Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Το νέο βιβλίο της Χαρούλας Βερίγου ( Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα )


Γυναίκες Ηπειρώτισσες  σκιορίσματα της φύσης…
Όταν κατεβαίνει παγωμένος o αέρας από τη Μουργκάνα, τον Γράμμο, το Μιτσικέλι, τα Τζουμέρκα, την Πίνδο, θαρρείς  φυσά  για να γυρίσει ακόμη μια φορά σελίδες της μνήμης και της ιστορίας. Πρόκληση και πρόσκληση μιας άλλης ανάγνωσης για να συλλαβίσεις το χρέος, να ψιθυρίσεις και να συμπληρώσεις ονόματα.
Σε τούτη την άγονη φλούδα της γης, καθεμιά γυναίκα του παλιού καιρού, είναι ένας θρύλος, ένα σύμβολο.


Γυναίκες Ηπειρώτισσες, της αντοχής, της υπομονής, της περηφάνιας, της αυτοθυσίας, της τιμής.
Θα τις ανταμώσεις, στα καταράχια και στα ρέματα, στις βρύσες, στις ρούγες, στα ρόγκια ζαλωμένες ξύλα ή και με τη σαρμανίτσα στην πλάτη καμιά φορά.
Θα τις αναγνωρίσεις από την πυρωμένη ψυχή, αυτή που κρατούν απαράδοτη στα δόντια και δεν θα τις αστοχήσεις ποτέ. Μέσα σου, θα καίει και θα φέγγει το βλέμμα τους.
Γυναίκα Ηπειρώτισσα, της άγρυπνης πάλης…
Για εσένα, με ευγνωμοσύνη τούτη η ταπεινή κατάθεση της δικής μου ψυχής.

Κέρκυρα 9 Ιουνίου 2017
Χαρούλα Βερίγου - Μπάντιου


Έγραψαν για το βιβλίο :


   Κώστας Μουτζούρης, φιλόλογος

            Πρόεδρος του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας

1)      Η γραφίδα της Χαρούλας Βερίγου φωτίζει πρόσωπα και γεγονότα και συνθέτει καλαίσθητα μικρά έργα  τέχνης, άρτια διηγήματα.
Τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι κείμενα μιας αναγνώσεως. Προκαλούν τον αναγνώστη σε πολλές αναγνώσεις.
Τα διηγήματα, σε ζωντανό θεσπρωτικό γλωσσικό ιδίωμα, με πλούσιο λαογραφικό στοιχείο, αποτελούν άρτια κινηματογραφικά σενάρια και περιμένουν τον σκηνοθέτη, που θα τα ‘ανεβάσει’ στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη.
          

Νίκος Κατσαλίδας (Συγγραφέας Μεταφραστής) 
2)      Διαβάζοντας τις ιστορίες του βιβλίου νιώθεις σάματις να βγαίνεις από έναν άγνωστο, απάτητο, πανάρχαιο, παρθένο και ειδυλλιακό κόσμο, που σε άφησε θαμπωμένο, σάματις να πέρασες ανάμεσα από τις αύρες του νοτιά περπατώντας να μην ξυπνήσεις το σύμπαν των άστρων και τη χλόη της γης στα πουπουλένια μονοπάτια της πάχνης, σιγά για να μην τα πατήσεις και τα κηλιδώσεις. 

Καθώς οι πηγές των αφηγήσεων εντοπίζονται σ’ έναν γνωστό χωροχρόνο και διαδραματίζονται στην μεθόριο και παραμεθόριο της Θεσπρωτίας της Ηπείρου, δεν περιορίζονται μόνο εκεί στο περιθώριο της υπαίθρου, αλλά παίρνουν οικουμενικές διαστάσεις.


Όλα αυτά τα βιώματα πηγάζουν από εθνικές και κοινωνικές τραγωδίες και ο αφηγητής εγγυάται την αυθεντικότητα της προφορικής καταγραφής τους. 



Χρήστος Δούλης (Συγγραφέας)

3)      Σε αυτό το βιβλίο, με τις επτά ιστορίες γυναικών της Ηπείρου, η συγγραφέας σκαλίζει με το μολύβι της ψυχές. Μπαίνει στο μυαλό αυτών των γυναικών και φέρνει στο φως τις ζωές τους. Γυναίκες οι πρωταγωνίστριες, βιώνουν τη σκληρότητα και το άδικο στα έρημα βουνά του τόπου τους. Στην Ήπειρο μιας δύσκολης εποχής. 




ΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ ΒΕΡΙΓΟΥ

Γεννήθηκα Νοέμβρη του 1962 στην Κρήτη. Στο Τζερμιάδων μεγάλωσα, εκεί έμαθα και τα πρώτα γράμματα.  Δεν έγινα δασκάλα όπως ονειρευόμουν. Με κέρδισε η Τουριστική Εκπαίδευση. Ζω και εργάζομαι στην Κέρκυρα. Πιστεύω στην αγάπη. Με γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Μου αρέσει η βροχή. Όχημα μαγείας οι λέξεις, δεν αναρωτιέμαι πια γιατί γράφω. Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο, έτσι και η ανάγκη μου να γράφω. Ακουμπώ στο παρελθόν, όμως η λέξη που με καθορίζει είναι το «Αύριο». Πιστεύω στην αγάπη. Συνηθίζω να κλείνω τα μάτια και να ταξιδεύω. Με γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού.

