάπλατα ξανά την αγκαλιά και το παράθυρο. Περιμένω την Όστρια.
         Ύστερα από χρόνια, κάποιοι, ασκώντας τη μνήμη, αναπτύσσουν μια πιο αγαπητική και πιο πονετική σχέση μαζί της. Σε αυτή τη μειοψηφία ανήκει και η ταπεινότητά μου, σ’ εκείνους που πιστεύουν πως ανάγκη τού ανθρώπου είναι να κατανοήσει, να ερμηνεύσει και τελικά να αναγνωρίσει και να μάθει πρώτα τον εαυτό του αρχίζοντας από εκεί που έκανε τα πρώτα βήματα, προκειμένου να αντιληφθεί την ουσία τής ζωής και το πέρα από τ’ ανθρώπινα πριν γίνει νερό κι αλάτι.
        Ώρα δειλινού. Κάτι από τη φύση χώρεσε κι απόψε στη μνήμη  κι άνθισαν ξανά τα χαλάσματα, ώρα που οι παλιές πέτρες αποκτούν αφή και οι λέξεις που έχουν αμαρτήσει αρχίζουν την εξομολόγηση. Συνήθεια παλιά η ερημιά τού τοπίου.
        Καμιά φορά γίνονται και οι λέξεις μικρές, τότε που θέλουν να σώσουν σκέψεις, αναμνήσεις, όνειρα...
        Όμως όταν χωρά μέσα σε μια παιδική ζωγραφιά τόσο φως, όταν σ' ένα στίχο που γράφεις ξαφνικά αισθάνεσαι πως κρύβεσαι σκιά τής σκιάς της... 
        Όταν το τώρα γίνεται ανάγκη και γράφονται τα αληθινά τής ψυχής, τότε ξαναρωτάς σαν να είσαι παιδί.
        «Γράφεται η καληνύχτα με μελάνι;»
        «Όχι δεν φτάνει.»
        «Μ' έναν ψίθυρο ίσως;»
        «Και τού κόσμου το μίσος;»
        «Κι αν την φέρνει η βροχή;»
        «Περιμένει η ψυχή...»
      Ναι, ξέρεις πως η ψυχή περιμένει να προχωρήσεις, να πας μπροστά. Όρθια περπατησιά κατάντικρυ στο φως. Το χέρι αντήλιο. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να πέσεις χαμηλά, κανένα. Εσένα που σού κέντησε φτερά στους ώμους και σε δίδαξε πώς από μια χούφτα πηλός που γεννήθηκες, μπορείς να ξεφύγεις από τη ρωγμή τού χρόνου και να λευτερωθείς αύριο...
      Με γοητεύει το παιχνίδι της μνήμης, αγαπώ τις λέξεις. Περιπλανιέμαι στην αυλή τού σχολείου, στον κήπο με τις τριανταφυλλιές και την ψάχνω. Ο φράχτης ανθίζει. Ο κισσός γεμίζει πουλιά. Δυο περιστέρια γουργουρίζουν πιο πέρα ευτυχισμένα. Τα παιδιά τρέχουν, τρέχουν να προλάβουν τη στιγμή, τη μαγεία, τη χαρά, τη ζωή. Καμιά φορά σκοντάφτουν στα χαλίκια. Εκείνη σιμώνει βήμα -  βήμα, ακούω τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Φοράει μπλε φόρεμα με μικρό άσπρο φιόγκο στο στήθος. Το χαμόγελό της ανείπωτα γλυκό, μέλι. Η κίνηση ανέμελη ξεχειλίζει από ενθουσιασμό. Κάτι συλλαβίζει. Τα πουλιά τρομάζουν και φεύγουν.  Γυρίζω το κεφάλι, ανοίγω τα χέρια, περιμένω να την αγκαλιάσω.
      Ξαφνικά, από κάπου έρχεται παγωνιά. Έξω φυσάει η λήθη, μακριά αλλά φυσάει. Αυτή φταίει, η λήθη.  
      «Δηλητήριο η λησμονιά», έλεγε η γιαγιά Γαρυφαλλιά. Τα δέντρα ξεγυμνώνονται τα φύλλα, τα νιοφτέρουγα πουλιά της σκέψης τρέχουν και κρύβονται. Σκοτεινιάζει. Βλέπω την αναπόλησή μου να σκορπίζει, να χάνεται. Μένω για λίγο κατάχλωμη, ασάλευτη μπροστά στη λευκή κόλλα και σε τούτη την αόρατη απειλή, τη λήθη. Ευτυχώς μόνο για λίγο. Μετά ξαναπιάνω την πένα, ορθώνω τ’ ανάστημα με πρόκληση. Τα μαυλιστικά της μάτια δεν μού λένε τίποτα. Όχι,  όχι, δεν θα της κάνω το χατίρι. Την αφήνω, τη λήθη, να περάσει δίπλα μου μα χωρίς να με αγγίξει, χωρίς να με τυλίξει στα πέπλα της.
       Η νύχτα απλώνει όλο περιέργεια και υποσχέσεις τις μαύρες δαντέλες πάνω από τις χορταριασμένες κεραμιδοσκεπές της παλιάς πόλης. Τα φανάρια στο Λιστόν όλα αναμμένα. Το ίδιο και στην πάνω πλατεία. Οι κανταδόροι τραγουδούν στα Μουράγια. Στο σπίτι του Σολωμού ένα κερί φωτίζει το παράθυρο. Σε τούτες τις γειτονιές, ζουν ακόμη οι παλιές ψυχές. Είναι αυτές που σπέρνουν λόγια και θαύματα στο καλντερίμι.
     «Κόντε μου, εσύ που αγόραζες τις λέξεις… », η φωνή της Ρηγγίνας Λέζα, έρχεται από πιο μακριά, από τη Ζάκυνθο.
       Βροχή, η θηλυκή αρχή της δημιουργίας. Ξέρεις η βροχή σε οδηγεί, όχι εκεί που θα συναντήσεις ανθρώπους δύναμης, αλλά αντίθετα, εκεί που σκοντάφτεις  πάνω στην απλότητα και τη σοφία, στα στενά καντούνια. Το θρόισμα της ψυχής φτάνει μυστηριωδώς πρώτο, πριν απ’ τα βήματα εδώ. Η βροχή είναι διαμαρτύρηση στη λήθη.
       Νάτην, η κυρία Αντιγόνη περπατάει στη βροχή, εκεί, νάτην στον  κήπο του λαού. Βλέπω την ομπρέλα της. Εμένα θα ψάχνει.
        Παράξενα ήρεμη η καρδιά συνεχίζει να γυρίζει σελίδες από το σημειωματάριο των πρώτων χρόνων της Ζωής. Η μνήμη είναι και θα μείνει κάστρο άπαρτο.     
        Η δασκάλα ανεβαίνει στην Πινακοθήκη. Τρέχω να την φτάσω στη σκάλα. Απλώνω το χέρι χωρίς δισταγμό.  Με το δικό της, η δασκάλα στρώνει τα μαύρα της μαλλιά. Μετά αφήνεται περίσσια περήφανη χορεύοντας στον αιθέρα πάνω από το Παλαιό Φρούριο…
       «Ένα αντίο γλυκό να χαρίσω / στολισμένο με πέτρα λευκή

