Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Ενα μοναδικό αφιέρωμα απο την Βενετική Σητεία του 13ου αιώνα έως και σήμερα

Ευγενείς και Cittadini στην κοινότητα της βενετικής Σητείας


Ένα από τα κυρίαρχα γνωρίσματα του μακραίωνου πολιτικοκοινωνικού συστή­ματος της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας αποτέλεσε η συγκρότηση της προνομιούχου ανώτερης τάξης σε κοινοτικά σώματα, «συμβούλια κοινοτήτων», γεγονός που είχε καθοριστική σημασία για την οργάνωση και τις λειτουργίες των κοινωνιών στη βενετική επικράτεια. Χάρη στον βαρυσήμαντο ρόλο που διαδραμάτισαν από τον 13ο έως τον 18ο αιώνα, τα συλλογικά αυτά όργανα έχουν απασχολήσει τη διεθνή κοινότητα των ιστορικών, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη πλούσιας συλλογιστικής και την εκπόνηση πολυάριθμων μελετών γύρω από το κοινοτικό γίγνεσθαι. 


Συστηματικές έρευνες έφεραν στο φως μαρτυρίες για πολλαπλά επίπεδα του κοινοτικού θεσμού, με σημαντικότερα τη δυ­­­ναμική της συγκρότησης των συμβουλίων, την πολιτική και κοινωνική τους υπό­­σταση, την ιδεολογία τους, τις συμμαχίες, τους ανταγωνισμούς και την κοινωνική επιρροή των μελών τους. Εύλογα, στο κέντρο των επιστημονικών ενδιαφερόντων έχει τεθεί από δεκαετίες το Μείζον Συμβούλιο της Βενετίας, που από τα τέλη του 13ου αιώνα είχε εξασφαλίσει κομβική θέση στον πολιτικό και κοινωνικό χάρτη του βενετικού κράτους. Εκφραστής της κυρίαρχης πολιτικής κοσμοθεωρίας και βασικός συμπαραστάτης της κεντρικής εξουσίας για την υλοποίηση του κυβερνητικού έργου, ο εμβληματικός αυτός κοινοτικός σχημα­τισμός, με την αυστηρά αριστοκρατική του οργάνωση και την αυξανόμενη πολιτικοκοινωνική ισχύ του, σημάδεψε την ιστορική διαδρομή της πόλης των δόγηδων, ενώ σε γενικές γραμμές υπήρξε και το πρότυπο για τη συγκρότηση αντίστοιχων επίσημων συσσωματώσεων στα εδάφη της βενετικής περιφέρειας.


Αντικείμενο ιστοριογραφικών προσεγγίσεων έχει αποτελέσει και η κοινωνική φυσιογνωμία και ο ρόλος των κοινοτικών οργάνων της ανώτερης τάξης σε πολλές βενετικές περιοχές του ελλαδικού χώρου, την Κύπρο, την Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, τα Κύθηρα, την Πελοπόννησο, με το ενδιαφέρον των μελετητών να έχει στραφεί και στην περίπτωση των αντίστοιχων συλλογικών σωμάτων στην Κρήτη κατά τη μακρά περίοδο της υπαγωγής του νησιού στη σημαία του Αγίου Μάρκου. Συνθετικές μελέτες και δημοσιευμένες αρχειακές πηγές έχουν συμβάλει στη διεύρυνση των γνώσεών μας για τα συμβούλια στις πόλεις της μεγαλο­νήσου, την κοινωνική σύνθεση, τον πολιτικό ρόλο και την εξέλιξή τους, ενώ οι έρευνες προς το παρόν έχουν προχωρήσει περισσότερο για την κοινοτική πραγματικότητα του Ρεθύμνου και δευτερευόντως για εκείνη του Χάνδακα και των Χανίων.
Αδιαμφισβήτητη είναι η ιστορική παρουσία κοινοτικού σώματος και στη Σητεία, το υποτυπώδες αστικό μόρφωμα στην ανατολική πλευρά του νησιού. 


Σε σχέση με τις υπόλοιπες κρητικές περιοχές, η Σητειακή περιφέρεια  είχε περισσότερα άγονα εδάφη, μικρότερη σιτοπαραγωγή, περιορισμένη ναυ­τιλιακή και εμπορική κίνηση, που, εκτός των άλλων, συνδεόταν με τις χρόνιες δυσχέρειες του λιμανιού, ενώ, επίσης, αντιμετώπιζε και φλέγοντα προβλήματα στον τομέα της άμυνας, ιδίως από τον 16ο αιώνα, όταν η οθωμανική απειλή εντεινόταν ολοένα και περισσότερο για το νησί. Ορόσημο στην ιστορία της περιοχής αποτελεί η οθωμανική εισβολή στα 1538, που, με επικεφαλής τον Χαϊρεδίν Μπαρμπαρόσσα, προκάλεσε εκτεταμένες, ανεπανόρθωτες καταστρο­φές στην πόλη και την ενδοχώρα της. 





Μεταξύ των σοβαρότερων συνεπειών της επιδρομής ήταν το γεγονός ότι έκτοτε η Σητεία παρέμεινε ουσιαστικά ανοχύρωτη, καθώς οι πολιτικές προσπάθειες που σημειώνονταν για τη βελτίω­ση του φρουρίου της, ήταν σποραδικές και, ως εκ τούτου, αναποτελεσματικές. Κάτω από τις δυσμενείς αυτές συνθήκες, ολόκληρη η περιφέρεια της Σητείας υστερούσε κατά πολύ, δημογραφικά, από τα άλλα διοικητικά διαμερίσματα του νησιού. Ενδεικτικά, όπως προκύπτει από την απογραφή του Πέτρου Καστρο­φύλακα, στα τέλη του 16ου αιώνα (1583) είχε περίπου 22.000 κατοίκους, τη στιγμή που η περιοχή του Ρεθύμνου και των Χανίων είχαν διπλάσιο και πλέον πληθυσμό, ενώ εκείνη του Χάνδακα σχεδόν τετραπλάσιο.