Αγαπώ τα παιχνίδια και τα ταξίδια της μνήμης.

Αύγουστος με πανσέληνο, δεν είχα πάει ακόμη σχολείο. Όλο το βράδυ καθόμουν στο μπαλκόνι, δίπλα στο χιώτικο γιασεμί και κοίταζα με προσήλωση το γεμάτο φεγγάρι στο λόφο απέναντι, στον Κάστελο. Το ωραιότερο φεγγάρι που έχω δει ν’ ανατέλλει. Μου μιλούσε, ένα κάλεσμα ακριβό, μυστικό και πρωτόγνωρο. Λίγες ώρες αργότερα, είχα φύγει κρυφά,  με πρόθεση  όχι  μόνο να  είμαι πιστή στο ραντεβού, μα και να το ξεκρεμάσω από τον ουρανό, να το έχω για πάντα μαζί μου. Στην αγωνία μου, έφυγα ξυπόλητη. Λίγο πιο μακριά από το σπίτι μας, στο χωματόδρομο, με συνάντησε μια γειτόνισσα και με  γύρισε πίσω. Έκλαιγα. Κανείς δεν πίστευε πως το ίδιο το φεγγάρι μου είχε ψιθυρίσει πως «ήταν το δικό μου Φεγγάρι…».  Τα παράπονα μου τα είπα στο γιασεμί. Κι από τότε, όλο Αύριο, του υπόσχομαι.
Όταν κεντά η μνήμη, τη νοσταλγία και λάμπει ολόφωτη η Δίκτη, τότε πιο πολύ, θυμάμαι, τη γιαγιά μου τη Γαρυφαλλιά, τη θεία Χαρίκλεια την αλαφροΐσκιωτη, τη θεία Δόξα, της σιωπής, την Αντιγόνη τη δασκάλα μου, την καθηγήτρια μου τη Σωσώ, τη μητέρα μου και μια υπόσχεση, εν ονόματι της αγάπης.
«Να νιώθεις τον ήλιο και τον άνεμο πάνω σου, ο λόγος σου να είναι από καρδιάς για να βρίσκει ανοικτή την πόρτα σε άλλη καρδιά και τότε ο δρόμος θα έρθει και θα σε βρει μόνος του», αυτό, μου ευχόταν με συγκίνηση η Γαρυφαλλίτσα.
«Οι χαρές και οι λύπες είναι σαν τη σταυροβελονιά κόρη μου, κάνουν το κέντημα πιο όμορφο κι η καρδιά έχει τους λόγους της, που κρατά μυστικά του νου… » συμβούλευε η  Χαρίκλεια και δεν είχε άδικο, μόνο που χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να την δικαιώσω.
«Κοίτα το φεγγάρι, πόσα λόγια και πόσα παράπονα κρατά, δες φαίνονται οι σκιές, μα σωπαίνει, γι’ αυτό λάμπει», έλεγε η Δόξα κι έπλεκε δαντέλες με ασημένια κρόσσια για τη σιωπή.
Η Αντιγόνη η δασκάλα, επέμενε: «με το λυχναράκι του Αύριο, να φέγγεις στο σήμερα».
Η Σωσώ, η καθηγήτρια, τόνιζε να διαλέγω τις λέξεις. Από τότε, με πολεμούν… Οι λέξεις. Γίνονται όχημα μαγείας, γι’ αυτό και δεν αναρωτιέμαι πια «γιατί γράφω;» Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο μαγικά, έτσι και η ανάγκη μου να γράφω. Ακουμπώ στο παρελθόν, όμως η λέξη που με καθορίζει είναι το «Αύριο…».
Η ευχή μιας μάνας αυστηρής και απόλυτης, κάποιες φορές γίνεται φωνή μυστική και μετά το «πρόσεχε !!», μου υπαγορεύει να αφήνομαι με εμπιστοσύνη, τώρα πια στη ζωή και να ασκούμαι περιμένοντας το καλό.
Καταλαβαίνω πως υπάρχει μέσα μου, μια μικρή τρεμάμενη φλόγα που γνωρίζει τι και πως αισθάνομαι και με οδηγεί σ’ ένα ξέφτι καταγάλανου ουρανού και χαίρομαι, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να νικήσω το φόβο. Αυτή η πρώτη φλόγα του Έρωτα, πάντα χορηγός εν  ονόματι της Αγάπης…
Εξαιρετικά λίγες οι ψυχές, φίλοι, όμως αισθάνομαι πολύ τυχερή γιατί συνοδοιπορούμε μαζί ψάχνοντας μια σπίθα φως. Ανάμεσα τους και τα παιδιά μου, μεγάλη ευλογία να ανοίγω την καρδιά μου σε νέους ανθρώπους.
Οι πειρασμοί δεν θα πάψουν ποτέ να είναι εισβολείς στη ζωή μας,  είτε μέσα από την έλξη της εξουσίας, είτε μέσα από τα καταναλωτικά αγαθά, είτε η εύκολη πρόκληση αναρρίχησης οπουδήποτε γυαλίζει και κάνει εντύπωση. Όλοι οι άλλοι πειρασμοί είναι ασκήσεις. Ασπίδες ναι, φυσικά και έχουμε. Η αυτογνωσία, η αγάπη, η υπομονή, η συνείδηση, η αίσθηση της ευθύνης, η αλληλεγγύη και η ενσυναίσθηση ίσως,  μια ξεχασμένη αρετή.
Η απαξίωση της ζωής προσβάλει την καρδιά, τη σκέψη και την αισθητική μου, με όποιο ερέθισμα και αν φτάνει.
Για να συνεχίσει κανείς τον αγώνα, πρέπει να αγαπά με πάθος τη μέρα και να είναι σε επαγρύπνηση τη νύχτα.
Κάθε μέρα είναι αληθινή η Χαρούλα Βερίγου – Ζωή Δικταίου, σίγουρα τώρα πια στην ωριμότητα με πιο αποτελεσματικές δράσεις, όμως ακόμη ονειρεύομαι και φυσικά δεν θα πάψω ποτέ. Αύριο… η Ζωή , με κόκκινα σαντάλια, από τα μωβ του Λιβυκού, στο φως.
Η ραχοκοκαλιά της ζωής είναι η καλοσύνη
Η Ποίηση, μου θυμίζει την ανάγκη της αρμονίας.
Η Μοίρα είναι προσωπική υπόθεση για τον καθ’ ένα χωριστά, ακόμη και για τους λογοτεχνικούς ήρωες.
Η γραφή λειτουργεί αυτόματα. Πιέζεται η ψυχή και αποτυπώνεται στο χαρτί, καμιά φορά με πολλές μουτζούρες.
Παλιομοδίτισα είμαι και μοναχική. Μου αρέσει η βροχή. Προτιμώ τη μωβ ομπρέλα, μα έχω πάντα και μια κόκκινη, για να  μπορώ να πληγώνω τις άφεγγες νύχτες το σκοτάδι. Από τούτο το πληγωμένο σκοτάδι, με τις σπίθες που μαζεύω γράφω.
Κάπως έτσι ήρθαν στο φως τα παρακάτω βιβλία:

1.    Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα (Διηγήματα)


Γυναίκες Ηπειρώτισσες  σκιορίσματα της φύσης…
Όταν κατεβαίνει παγωμένος o αέρας από τη Μουργκάνα, τον Γράμμο, το Μιτσικέλι, τα Τζουμέρκα, την Πίνδο, θαρρείς  φυσά  για να γυρίσει ακόμη μια φορά σελίδες της μνήμης και της ιστορίας. Πρόκληση και πρόσκληση μιας άλλης ανάγνωσης για να συλλαβίσεις το χρέος, να ψιθυρίσεις και να συμπληρώσεις ονόματα.
Σε τούτη την άγονη φλούδα της γης, καθεμιά γυναίκα του παλιού καιρού, είναι ένας θρύλος, ένα σύμβολο.
Γυναίκες Ηπειρώτισσες, της αντοχής, της υπομονής, της περηφάνιας, της αυτοθυσίας, της τιμής.
Θα τις ανταμώσεις, στα καταράχια και στα ρέματα, στις βρύσες, στις ρούγες, στα ρόγκια ζαλωμένες ξύλα ή και με τη σαρμανίτσα στην πλάτη καμιά φορά.
Θα τις αναγνωρίσεις από την πυρωμένη ψυχή, αυτή που κρατούν απαράδοτη στα δόντια και δεν θα τις αστοχήσεις ποτέ. Μέσα σου, θα καίει και θα φέγγει το βλέμμα τους.
Γυναίκα Ηπειρώτισσα, της άγρυπνης πάλης…
Για εσένα, με ευγνωμοσύνη τούτη η ταπεινή κατάθεση της δικής μου ψυχής.



2.      Μια κούρσα για τη Χαριγένεια (Μυθιστόρημα)


Η κοινωνία ποτέ δεν τους χωράει όλους, γι’ αυτό  έχει δημιουργήσει το περιθώριο, για να στέλνει κάποιους εκεί. Όμως, τυχαίνει καμιά φορά κι αυτό το περιθώριο σημαίνει ό,τι και η κορνίζα στις φωτογραφίες των αγαπημένων μας. Συμβαίνει, επειδή η φύση της αγάπης μπορεί να κρύβεται οπουδήποτε, ακόμη κι εκεί.
Τη δεκαετία του εβδομήντα, η Χαριγένεια, έρχεται από το πουθενά κι από το περιθώριο και εγκαθίσταται με τη μητέρα και τα δυο της παιδιά στην Κρήτη. Την παρουσία της στη γειτονιά αντιλαμβάνονται πρώτα δυο μάτια καθαρά, της μικρής  Ζωής. Μέσα από το βλέμμα και την αισθητική του παιδιού, έτσι όπως μεγαλώνει και εξελίσσεται στο χρόνο, καταγράφεται η διαδρομή της ζωής αυτής της γυναίκας και των ανθρώπων που συναναστρέφεται σε κωμικοτραγικές ή και ακραία τραγικές καταστάσεις.
Η Χαριγένεια θα ζήσει τα πάντα, από ένα «αθώο» χαστούκι μέχρι τη βαριά σωματική βία, αλλά και τον έρωτα. Με αντάλλαγμα τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της και με όρκο σιωπής, (στη διάρκεια της χούντας) θα ανταποκριθεί σε μια απρόσμενη πρόταση. Το τίμημα ακριβό. Ένα μενταγιόν, τα όνειρα και το τυχαίο θα καθορίσουν  τη σχέση ανάμεσα στη Ζωή και στη Χαριγένεια στα σαράντα χρόνια που θα ακολουθήσουν μετά τον Ιούλιο του 1974.
Όταν θέλει η ζωή να σε λυτρώσει, σου ανοίγει την πόρτα σε  έναν καινούριο παράδεισο, εκεί που το αχ του έρωντα  ξοδεύεται στη μνήμη του νερού, για να κυλάει ο Αχέροντας με τον καιρό της αγάπης, όταν το τέλος έρχεται απλά και ανώδυνα προοικονομημένο από τη φύση.
Έγραψαν για το βιβλίο