με φωνή καθαρή να κεντήσω / μια ευχή για ν΄ αντέχεις εσύ»

        Όχι, δεν είναι η δασκάλα που τραγουδά, όχι. Η Δόξα Καγιούλη είναι, μια φωνή γεμάτη βροχή.
        Κι ύστερα… Βρέχει σιγά-σιγά κι αγαλιανά μέσα μου. Η καρδιά χτυπά μ’ ευγνωμοσύνη. Οι παλιές ψυχές θυμούνται με εικόνες. Ξημερώνει.
        Αγαπώ τη βροχή και την Κέρκυρα γιατί μού επιτρέπουν το ταξίδι. Έφεξε για τα καλά η Ανατολή. Πιάνω κουβέντα με τις νόνες στα καντούνια, στο Καμπιέλο, από φανέστρα, σε φανέστρα.
      -Κι αν έχω αποστασιοποιηθεί από την ύλη και γυρεύω το πνεύμα όταν ο ψίθυρος της Όστριας έχει σταματήσει για ν' αρχίσει ο αιώνιος χορός της βροχής;
      -Καλά κάνεις, καλά, ψυχή τση ψυχής μου, η σιόρα Επιστήμη.
      -Κι αν είναι τώρα το κάλεσμα τού καιρού της αγάπης και γίνεται μεγαλύτερη ανάγκη η επιστροφή στην πρώτη ουσία της ζωής;
      -Καλά κάνεις ψυχή μου. Τό ’παμε, πάρε και λίγο φρεσκαμέντο  απ’ τη ρούγα, ν’ ανασάνεις, η σιόρα Γιολάντα.
      -Κι αν ζητώ να βουλιάζω κάπου - κάπου στη μοναξιά γιατί δεν αντέχω την κακογουστιά γύρω μου;
      -Ναίσκε ψυχή μου, ναίσκε,  ό,τι πεις, η σιόρα Ναυσικά.
      -Κι αν είναι αλήθεια πως οι ψυχές θυμούνται την παλιά τους ταυτότητα και μελαγχολούν όταν μιλούν για την αγάπη;
      -Αμητί, αλεγραμέντε κόρη μου, η σιόρα Αγγιολίνα.
      -Κι αν βάζω χαλινάρι στο νου και ελέγχω τις σκέψεις για να μην προδώσω τις λέξεις μου;
     -Αφιτιβαμέντε, η σιόρα Φιλομήλα.
     -Κι αν ελευθερία τελικά σημαίνει ν’ ακούω την καρδιά μου, να πηγαίνω όπου με πηγαίνει χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς πρέπει;
     -Βεραμέντε μάτια μου, βεραμέντε, η σιόρα Πολύμνια.
     -Κι αν έμαθα να ονειρεύομαι μ' ένα φτερούγισμα στην καρδιά;
     -Βουρλίζομαι να σε ακούω, βουρλίζομαι, η σιόρα Αμαρυλλίδα.
      -Κι αν είναι αλήθεια πως η νοσταλγία έχει τη δύναμη να μας ταξιδέψει στη φαντασία πέρα από το φάλτσο της πραγματικότητας με εισιτήριο ένα δάκρυ;
     -Μάτια μου ψιχαλιστά, τζόγια μου, αυτό κι αν είναι βένταμα ψυχή μου, η σιόρα Φιγαλία.

      Με αυτό το κάτι από τη μαγείας τής Κέρκυρας ξημερώνει, βραδιάζει, νυχτώνει.

       Λένε πως η καλημέρα είναι ταξίδι και η καληνύχτα, ευκαιρία για σιωπή.
       Καληνύχτα λοιπόν...



Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Κέρκυρα 13 Ιουνίου 2001
Ζωή Δικταίου


ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ Apollonia Farm με 14 βραβεία - World Travel Market London 2018 - Από ρεκόρ σε ρεκόρ ο τουρισμός ............. ............. .............
ΠΡΟΣΩΠΑ Ο Αλέξανδρος Λύρα ξεσηκώνει TSUNAMI- Ο καλλιτέχνης Γιάννης Χαρούλης - Άγιε Μηνά μπεγιροκαβαλάρη ............. ............. .............

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