Αντίστοιχα ισχνός προβάλλει και ο πληθυσμός της Σητείας, που με 1.400 κατοίκους, κατά προ­σέγγιση, ήταν περισσότερο μια πολίχνη, διακριτή ανάμεσα στους οικισμούς του αγροτικού περίγυρου, παρά ένα οικιστικό σύνολο με ποικίλες και έντονες αστι­κές λειτουργίες. Την ίδια περίοδο το Ρέθυμνο είχε περί τους 5.000 κατοίκους
τα Χανιά 6.500, ενώ ο Χάνδακας, το πολιτικό και οικονομικό κέντρο όλου του νησιού, διέθετε αξιοσημείωτη πληθυσμιακή ευρωστία, αποτελώντας, με 16.000 κατοίκους, μια μεγαλούπολη για τα δημογραφικά δεδομένα της εποχής. 




Εντούτοις, ελλείψει εύρωστης αστικής εγκατάστασης στην ανατολική εσχα­τιά του νησιού, η Σητεία συνιστούσε κέντρο των πολιτικών, κοινωνικών και εκκλησιαστικών εξουσιών της περιοχής, ως έδρα βενετού ρέκτορα, δηλαδή τοπικού ­­­κυβερνήτη, λατίνου επισκόπου  αλλά και συμβουλίου της κοινωνικά κυρίαρχης τάξης. Από πολιτικής πλευράς, όπως σε όλη τη βενετική επικρά­τεια, η παρουσία του κοινοτικού μορφώματος ήταν απολύτως αναγκαία, αφού ως ενδιάμεσος, προνομιούχος σχηματισμός μεταξύ ηγεσίας και πληθυσμού, καλούνταν ­­να συμβάλει αποφασιστικά στην εφαρμογή του εκάστοτε κυβερνητι­κού προγράμματος στην περιοχή. Κατά τα ισχύοντα στα υπόλοιπα συλλογικά όργανα της ιθύνουσας τάξης στο νησί, παραδοσιακό δικαίωμα συμμετοχής στο συμβούλιο, τηmagnifica comunità ή università της Σητείας, είχαν τα μέλη της τοπικής αριστοκρατίας. 


Συγκριτικά όμως με τους πολυπληθείς ευγενείς των άλλων κρητικών διοικητικών διαμερισμάτων, ο αριθμός των τιτλούχων της Σητείας κυμαινόταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, γεγονός με αποφασιστική σημασία για τις αλλαγές που επρόκειτο να σημειωθούν στο κοινωνικό οικοδό­μημα και το κοινοτικό σώμα της περιοχής περί τα τέλη του 16ου και κυρίως τον 17ο αιώνα. Από τις σποραδικές επίσημες μαρτυρίες που έχουν διασωθεί, προκύπτει ότι τα μέλη της τοπικής άρχουσας τάξης δεν υπερέβαιναν τα 100 συγκεκριμένα, το 1574 ανέρχονταν σε 569 και το 1584 σε 64.10 Στη διαμόρφω­ση ανάλογης εικόνας συμβάλλουν πληροφορίες από την απογραφή του Antonio Trivisan για τις οικογένειες των βενετών ευγενών, των κατόχων, δηλαδή, του ιεραρχικά ανώτερου τίτλου ευγένειας, στην περιοχή της Σητείας κατά τα μέσα του 17ου αιώνα. 


Αναφέρονται μόλις πέντε τέτοιοι αριστοκρατικοί οίκοι.

Των Corner/Cornaro,  Balbi,  Demezzo,  Benedetti  Querini.

Για τον Χάνδακα καταγράφονται 32 οικογένειες βενετών ευγενών, για τα Χανιά 27 και για το Ρέθυμνο 18. 


Παρά την απουσία ειδικής μελέτης για το συμβούλιο της Σητειακής ανώτε­ρης τάξης, η επικρατούσα άποψη είναι ότι είχε περιορισμένες αρμοδιότητες και ότι εν πολλοίς ήταν εξαρτημένο από το ισχυρό αριστοκρατικό σώμα που έδρευε  στην κρητική πρωτεύουσα, τον Χάνδακα. Ωστόσο, μένει να φωτιστούν πολλές πτυχές της ιστορίας του κοινοτικού οργάνου, όπως η ακριβής κοινωνική σύνθε­σή του στην πορεία του χρόνου και ο ρόλος του στην τοπική ζωή. Η αποσπα­σματική εικόνα του στη σύγχρονη ιστοριογραφία μπορεί σε μεγάλο βαθμό να αποδοθεί στα κενά των μέχρι σήμερα γνωστών τεκμηριωτικών δεδομένων. Με τους όρους αυτούς, ο εντοπισμός άγνωστων στοιχείων σε επίσημες βενετικές πηγές της όψιμης περιόδου αποτελεί ευτυχή συγκυρία, αφού οι νέες μαρτυρίες, αν και είναι ελλειπτικές, μας προσφέρουν τη δυνατότητα, σε συνδυασμό με πληροφορίες από την υφιστάμενη βιβλιογραφία και τη δημοσιευμένη αρχειακή ύλη, να προσεγγίσουμε πιο συστηματικά ποικίλες πλευρές της κοινοτικής δυ­ναμικής, όπως είναι η εξέλιξη της κοινωνικής ταυτότητας και των πολιτικών γνωρισμάτων του συμβουλίου, οι ιδιαιτερότητές του στο κοινοτικό σύστημα του νησιού, οι ζυμώσεις και ανακατατάξεις στο εσωτερικό του, οι επιδιώξεις και οι προτεραιότητες των μελών του. 