 Η μεγάλη κυρία της λογοτεχνίας Αλκυόνη Παπαδάκη: 
Ένα αξιόλογο βιβλίο γεμάτο αισθήματα και εικόνες ζωντανές, σαν πίνακες ζωγραφικής. Σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, σου αποκαλύπτει βαθιά κρυμμένες πτυχές της ψυχής.

Η εκδότρια Εύη Βουλγαράκη:
Έχει ψυχή το βιβλίο αυτό, χάρηκα και τους ήρωες και την πλοκή. Η αγνότητα της πολύ ταλαιπωρημένης βασικής ηρωίδας, που γι' αλλού ξεκίνησε κι αλλιώς της τα έφερε η ζωή, αναγκάζοντάς την να γίνει πόρνη είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η μικρή κοινότητα με τις αντιφάσεις της περιγράφεται επίσης έξοχα. Οι χαρακτήρες εξελίσσονται όπως συμβαίνει στην πραγματική λογοτεχνία. Το μυθιστόρημα είναι πολύ ανθρώπινο, και όπως λέει ο Τάσος, "σου αφήνει στην ψυχή μια γεύση από πικρό μέλι".
Σκέφτομαι τους αυριανούς μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας των τελών του 20ού και του 21ου και αναλογίζομαι τι χάος έχουν να αντιμετωπίσουν, ανάμεσα σε βιβλία και βιβλία, λογοτεχνήματα και παραλογοτεχνήματα, μηχανισμούς προβολής και επιβολής. Ειλικρινά χαώνομαι. Αν είναι να συμβάλλει κανείς κάτι να προσεχθεί, πρέπει να το κάνει, και νομίζω ότι το βιβλίο της Βερίγου αξίζει να προσεχθεί, είναι μια τίμια, φιλότιμη και πρωτότυπη δημιουργία, που βασίζεται στη ζωή και όχι στη λογοκλοπή και στην αντιγραφή μοντέλων γραφής.

Ο Ι.Ν. Περυσινάκης
Καθηγητής ομότιμος αρχαίας ελληνικής φιλολογίας


Χαριγένεια σημαίνει κατά λέξη αυτή που έγινε με χάρη, που η γενιά της έχει χάρη. Περιέργως, τυχαία ή σκόπιμα δεν γνωρίζω, είναι ένα όνομα που προσιδιάζει (εκτός από την ίδια την συγγραφέα) σε ηρωίδες ερωτικών μυθιστορημάτων της αρχαιότητας (Χαρίκλεια, η ηρωίδα στα Αθιοπικά του Ηλιοδώρου, Χαρίτων ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Τ περ Χαιρέαν κα Καλλιρρόην, κ.ά.). Στο μυθιστόρημα υπάρχουν και άλλοι ήρωες με αρχαία ονόματα, όχι από αρχαιοπληξία, αλλά εξαιτίας της σημασίας τους: είναι όπως λέμε “όνομα επώνυμο” (nomen omen): Αριστόθεος, Μελάνθη, Χαριάννα, Σεμέλη κ.ά. Μια κούρσα μπορεί να σημαίνει ‘ένα αυτοκίνητο δώρο’ (381), ‘μια βόλτα, ένα ταξίδι με κούρσα’ (240, 385), ‘μία κούρσα η αντιμετώπιση κάποιου θέματος’ (240), ‘μία κούρσα η πορεία της ζωής’ (405, και μάλιστα σε συνδυασμό με το νερό του ποταμού που δεν γυρίζει πίσω). Όλες οι σημασίες περιέχονται στο βιβλίο, η πρώτη λανθάνουσα. Επικρατέστερη όμως είναι η τελευταία. Είναι μία μυθιστορία του τύπου «Βίος και πολιτεία».
Πρόκειται για την ζωή της Χαριγένειας με την μητέρα της, Τζιβαγιέρας, αρχικά και τις δύο κόρες της, Ανδρομάχη και Ανεζώ. Όμως το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνεται από έναν μοντέρνο σύγχρονο μύθο: ο Παύλος και η Σεμέλη είναι ένα πλούσιο αγαπημένο και ευτυχισμένο ζευγάρι στο Ηράκλειο, αλλά δεν έχουν αποκτήσει παιδί. Η Σεμέλη τελικά παρακινεί τον Παύλο να κάμει ένα παιδί με ξένη γυναίκα, με τη συμφωνία πως μόλις γεννηθεί θα γίνει δικό τους παιδί, χωρίς ποτέ να επιδιώξει να την βρεί η φυσική της μητέρα (είναι τελικά κορίτσι, Χαριάννα), έναντι μεγάλης αμοιβής που θα επιτρέπει στη φυσική μητέρα να ζήσει άνετα τη ζωή της, αυτή και οι δύο άλλες κόρες της. Η Χαριγένεια (δηλ. η συγγραφέας), με πολλή ανθρωπιά και φιλοσοφημένη σκέψη, αντιμετωπίζει τα θέματα ηθικής που θέτουν οι σύγχρονες αυτές μορφές της ζωής. Και, μετά από έντονο προβληματισμό, δέχεται τελικά να κυοφορήσει το παιδί του Παύλου και της Σεμέλης- με έντονη τρυφερότητα για τον Παύλο και το κυοφορούμενο μωρό, ακόμη και με ερωτικά συναισθήματα λανθάνοντα (“Χαριγένεια, μήπως να κάμεις την τιμή στον εαυτό σου και να γίνεις τελικά το στοίχημα της ελπίδας του; [του Παύλου] μονολόγησε” η ίδια, 121). Δεν μαθαίνουμε όμως ποτέ γιατί ο Παύλος επέλεξε την Χαριγένεια και όχι άλλη γυναίκα. Εδώ το μυθιστόρημα στερείται “το εικός και αναγκαίο” της πλοκής του έργου. Πάντως ο Παύλος φαίνεται να γνωρίζει την ιστορία της Χαριγένειας (165, 168).
Η αλήθεια είναι ότι ένας τέτοιος μύθος έχει επινοηθεί και σε άλλο ανάλογο μυθιστόρημα. Ένα πλούσιο ζευγάρι στην Αθήνα, δεν έχουν παιδί γιατί ο σύζυγος είναι ομοφιλόφιλος. Συμφωνούν να συγκατοικήσει η σύζυγος για κάποιο διάστημα όσο είναι αναγκαίο με έναν άνδρα ωραίο και αθλητικό, έναντι μιας γενναίας αμοιβής. Καρπός των επαφών αυτών είναι ένα αγόρι, το οποίο και εκείνος έχει αναλάβει την υποχρέωση να μην τον συναντήσει ποτέ. Όπως και Χαριάννα έχει σπουδάσει και αυτός Καλές Τέχνες.