Στα έγγραφα, κατ’ αρχάς, είναι φανερό ότι έως τα τέλη του 16ου αιώνα το Σητειακό κοινοτικό όργανο διατηρούσε τον αριστοκρατικό, κατά την ιστορική παράδοση, χαρακτήρα του: σε αυτό μετείχαν δικαιωματικά ευγενείς-φεουδάρχες, δηλαδή τιτλούχοι της βενετικής και της κρητικής ευγένειας, που επίσης μπορεί να κατείχαν φεουδαρχική έκταση, και όλοι μαζί αποτελούσαν την τάξη που βρισκόταν στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας: Στις 12 Οκτωβρίου 1584, κατόπιν εντολής του γενικού προνοητή Κρήτης Alvise Grimani στον Ρέκτορα Σητείας, πραγματοποιήθηκε συνέλευση του τοπικού συμβουλίου με 64 nobili et feudati, τα ονόματα των οποίων δεν δηλώνονται στα έγγραφα, προκειμένου να εκλεγούν δύο πρεσβευτές που θα παρουσιάζονταν στον Χάνδακα με σκοπό να συμβάλουν στη ρύθμιση ενός 
ση­μαντικού για το νησί πολιτικού ζητήματος. 


Μαζί με ομολόγους τους από τα αντίστοιχα συλλογικά όργανα των άλλων κρητικών περιοχών, οι απεσταλμένοι του σητειακού κοινοτικού σώματος θα καλούνταν να διατυπώσουν τις θέσεις τους στον γενικό προνοητή αναφορικά με το πλέγμα των νομικών ρυθμίσεων που είχε προτείνει εκείνος για την ανασυγκρότηση της γεωργίας στο νησί. Ενδιαφέρουσες ενδείξεις για την ενδοκοινοτική θέση ορισμένων οικογενειών, τη συλλογική συμπεριφορά των μελών της κοινότητας και την τακτική του σώματος κατά την πολιτική επικοινωνία του με τη βενετική εξουσία, αντλού­νται από τη διαδικασία ανάδειξης των πρεσβευτών του. Ως υποψήφιοι κατα­πολυσχιδή δράση τους, την ενεργό παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα ή το πνευματικό έργο τους, είχαν μια διακριτή θέση στην κρητική κοινωνία της όψιμης βενετικής περιόδου.


Από τους τέσσερις υποψήφιους πρεσβευτές τις λιγότερες ψήφους συγκέ­ντρωσε ο Marco Demezzo (18 υπέρ, 45 κατά), ενώ την τρίτη θέση κατέλαβε ο Ιωάννης Φραγκίσκος Κορνάρος (24 υπέρ, 39 κατά). Έτσι, τελικά προκρίθηκαν για να εκπροσωπήσουν την κοινότητα ο Piero Barbarigho με 55 ψήφους υπέρ (85,9%) και 9 κατά, και ο Ανδρέας Κορνάρος, που αναδείχθηκε πρώτος στην προτίμηση των μελών του συλλογικού οργάνου, σχεδόν με κοινή αποδοχή, αφού έλαβε 59 θετικές ψήφους (92,1%) και μόλις 5 αρνητικές. Αν πρόκειται για τον γνωστό Ανδρέα Κορνάρο του Ιακώβου, τότε είναι εύλογη η σχεδόν παμ­ψηφεί απόφαση της σητειακής κοινότητας. Αυτός υπήρξε γόνος οικογένειας που είχε παλαιές αριστοκρατικές περγαμηνές, σημαντική οικονομική επιφάνεια, κοινωνική δύναμη, μακρόχρονη δικαιωματική συμμετοχή στο τοπικό κοινοτικό μόρφωμα και, κατ’ ακολουθία, επιρροή στο εσωτερικό του ίδιου συλλογικού σώματος. 



Παράλληλα όμως, ο 36χρονος τότε υποψήφιος –γεννήθηκε το 1548 στην Τραπεζόντα της Σητείας– είχε αξιόλογη μόρφωση, αφού, μεταξύ άλλων, υπήρξε ο μετέπειτα ιδρυτής και πρόεδρος της ακαδημίας των Stravaganti του Χάνδακα, ο συνθέτης ογκώδους ποιητικού έργου στα ιταλικά και ο συγγραφέας της εκτενούς «Ιστορίας της Κρήτης» (Istoria Candiana). Ασφαλώς, ο ικα­νοποιητικός χειρισμός της επίσημης γλώσσας, της ιταλικής, από την πλευρά του και προφανώς η καλή γνώση, λόγω ηλικίας, της πολύπλοκης διοικητικής συγκρότησης του νησιού, όπως και η ενδεχόμενη πείρα του στη διεκπεραίωση ανάλογων αποστολών πολιτικής σημασίας, αποτέλεσαν, κατά τις συνηθισμένες κοινοτικές πρακτικές, βαρύνοντα στοιχεία για την απόφαση του σητειακού συμ­βουλίου, προκειμένου εκείνο να εξασφαλίσει μια αξιόπιστη και αποτελεσματική εκπροσώπηση στις βενετικές αρχές. Άλλωστε, μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος ο υποψήφιος εμφανίζεται πλήρως εξοικειωμένος με το πολιτικό περιβάλλον του νησιού, όπως μαρτυρούν οι επίσημοι λόγοι που έγραψε και εκφώνησε προς τιμήν υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών σε διάφορες περιστάσεις, όπως, για παράδειγμα, κατά την αναχώρησή τους από το νησί μετά το πέρας της θη­τείας τους.




Τη σημαντική, επίσης, παρουσία της οικογένειάς του στο πολιτικό και διοικητικό πεδίο αντανακλά και το γεγονός ότι ο μεγάλος αδελφός του, ο προαναφερθείς Ιωάννης Φραγκίσκος, κατά την επόμενη, τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα, εκπροσώπησε, ως μέλος της κοινότητας των ευγενών-φεουδαρχών του Χάνδακα, το εν λόγω συμβούλιο στην κεντρική διοίκηση, ενώ κατά την παραμονή του στη Βενετία τιμήθηκε από την πολιτική ηγεσία της με τον ύψι­ στο τίτλο του «ιππότη».Έναν και πλέον μήνα μετά την εκλογή τους οι Σητειακοί πρεσβευτές, κα­τόπιν συζητήσεων που είχαν στον Χάνδακα με τον Grimani αλλά και με το επικουρικό συμβούλιο των δεκαοκτώ, το οποίο είχε αναλάβει να συντάξει τα πολυάριθμα άρθρα της νομολογίας για τη γεωργία, δήλωσαν τη συναίνεσή τους στον πολιτικό σχεδιασμό για τη βελτίωση των αγροτικών δομών στην Κρήτη. Ταυτόχρονα όμως, η διμελής αντιπροσωπεία υπέβαλε στον γενικό προνοητή τρία αιτήματα εκ μέρους του συμβουλίου της Σητείας, τα οποία στη συνέ­χεια εγκρίθηκαν από τον εν λόγω βενετό κυβερνήτη του νησιού. 