Οι διάλογοι των ηρώων, ή οι μονόλογοι της Χαριγένειας (αλλά και της μητέρας της), είναι γραμμένοι με ανεξάντλητη τρυφερότητα και αισθαντικότητα και σοφία. Τεχνικά μέσα που υποστηρίζουν την πλοκή και την αφήγηση είναι η κουρούνα, ο κισσός και η μηλιά. Ωσάν αρχαία χορικά σχολιάζουν τα συμβαίνοντα και τα θέτουν σε αδιαμφισβήτητη τροχιά. Τα όνειρα ή και ορματισμοί λειτουργούν όπως οι χρησμοί στην αρχαία τραγωδία. Η πλοκή όμως εξυπηρετείται κυρίως από τους αλαφροΐσκιωτους ήρωες, την Ζωή και την Χαριγένεια. Αυτό, βέβαια, στερεί το έργο από ρεαλισμό, δηλ. από την “κατά το εικός ή αναγκαίο” πλοκή του- παρόλο που οι ήρωες φυσικά αποφασίζουν για τις πράξεις τους. Και είναι τραγική ειρωνεία ότι η Καλλιόπη, η μητέρα της Ζωής, βεβαιώνει την Χαριγένεια και εμάς, ότι η Ζωή, αυτό το αλαφοΐσκιωτο παιδί, είναι αδύνατο να ήξερε ότιδήποτε για το κυοφορούμενο παιδί και για τον (υποτιθέμενο) χαμό του (375): αυτή κυρίως είναι που γνωρίζει τα πάντα για το κυοφορούμενο, που και στη βάφτισή του παραβρέθηκε και αυτή φώναξε το όνομα για το μωρό, Χαριάννα (339). Όπως και το είχε ανεξάρτητα ονοματίσει και η ίδια η μητέρα της (268, 337). Την ύστατη ώρα η Καλλιόπη ομολογεί ανακουφισμένη: “ώστε ήξερες, τα ήξερες όλα, σουσουράδα, ε σουσουράδα!” (386).
Αυτό υπογραμμίζει ότι ο κυρίαρχος κόσμος του μυθιστορήματος είναι ο κόσμος των αλαφροΐσκιωτων· το ίδιο το μυθιστόρημα κινείται στον κόσμο των αλαφροΐσκιωτων. Όταν ο μυστηριώδης νέος παραδίδει στο χέρι της Ζωής το μικρό υφασμάτινο πουγκί που περιέχει το μενταγιόν της Χαριγένειας, η Ζωή αναφωνεί: “Μα δεν μπορεί! Είναι δυνατόν; Αποκλείεται, αποκλείεται. Πώς γίνεται; Τι παιγνίδι είναι αυτό;” (394). Τα λόγια αυτά είναι μία εξαίρετη αυτο-αναφορά στην συγγραφέα και σφραγίζουν την πλοκή του έργου σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, στο επίπεδο του αλαφροΐσκιωτου. Οι ήρωες αυτοί ενεργούν ψυχόρμητα, με βάση τα συναισθήματά τους και την σκέψη τους, όμως όλες οι ενέργειες μεταλλάσσονται συντονισμένα σε αυτό το μεταφυσικό επίπεδο. Από την άλλη, υπάρχει ο παράλληλος σκληρός κόσμος της πραγματικότητας, η σκληρή τοπική κοινωνία, με τα κουτσομπολιά και τον φθόνο, και τα πάθη της ηρωίδας, τα οποία όμως δεν μπορούν να βλάψουν τελικά τη Χαριγένεια, ωσάν να εξοστρακίζονται από την καλοσύνη και την αγάπη, και την διαίσθηση που διατρέχει όλο το έργο: “όταν όλοι κοιμούνται, τυχαίνει και μένει ξάγρυπνη η ψυχή ενός μόνου παιδιού για να είναι μάρτυρας της αλήθειας” (341-2). Είναι η αγάπη και η καλοσύνη της ίδιας της ψυχής της συγγραφέως.
Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία τους, αλλά βάζει τους ήρωές της να διαλέγονται μεταξύ τους. Η Ζωή σχολιάζει από την αρχή τα γεγονότα στο ημερολόγιό της, σε μία παράλληλη πορεία ωσάν από άλλη διάσταση. Επικοινωνεί με τρόπο μυστικό με την Χαριγένεια, ιδιαίτερα κατά την κυοφορία και την κύηση της Χαριάννας, και έχει έτσι το προνόμιο να μοιράζεται τη γνώση του “παντογνώστη συγγραφέα”, ειδικά ως προς την πορεία της Χαριγένειας: σχεδόν ταυτίζεται με την συγγραφέα. Στα τελευταία κεφάλαια η ταύτιση γίνεται με προσωπικά στοιχεία από τη ζωή της συγγραφέως και αυτή κινεί την πλοκή του μυθιστορήματος στο τέλος του. Η Ζωή έβαλε τα ακουστικά του κινητού στα αυτιά της ετοιμοθάνατης μητέρας της να ακούσει ένα τραγούδι: “μελοποιημένοι στίχοι της” (της συγγραφέως) λέγει (387). Ο Αχέροντας, η Αμμουδιά, οι Φιλιάτες, η Κέρκυρα είναι στοιχεία της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής της συγγραφέως με τον σύζυγό της (τον Ξένο τον Έλληνα, 390, 407).

Το όνειρο που βλέπει ξανά και ξανά από την ημέρα της επιστράτευσης, όπως λέγει η ίδια η Χαριγένεια, με τα θέματα από τα οποία αποτελείται, συνδέει τα επεισόδια του μυθιστορήματος. Η φράση μιας μυστηριώδους γυνακείας μορφής, με την οποία αρχίζει: “Φως στο φως, έτσι γράφεται η αρχή αυτού του τέλους” (327, 399, 408), με έναν τρόπο επιβλητικό και επιτακτικό υπενθυμίζει “τον ίσκιο μιας γυναίκας” στην “Σαπφώ” στο ιταλικό σχεδίασμα του Σολωμού.[1] Το όνειρο περιλαμβάνει το περίφημο μενταγιόν που αλλάσσοντας χέρια (από την Χαριγένεια στην Ζωή, και πάλι στην Χαριγένεια, και πάλι στην Ζωή, που για δεύτερη φορά το δίδει πάλι στην Χαριγένεια), σαν σημείο αναγνώρισης σε παραλογή δημοτικού τραγουδιού, με την μαγική του δύναμη επικυρώνει την εξέλιξη και πλοκή του έργου και σφραγίζει το τέλος του. Στο όνειρο επίσης περιέχεται η σιβυλλική φράση “Μη Καλλιόπη, εμείς μαζί θα περάσουμε τον ποταμό από τη γέφυρα, με κούρσα”, μία φράση που αναφέρεται στον θάνατο της Καλλιόπης του μυθιστορήματος, αλλά και της μητέρας της συγγραφέως, και της Χαριγένειας, και ενοποιεί το μυθιστόρημα και τα βάσανα της ηρωίδας. Ενώνει τα δύο νήματα του μυθιστορήματος την Χαριγένεια και την περιπετειώδη ζωή της με την Χαριάννα, αλλά και με την Καλλιόπη και τη Ζωή ως ήρωες του έργου, αλλά και πρόσωπα της πραγματικής ζωής της συγγραφέως. Ο Αριστόθεος, ο ευγενής και διακριτικός σύζυγος της Καλλιόπης (374), ευρίσκεται στη θέση του πατέρα της, και η γιαγιά Αικατερίνη στη θέση της γιαγιάς της. Η λύση του μυθιστορήματος είναι η εκφώνηση του ονόματος “Χαριάννα Μαραϊχά” (381) από την Ζωή στην μητέρα της, που αποτελεί μία εξαίρετη ‘αναγνώριση’ αρχαίας τραγωδίας, και η μεγαλειώδης τελετουργική σκηνή στον Αχέροντα στο τελευταίο κεφάλαιο.
Το βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη της μητέρας της Καλλιόπης “και στις ιέρειες των δακρύων, γυναίκες θύματα βίας της κοινωνίας”. Η σπαρακτική φωνή της αθώας Ανεζώς, που έπεσε θύμα βιασμού, “με πόνεσε, με πόνεσε, με πόνεσε” (279, 285), σαν στίχος χορικού τραγωδίας, είναι η καταδίκη της κοινωνίας της βίας- και άλλη μία πτυχή του σκληρού κόσμου στον οποίο κινούνται οι ήρωες.
Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε το λεπτό χιούμορ και την πολιτική θέση που εκφράζει η συγγραφέας. Όταν άκουσε τον ιερέα να λέει ότι η νεοφερμένη Χαριγένεια είχε επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά και μάλιστα χωρίς αιδώ, ο δικαστικός κλητήρας επαύξησε “εδώ, εδώ μάλιστα, όπως τα λες παπά μου, εδώ πληρώνονται όλα” (74), που είχε μαύρα μεσάνυχτα για την αιδώ του παπά και την πέρασε για το επίρρημα. Καθώς και παρετυμολογική ερμηνεία της φράσης “με αυτό το πλευρό να κοιμάσαι”, για τον Αδάμ και την Εύα (370). Παρενέβαλε με εκτίμηση την μνημειώδη παράσταση στο “Αθήναιον” το “Μεγάλο μας τσίρκο” της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου με τον Νίκο Ξυλούρη (166-7) την περίοδο της Χούντας. Πολιτικές συμπεριφορές στην τοπική κοινωνία επί Χούντας, όπως οι συζητήσεις του Γιάννη του μανάβη, και η δολοφονία με λοστό του φωτισμένου Μέλιου από τον Γιακουμή και τον Βλάντη (185).
Επαναλήψεις σε μία κλίμακα είναι αγαπημένη τεχνική που δίδει έμφαση στην περιγραφή και στις ιδέες (137, 242, 325-6). Επίσης, επίλεκτες μαντινάδες προσθέτουν ψηφίδες και αναδεικνύουν την αφήγηση. Φαίνεται πως η συγγραφέας έχει μεταφυσική σχέση με το αύριο, όχι μόνο σε αυτό το βιβλίο: “Όταν μια μόνο αχτίδα σου αναγγέλλει συλλαβιστά Έρ-χε-ται Αύ-ρι-ο” (197)· “αύριο, στον καιρό της αγάπης” (362, 408)· “αύριο θα περάσουν όλα, αύριο θα δεις, θα είναι όλα παρελθόν” (386· πβ. επίσης 267, 268, 328, 352). Τέλος, φαίνεται πως υπάρχει μία αλαφροϊσκιωτη ακόμη σχέση ανάμεσα στο μυθιστόρημα και τις εκδόσεις Φίλντισι: το μενταγιόν έχει έξι φιλντισένια πέταλα γύρω γύρω, αλλά τρυφερή σχέση υπάρχει και με άλλα φιλντισένια σκεύη του σπιτιού της Χαριγένειας.


3.      Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο (Μυθιστόρημα)



Η ελληνική κοινωνία έχει να θυμάται πολλές τραγικές περιπτώσεις σαν αυτή της ηρωίδας του βιβλίου, της Ζωής. Το ‘τι θα πει ο κόσμος’ και ‘αυτό είναι για το καλό σου και το ξέρω μόνο εγώ’ ταλαιπώρησαν γενιές. Ο έρωτας κρίθηκε διακοσμητικός και ενδιαφέρον μόνο ως ανάγνωσμα, όχι σαν στάση ζωής.
Κι αν σταθείς τυχερός και τον συναντήσεις στη ζωή σου, οφείλεις να τον προσπεράσεις… Αυτό επέβαλλαν οι κανόνες, όχι πολλές δεκαετίες πριν.
Έρωτας γητευτής δίνει νόημα στη Ζωή, αποπνέοντας ένα ιδιαίτερο πνευματικό άρωμα, γι’ αυτό και του αφήνεται με εμπιστοσύνη. Μαθαίνει να ονειρεύεται και μεταμορφώνεται απολαμβάνοντας τη μουσική και τη ζωγραφική. Ξυπνά από την άφεγγη νύχτα και κλείνει ξανά, ραντεβού με το φως στα μάτια του.  
Στα μάτια του Αλέξανδρου, τα γεμάτα μελαγχολία και μυστήριο, όλα είναι ξεκάθαρα. Τα δικά της, συχνά σκοτεινιάζουν από φόβο κι ας ακούει, την ίδια κάθε φορά υπόσχεση, «Αύριο νυχτώνει φθινόπωρο».