Οι κοινοτι­κές αυτές διεκδικήσεις είναι αρκετά διαφωτιστικές για τη θεσμική υπόσταση και τις συλλογικότητες του σητειακού σώματος, όπως και για τον βαθμό της αυτοτέλειάς του απέναντι στο κραταιό κοινοτικό όργανο του Χάνδακα. Κατ’ αρχάς, οι απεσταλμένοι, αφού επισήμαναν ότι στην περιοχή τους δεν υπήρχε η αστυνομική και δικαστική υπηρεσία των signori di notte,  ζήτησαν να ανα­τεθεί στους κατά περιόδους procuratori ad utilia, δηλαδή τους επικεφαλής του συλλογικού σώματος, η ευθύνη να εποπτεύουν την τήρηση των διατάξεων για τις ακαλλιέργητες γαίες, όπως και να διευθετούν διαφορές ανάμεσα σε ιδιώτες για σχετικά θέματα, με δικαίωμα να εκδικάζουν υποθέσεις που θα έφθαναν τα 100 υπέρπυρα, ενώ όσες υπερέβαιναν το συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να παραπέμπονται στον τοπικό διοικητή, τον ρέκτορα. Με δεύτερο αίτημά τους ζητήθηκε να υπάρξει πολιτική μέριμνα, ώστε να τεθούν σε πλήρη ισχύ και στη Σητεία παλαιότερες ρυθμίσεις για τη γεωργία, που ήταν καταχωρισμένες σε διοικητικά βιβλία της δουκικής καγκελλαρίας, της κεντρικής βενετικής γραμ­ματείας του νησιού, και σχετίζονταν με ποικίλα αγροτικά ζητήματα, εκμεταλ­λεύσεις γαιών, καλλιέργειες χωραφιών, αμπελιών και δέντρων. 


Στην περιοχή της Σητείας, ανέφεραν οι πρεσβευτές, ένα μέρος της υπάρχουσας νομολογίας δεν είχε βρει συστηματική εφαρμογή είτε εξαιτίας αυθαιρεσιών, είτε λόγω της άγνοιας του πληθυσμού, επειδή αρκετά επίσημα έγγραφα της τοπικής γραμματείας είχαν καταστραφεί από πυρκαγιά, με αποτέλεσμα η αταξία στην τήρηση των νόμων να αποβαίνει «εξαιρετικά επιζήμια για το δημόσιο αλλά και το ιδιωτικό συμφέρον». Τέλος, με τρίτο αίτημα οι απεσταλμένοι ζήτησαν η συγκατάθεσή τους στις διατάξεις του Grimani για τον αγροτικό τομέα, που, όπως προαναφέρθηκε, εκπονήθηκαν από τους δεκαοκτώ του Χάνδακα, σε καμία περίπτωση να μην θεωρηθεί ότι αποτελούσε εκχώρηση σε άλλο κρητικό συλλο­γικό όργανο των εδραιωμένων δικαιωμάτων του συμβουλίου της Σητείας, γιατί έτσι θα καταστρατηγούνταν «ελευθερίες και εξουσίες» (libertà et auttorità) που του είχαν κατακυρωθεί την προηγούμενη δεκαετία με νόμους του τότε γενικού προνοητή Giacomo Foscarini.  


Μολονότι το κοινοτικό μόρφωμα ήταν μικρό και έδρευε σε ένα περιφερει­ακό, απομακρυσμένο κέντρο του νησιού, στην παραπάνω τεκμηριωτική ύλη αποτυπώνονται έντονα δείγματα της αυθύπαρκτης λειτουργίας και πολιτικής έκφρασής του: σύγκληση συνελεύσεων, εκπόνηση προτάσεων, εκλογή πρε­σβευτών για την προβολή διεκδικήσεων, συμμετοχή των εκπροσώπων του σε διαπραγματεύσεις με την ηγεσία της Κρήτης. Αντανακλώντας την ύπαρξη εδραίας κοινοτικής παράδοσης, οι διεργασίες αυτές παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με τις πάγιες πρακτικές των αντίστοιχων οργάνων που έδρευαν σε άλλες περιοχές του νησιού και γενικά της βενετικής επικράτειας. Επιπλέον, το Σητειακό συμβούλιο των ευγενών-φεουδαρχών εμφανίζεται με πλήρη επίγνωση της κοινοτικής του υπόστασης και των συνακόλουθων προνομίων του. Υπερα­σπίζεται μέσω των εκπροσώπων του τα υφιστάμενα δικαιώματα αυτενέργειάς του, που τελικά κατορθώνει με πολιτική απόφαση να τα διατηρήσει και να τα περιφρουρήσει απέναντι σε άλλα κρητικά όργανα, όπως ήταν το συμβούλιο των δεκαοκτώ του Χάνδακα. 


Στο πεδίο, τέλος, της διακυβέρνησης, η λειτουργία του Σητειακού κοινοτικού μορφώματος προβάλλει εναρμονισμένη με την πολιτική ιδεολογία της Βενετίας που αξίωνε από τις συσσωματώσεις των κατά τόπους ηγετικών στρωμάτων να συνδράμουν στην προώθηση των κυβερνητικών σχεδια­σμών. Ιδεολογικός σύμμαχος της κεντρικής αρχής αλλά και φορέας τοπικών εξουσιών, το συμβούλιο φαίνεται να ανταποκρίνεται στον κομβικό και πολύ­πτυχο πολιτικό του ρόλο, ενημερώνοντας τον διοικητή του νησιού για ελλείψεις και προβλήματα στην περιοχή, όπως η παραβίαση των νόμων, και παράλληλα προτείνοντας λύσεις για τη θεραπεία των δημόσιων αναγκών, όπως και τρόπους για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των πολιτικών αποφάσεων. 


Αν, ωστόσο, στο πολιτικό γίγνεσθαι του νησιού το συμβούλιο της Σητείας επιτελούσε ποικίλες λειτουργίες με την ανάληψη σημαντικών πρωτοβουλιών, σε υπερτοπικό επίπεδο οι δυνατότητες αυτοτέλειάς του φαίνεται ότι ήταν εξαιρετι­ κά περιορισμένες και στην πράξη ανύπαρκτες. Το σώμα δεν διατηρούσε δίαυλο άμεσης επικοινωνίας με την κεντρική εξουσία, αφού δεν εμφανίζεται να διαθέ­τει το θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα της αυτόνομης αποστολής «πρεσβειών» στη Βενετία για την υποβολή συλλογικών αιτημάτων. Αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι στο δημοσιευμένο σχετικό υλικό των κρητικών κοινοτικών οργάνων δεν συγκαταλέγονται πρεσβείες του σητειακού συμβουλίου. Τα αιτήματά του έπρεπε να εγκριθούν από την κοινότητα του Χάνδακα και, με τη συμπερίληψή τους σε πρεσβεία της κρητικής πρωτεύουσας, να μεταφερθούν στο μητροπολι­τικό κέντρο από εκπροσώπους του ίδιου οργάνου και όχι εκείνου της Σητείας. Με τη λειτουργία του μηχανισμού αυτού, που ελεγχόταν από τους φορείς των κοινωνικών εξουσιών του Χάνδακα, τα αιτήματα του σητειακού σώματος, εκτός του ότι δεν υποβάλλονταν αυτοτελώς, σπάνια έφθαναν στην έδρα της κεντρικής διοίκησης. Στις λιγοστές αυτές περιπτώσεις εμπίπτει ένα αίτημα που συγκα­ταλέγεται σε πρεσβεία του 1549 αναφορικά με τις ποσότητες των σιτηρών που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στο δημόσιο οι «ευγενείς και φεουδάρχες» Σητείας και Ιεράπετρας (διοικητικά και η Ιεράπετρα υπαγόταν στη σητειακή περιφέρεια). 


Ανάλογα, σε πρεσβεία του 1604 συγκαταλέγεται αίτημα σχετικό με τον τρόπο φορολόγησης του λαδιού των ίδιων περιοχών. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το σητειακό συμβούλιο, ενώ στην τοπική δημόσια ζωή διαδρα­μάτιζε σημαντικό ρόλο, σε ευρύτερη κλίμακα, στον πολυεπίπεδο πολιτικό και διοικητικό μηχανισμό της Γαληνοτάτης είχε δευτερεύουσα, περιφερειακή θέση. Τα παραπάνω τεκμήρια, καθώς και μαρτυρίες που θα παρουσιαστούν παρα­κάτω, δείχνουν επίσης ότι, κατά τις εμπεδωμένες κοινοτικές δομές, πρωτεύ­οντα ρόλο στις συλλογικές διεργασίες και εκτεταμένες αρμοδιότητες είχαν οι λεγόμενοι procuratori ή procuratori ad utilia του συμβουλίου, οι επικεφαλής του συλλογικού σώματος, που, εκτός από την προεδρία του, αναλάμβαναν την εκπροσώπησή του στις προϊστάμενες αρχές, την προάσπιση των συμφερόντων του αλλά και πρωτοβουλίες για τη διευθέτηση τοπικών ζητημάτων. Προφανώς, όπως είναι γνωστό για το αντίστοιχο κοινοτικό αξίωμα σε άλλες βενετικές κτή­σεις, ήταν άμισθοι, αλλά η θέση τους τούς προσέδιδε πολιτικό και κοινωνικό γόητρο. Χάρη στην κορυφαία ενδοκοινοτική παρουσία τους και την προνομιακή επικοινωνία τους με τα κυβερνητικά όργανα αναδεικνύονταν συχνά σε ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες της τοπικής ζωής. Μέλη της άρχουσας τάξης και του κοινοτικού συμβουλίου, οι ευγενείς-φεου­δάρχες της Σητείας, λογικά, όπως απαιτούσε η γνωστή πολιτική φιλοσοφία και η κοινωνική οργάνωση του βενετικού κράτους, έπρεπε να διαθέτουν κατοικία στην πόλη, ώστε να ανταποκρίνονται πιο αποτελεσματικά στον θεσμικό ρόλο τους, αλλά και να τελούν υπό τον άμεσο έλεγχο της βενετικής εξουσίας για την αποτροπή ενδεχόμενων αυτονομιστικών κινήσεων που θα είχαν αντίκτυπο στην πολιτική σταθερότητα.Τυπικά, στη βενετική επικράτεια τα μέλη των συμ­βουλίων είχαν καθήκον να μετέχουν στις συνεδριάσεις, που γίνονταν παρουσία υψηλόβαθμων πολιτικών αξιωματούχων, με σκοπό τη συζήτηση θεμάτων της πόλης και της ενδοχώρας της και την προώθηση των αντίστοιχων κυβερνητι­κών πρωτοβουλιών. 


Εκτός των άλλων, στις συνελεύσεις συνηθισμένο αντικείμε­νο αποτελούσαν συχνά οι προτεραιότητες της ανώτερης τάξης, με συνηθέστερη τη διασφάλιση των προνομίων της, ενώ δεν έλειπαν και ζητήματα αναφορικά με τις χαμηλότερες κοινωνικές κατηγορίες, αφού εκείνες δεν απολάμβαναν το επίζηλο προνόμιο της συλλογικής οργάνωσης. Με τα δεδομένα αυτά, η διαμονή στο αστικό κέντρο μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό κρίκο για τη σύνδεση των μελών της ιθύνουσας κοινωνικής τάξης με το πολιτικό κέντρο της περιοχής τους. Μέσα σε αυτό το πνεύμα οι κοινωνικά επιφανέστεροι, όταν το επέτρεπαν οι κατά τόπους οχυρωματικές και πολεοδομικές συνθήκες, κατοικούσαν για την προστασία τους στα φρούρια των πόλεων, αφού, σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία, το ανώτερο στρώμα αποτελούσε βασικό πυλώνα του πολιτικού συ­στήματος και των ταξικών κοινωνικών δομών της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Η οργάνωση αυτή, με την κοινωνική και ιδεολογική της διάσταση, αντανα­κλάται και στη μικρή κωμόπολη της ανατολικής Κρήτης. 