Η εξαιρετική ελευθερία που αντλεί από τον Έρωτα θα την οδηγήσει στη σύγκρουση με το οικογενειακό περιβάλλον. Για τη Ζωή, είναι δεδομένο πως η ικανότητα της ανθρώπινης φύσης να αλλάζει και να εξελίσσεται, είναι ατελής χωρίς τον Έρωτα, την Τέχνη και την Αγάπη.
Για τη μητέρα της πάλι, ακριβώς το αντίθετο, «χρειάζεσαι έναν άνθρωπο οικονομικά εύρωστο και διασφαλίζεις τα πάντα» συνηθίζει να λέει. Ο θείος και ο εξάδελφος Αντώνης, έχουν εντολή να την «προστατεύουν», φυσικά αστυνομεύοντας τις κινήσεις της. Άνθρωποι γεμάτοι εγωισμό, καχυποψία, εκδικητικότητα. Είναι εκείνοι που θα επιβεβαιώσουν την πραγματικότητα του κακού, όταν τυφλωμένοι από μίσος, δεν θα διστάσουν να παραδώσουν στις φλόγες το ατελιέ του Αλέξανδρου και να χτυπήσουν ανελέητα τον ίδιο.
Η πλοκή εξελίσσεται μέσα από έντονη συναισθηματική φόρτιση, με ακραίες σκηνές οικογενειακής βίας. Θα ζήσουν όμως και οι δυο τους, στιγμές πρωτοφανείς, σε μια εξιδανικευμένη ερωτική συνάντηση, εκεί που ο ενθουσιασμός και η περηφάνια συναντιούνται με το ήθος και την ψυχική ολοκλήρωση.
Η συνείδηση  θα φέρει μεγαλύτερο πόνο από τον ίδιο τον όλεθρο και την απώλεια  στη Ζωή. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, θα γλιτώσει από το αρρωστημένο οικογενειακό περιβάλλον.
Στην καρδιά της, που δεν περιορίζεται από τον ανθρώπινο παράγοντα και το χρόνο, θα κρατήσει οικεία την εικόνα του με σεβασμό.

Έγραψε για το βιβλίο η κυρία Φανή Τσιαντίκου – Κωνσταντάκου,
Εκπαιδευτικός, Ποιήτρια: Γιατί υπάρχουν και οι κορυφαίοι, οι αξεπέραστοι έρωτες που μπορεί κανείς να ζήσει μόνο μια φορά. Έρωτες που αφήνουν ανεκπλήρωτα τα πιο μεγάλα «θέλω», που σημαδεύουν με τον τρόπο που μόνο ένας Έρωτας μπορεί. Ο λυρισμός μπορεί να ανθίζει ακόμα και στο βράχο της στεγνής από συναίσθημα εποχής μας. Ωδή στον Έρωτα που μπορεί να μας συντροφεύει… Αύριο.



4.      Ιστορίες για φεγγάρια, (παιδική λογοτεχνία)

Αφήνεις το βλέμμα να γυρίσει πίσω, εκεί που ακόμη οι ψυχές φορούν το πανωφόρι της αθωότητας και λένε ιστορίες. Πόσο απλά, με τη μυρωδιά της νοτισμένης γης κάνεις ταξίδια πίσω απ’ το χρόνο στον καιρό της αγάπης. Αναπολείς μ’ ένα συναίσθημα θολό, μα γνωρίζοντας πως τίποτα δεν σε χωρίζει από το φως.
Χρώματα και φαντασία, ακόμη και στην ουρά ενός κομήτη μ’ ένα ποδήλατο, στα ίδια μέρη, στις ίδιες διαδρομές, εκεί που τρέχουν τα όνειρα.
Γράφεις, φυσάει αεράκι δροσερό, τόσο όσο χρειάζεται για να γέρνει η καρδιά σε μια θύμηση, σε μια σκέψη, για να ανοίγει το παράθυρο της νοσταλγίας, για να αγιάζουν οι στιγμές από το σημειωματάριο της μνήμης.

Τελικά!
Αγαπώ τις λέξεις…
Οι λέξεις μόνο δεν θα με προδώσουν
Τώρα πια φορώ τη Ζωή από την καλή και την προσέχω, και την πάω και με πάει και να δεις… 
Μου πάει τελικά.
Δημοσιευμένα ποιήματα και διηγήματα με το ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου.
Δισκογραφική συνεργασία με Γιάννη Νικολάου, Νίκο Ανδρουλάκη και Γιώργη Κοντογιάννη.

Αύριο εν ονόματι της αγάπης
Αύριο στο φως
Κέρκυρα 21 Απριλίου 2018
Από καρδιάς
Χαρούλα Βερίγου ( Ζωή Δικταίου 


[1] Λίνου Πολίτη, Διονυσίου Σολωμού, Άπαντα, τόμος δεύτερος, Παράρτημα, Ιταλικά (ποιήματα και πεζά) Μετάφραση, β έκδοση Ίκαρος, Αθήνα 1969) σ. 103. 



        

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ Το Malia Beach στο όμιλο Alltour- Ξενοδοχειακές επενδύσεις - Ποιοτική διαμονή σε ξενοδοχείο ............. ............. .............
ΠΡΟΣΩΠΑ Για τη Χαρούλα Βερίγου (Ζωή Δικταίου)- Νέο τραγούδι Ελευθερία ή θάνατος - Σοφία Μανουσάκη ............. ............. .............

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