Σχεδιαγράμματα του οικιστικού ιστού της κατά την όψιμη βενετική περίοδο δείχνουν ότι στο μικρό, ευάλωτο φρούριό της υπήρχαν, μαζί με τα κυβερνητικά κτήρια και τον καθεδρικό ναό, οικίες προνομιούχων ιδιωτών, πολλές από τις οποίες πρέπει να ανήκαν σε μέλη της ηγετικής τάξης. Στον ίδιο περιτειχισμένο χώρο υπήρχε και μια λέσχη-στοά (loggia), που απεικονίζεται σε σχέδια του 17ου αιώνα, ενώ η ιστορική παρουσία της επιβεβαιώνεται και από έγγραφα προγενέστερης εποχής.Όπως σε πολλές βενετικές πόλεις, το οικοδόμημα αυτό προφανώς είχε έντονους πολιτικούς και κοινωνικούς συμβολισμούς, λειτουργώντας κυρίως ως προνομιακός χώρος συναναστροφής, εντευκτήριο των επιφανών της τοπι­κής κοινωνίας. 


"Μαθηταί εν Σητεία" επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αιώνα.

Με το δεδομένο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική οργάνωση του τόπου, στη σητειακή στοά σύχναζαν κατά κύριο λόγο μέλη της παραδοσιακής αριστοκρατίας, τουλάχιστον μέχρι και την περίοδο που δεν είχαν ακόμη συντελεστεί οι μεγάλες αλλαγές, οι οποίες, όπως θα δούμε, σημάδεψαν τους κοινωνικούς συσχετισμούς της περιοχής. Και ενώ το σητειακό κοινοτικό σώμα απαρτιζόταν αρχικά από ευγενείς - φε­ουδάρχες, στην κωμόπολη συντελούνταν κοινωνικές ζυμώσεις, που προξενούσαν τριγμούς στα θεμέλια του αριστοκρατικού συλλογικού οργάνου και έμελλε αργό­τερα να μεταβάλουν τη φυσιογνωμία του. Στη διάρκεια του χρόνου σημειώνονταν σοβαρά κρούσματα παραβατικότητας κατά τις εκλογικές διαδικασίες για την πλήρωση των ανώτερων τοπικών διοικητικών θέσεων, με αποτέλεσμα συχνά αυτές να μην καλύπτονται από ευγενείς, μέλη του κοινοτικού σώματος, όπως απαιτούσε το θεσμικό πλαίσιο, αλλά από μη δικαιούχους. Με αυστηρές διατάξεις υψηλόβαθμοι εκπρόσωποι της βενετικής πολιτείας επιχειρούσαν να θέσουν τέρμα στη χρόνια, εντεινόμενη αυθαιρεσία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. 


Χαρα­κτηριστικοί είναι οι νόμοι των βενετών συνδίκων και ανακριτών της Ανατολής, που, κατά την επίσκεψή τους στο νησί το 1565 και το 1582, προσπάθησαν να επιβάλουν την τάξη, ώστε επίζηλες υπαλληλικές θέσεις, όπως εκείνη του giustiziere sopra le vittu(a)rie / alle vettovaglie, αγορανομικού οργάνου, και του provveditore alla sanità, υγειονόμου, αλλά και το βαρύνουσας πολιτικοκοινωνι­κής σημασίας αξίωμα του καπιτάνου κατά των κλεπτών (capitano del devedo), να επανδρώνονται αποκλειστικά από αριστοκράτες και όχι από άλλα κοινωνικά στοιχεία. Εκφράζοντας μια επίσημη πολιτική ιδεολογία που είχε συγκροτηθεί στην πορεία αιώνων, τα στελέχη της κεντρικής διοίκησης απέβλεπαν στη θωρά­κιση της ανώτερης τάξης και την αποτροπή της διάβρωσής της από εξωκοινο­τικές δυνάμεις. Κοινωνικά και ιδεολογικά η αναρρίχηση μη ευγενών σε επιφα­νή αξιώματα συνιστούσε καινοτομία δυνητικά επικίνδυνη για το σύστημα της Γαληνοτάτης. Η ευγένεια αποτελούσε στυλοβάτη του πολιτικού οικοδομήματος και, συνεπώς, ήταν ανάγκη να περιφρουρηθεί η νομικοκοινωνική υπόσταση, η σταθερότητα και το κύρος της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η σητειακή κυρίαρχη τάξη, παρά τις περγαμηνές της, δεν είχε εξασφαλισμένη κοινωνική υπεροχή. Το αποκλειστικό δικαί­ωμα πρόσβασης των μελών της στο υψηλότερο πεδίο της τοπικής διοικητικής οργάνωσης ήταν αρκετά ευάλωτο σε εξωθεσμικές διαδικασίες, μέσα από τις οποίες άτομα χωρίς κοινοτικά προσόντα καταλάμβαναν αξιώματα, προφανώς με τη συναίνεση της τοπικής πολιτικής ηγεσίας, αφού ο εκάστοτε ρέκτορας ήταν ο αρμόδιος για την εκλογή πολλών μελών του διοικητικού προσωπικού της περιοχής.


 Όπως προκύπτει από μεταγενέστερες ενδείξεις, οι μη ευγενείς ανώτεροι υπάλληλοι και αξιωματούχοι κατά βάση προέρχονταν από τους cittadini, δη­λαδή από το μεσαίο κοινωνικό μόρφωμα που σε όλες τις περιοχές του νησιού υπερτερούσε πληθυσμιακά της κυρίαρχης τάξης και παρουσίαζε αξιοσημείωτη κοινωνική κινητικότητα στο πλαίσιο πολύκροτων διεργασιών που προκαλούσαν τον σταδιακό μετασχηματισμό του κρητικού κοινωνικού τοπίου. Ακολουθώντας, σε γενικές γραμμές, φθίνουσα πορεία, η άλλοτε πανίσχυρη αριστοκρατία είχε χάσει ένα μέρος των γαιοκτητικών εξουσιών που απολάμβανε στους πρώτους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας, ενώ ταυτόχρονα, ιδίως από τα μέσα του 16ου αιώνα, επιταχυνόταν η ανάδυση κοινωνικοοικονομικών δυνάμεων από το μεσαίο στρώμα. Ασφαλώς στο νέο κοινωνικό σκηνικό ορισμένοι από τους επιφανέστερους cittadini της Σητείας πιθανότατα διεκδικούσαν άνοδο στην ιε­ραρχία, μεγαλύτερο κοινωνικό κύρος και πρόσθετες επαγγελματικές διεξόδους. Αναζητούσαν ευκαιρίες πέρα από αυτές που τους προσφέρονταν στην κρατική μέση υπαλληλία, όπου μπορούσαν να καταλάβουν μία από τις θέσεις που προ­βλέπονταν για τον μεσαίο κοινωνικό χώρο (γραμματέας ή νοτάριος σε κάποια υπηρεσία, λογιστής κ.ά.), σύμφωνα με την κυρίαρχη πολιτική αντίληψη της ιεράρχησης των κοινωνικών στρωμάτων και, κατ’ αντιστοιχία, των υπαλληλι­κών θέσεων και αξιωμάτων. 


Στην κοινωνική ένταση γύρω από την κατάληψη των αξιωμάτων συνέβαλλε σημαντικά και η ιδιότυπη συγκρότηση του διοικητικού μηχανισμού της Ση­τείας. Απλό στη σύνθεσή του, το σχήμα της διακυβέρνησης του τόπου διέθετε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό θέσεων, ενώ, αντίθετα, στις άλλες περιοχές του νησιού το διοικητικό φάσμα ήταν ευρύτερο, πολύπτυχο και ποικιλόμορφο. Κατά την ύστερη βενετική περίοδο το υψηλόβαθμο υπαλληλικό και στρατιωτικό προσωπικό της Σητείας τυπικά περιλάμβανε έναν διοικητή του φεουδαρχικού ιππικού (condottiero), που κατείχε τίτλο βενετικής ευγένειας, τρεις giudici di proprio, δηλαδή δικαστές για περιουσιακά κυρίως ζητήματα, και τρεις giustizieri, που όλοι ήταν βενετοί ευγενείς, έναν σοπρακόμιτο, κυβερνήτη πολεμικής γαλέρας, επίσης βενετό ευγενή,έναν καπιτάνο κατά των κλεπτών (capitano contra fures), βενετό ή κρητικό ευγενή, και έναν αρχηγό της πολιτοφυλακής, κρητικό ευγενή ή ακόμη και cittadino.  Συνεπώς, με λιγοστές θέσεις στη διά­θεσή τους, που επιπλέον συχνά τις νέμονταν άλλοι, κοινωνικά υποδεέστεροι, οι ευγενείς της Σητείας δεν είχαν πολλές ελπίδες για επαγγελματική πορεία σε διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις, μια πορεία που, όπως συνέβαινε αλλού, θα μπορούσε να τους αποφέρει πολλαπλά οφέλη, οικονομικές απολαβές, μεγαλύ­τερη συμμετοχή στα τοπικά πλέγματα εξουσίας, κοινωνική ισχύ και επιρροή.

 

Εντονότερο πρόβλημα αντιμετώπιζαν ασφαλώς οι φτωχότεροι τιτλούχοι, που προσδοκούσαν μια υπαλληλική θέση με χρηματικές αποδοχές για τη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Και οι ευγενείς αυτοί φαίνεται ότι στην περιοχή ήταν αρκετοί, όπως δηλώνει επίσημη μαρτυρία του 1574, όπου οι 16 από τους συνολικά 56 τιτλούχους, δηλαδή το ένα τρίτο κατά προσέγγιση, χα­ρακτηρίζονται ρητά ως «φτωχοί». Μέσα σε αυτό το κλίμα που είχε διαμορφωθεί στο κοινωνικό και το
 υπαλ­ληλικό πεδίο, τα μέλη της ιθύνουσας τάξης δεν είχαν ισχυρό κίνητρο να μένουν μόνιμα στη Σητεία. Άλλωστε, μόνιμα ανασταλτικό παράγοντα για την παρα­μονή τους εκεί αποτελούσε το γεγονός ότι η κωμόπολη, μετά την επιδρομή του Μπαρμπαρόσσα, ήταν στην πράξη απροστάτευτη, εκτεθειμένη σε κινδύνους από τη θάλασσα. Έτσι, οι ολιγάριθμοι βενετοί και κρητικοί ευγενείς, αναφέρει ο σύνδικος και ανακριτής Giulio Garzoni (1584), φοβούμενοι τις εισβολές των κουρσάρων, προτιμούσαν να κατοικούν στα χωριά της περιοχής. Ζώντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις επαύλεις τους στην ενδοχώρα, κύρια μέριμνά τους, κατά τις πάγιες οικονομικές συμπεριφορές της ανώτερης τάξης, ήταν η πολύπλευρη εκμετάλλευση των αγροκτημάτων τους, φεουδαρχικών ή ελεύθε­ρων, που παραδοσιακά αποτελούσαν γι’ αυτούς βασική πηγή πλουτισμού.


 Εί­ναι γνωστό ότι σε αρκετούς οικισμούς της Σητειακής αγροτικής περιφέρειας υπήρξε έντονη η παρουσία αριστοκρατικών οικογενειών που είχαν μακραίωνη διαδρομή στο νησί, οικονομική ευμάρεια και κοινωνική αίγλη. Χαρακτηριστι­κή είναι η περίπτωση των ευγενών Demezzo, των οποίων η έπαυλη σώζεται ακόμη σε δεσπόζουσα θέση στο χωριό Ετιά, και, φυσικά, η περίπτωση της εξέχουσας, πολυμελούς οικογένειας των Κορνάρων, που διατηρούσε πα­τρογονικό σπίτι και φέουδο στον γειτονικό με τη Σητεία οικισμό Τραπεζόντα.



 Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αρκετοί ευγενείς, ιδίως οι επιφανέ­στεροι, καθώς τα όρια της πολιτικοκοινωνικής δράσης τους περιορίζονταν συνε­χώς, αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη έξω από τη γενέτειρά τους, με το βλέμμα στραμμένο κυρίως στη μεγαλούπολη της γειτονικής περιοχής, τον Χάνδακα Έδρα του κυβερνητικού μηχανισμού της Κρήτης, το αναπτυγμένο αυτό αστικό κέντρο με τον ρωμαλέο, διαρκώς βελτιούμενο οχυρό περίβολο, τις έντονες εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες, τις ευκαιρίες που παρείχε για μια συγκροτημένη εκπαίδευση αλλά και τη ζωηρή πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση αποτελούσε κατά την όψιμη βενετική περίοδο ισχυρό πόλο έλξης για τους αριστοκράτες της Σητείας. Εκτός των άλλων, η κρητική πρωτεύουσα μπορούσε να τους προσφέρει ευκαιρίες για την εκλογή τους σε υψηλές θέσεις που συνεπάγονταν μισθό, όπως και γνωριμίες με κυβερνητικά στελέχη και κοινωνική αναγνώριση. Για να ενταχθούν όμως στο ανώτερο υπαλληλικό και στρατιωτικό προσωπικό της περιοχής, ήταν αναγκαία η εισαγωγή τους στο αριστοκρατικό συμβούλιο του Χάνδακα, το πρωταρχικό κοινοτικό σώμα της Κρήτης, με τις εκατοντάδες μελών, πολλά από τα οποία, λόγω της 
καταγω­γής από παλαιούς επιφανείς οίκους της Βενετίας, της οικονομικής επιφάνειας, των σχέσεων με τους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας και του εξαιρετικού κοινωνικού κύρους τους, ανήκαν στην αφρόκρεμα της αριστοκρατίας του νησιού. Οι ευγενείς της Σητείας, όπως μαρτυρούν πολλές αρχειακές και βιβλιογραφι­κές ενδείξεις, είχαν δικαίωμα να μετέχουν στο εν λόγω συλλογικό όργανο και, συνακολούθως, να εκλέγονται ως αξιωματούχοι στον Χάνδακα.

 

 Προφανώς η ένταξή τους γινόταν υπό ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις, όπως ήταν η αποδεδειγμένη κατοχή τίτλου ευγένειας και η δυνατότητα διαμονής στην 
κρη­τική πρωτεύουσα. Παρά τους ανταγωνισμούς που αναμφίβολα θα υπήρχαν για τη νομή των αξιωμάτων του Χάνδακα, τα μέλη της σητειακής αριστοκρατίας είχαν εκεί μεγαλύτερες πιθανότητες πρόσβασης στο διοικητικό πεδίο, καθώς αυτό ήταν ιδιαίτερα ευρύ και με πολύ περισσότερες θέσεις σε σχέση με εκείνες που προβλέπονταν για την περιφερειακή κωμόπολη της ανατολικής Κρήτης. Έτσι, οι δραστηριότητες αρκετών ευγενών της Σητείας εκτυλίσσονταν ανάμεσα σε δύο γεωγραφικούς πόλους, δύο πολιτικά κέντρα και δύο κοινοτικούς σχη­ματισμούς. Όπως έχει εμπεδωθεί στη βιβλιογραφία για την περίπτωση των Κορνάρων, κατοικούσαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στον Χάνδακα, σε ιδιόκτητα ή συγγενικά σπίτια, αποκτούσαν κτηματική περιουσία στην πόλη και την περιοχή της, αναλάμβαναν αξιώματα και συμμετείχαν ενεργά σε ποικίλες εκφάνσεις της δημόσιας ζωής. Παράλληλα, ταξίδευαν συχνά και στο διαμέρι­σμα της Σητείας, όπου διέμεναν στην κωμόπολη ή τα χωριά, για να ρυθμίσουν διάφορες υποθέσεις τους, να ασχοληθούν με την οργάνωση των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων, να διεκπεραιώσουν ενδεχόμενες διοικητικές εκκρεμότητες και προφανώς να αναλάβουν κάποια από τα λιγοστά τοπικά αξιώματα, αξιοποιώ­ντας το υφιστάμενο δικαίωμα της συμμετοχής τους στο σητειακό συμβούλιο. Η περιστασιακή ή μόνιμη εγκατάσταση των ολιγάριθμων ευγενών της Ση­τείας στα χωριά της ενδοχώρας και στον Χάνδακα αναπόφευκτα είχε αντίκτυπο στον αριθμό των τιτλούχων που μπορούσαν να παραστούν στις συνεδριάσεις του σητειακού κοινοτικού σώματος. Έτσι, δημιουργούνταν σοβαρές ελλείψεις στο πεδίο της πολιτικοκοινωνικής του οργάνωσης, ενώ, σύμφωνα με το κυρίαρχο πνεύμα της διακυβέρνησης, οι κατά τόπους κοινοτικές οντότητες έπρεπε να λειτουργούν όσο το δυνατό πιο εύρυθμα για την υλοποίηση της βενετικής πολι­τικής. Συνεπώς, έπρεπε να εξασφαλιστεί ένας ικανός αριθμός μελών για τις συ­νελεύσεις, ώστε το συμβούλιο, σε συνεργασία με τον τοπικό διοικητή, να μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των ποικίλων τοπικών προβλημάτων, δημοσιο­νομικών, στρατιωτικών, επισιτιστικών, που οξύνονταν με την πάροδο του χρόνου στη φτωχή και αμυντικά ευάλωτη περιφέρεια. 


Αναγκαστικά, ο σκοπός αυτός μπορούσε να επιτευχθεί, κατά τις διαδεδομένες στη βενετική επικράτεια κοινοτι­κές πρακτικές, με το άνοιγμα του συλλογικού οργάνου στους cittadini, το αμέσως χαμηλότερο στρώμα, που, άλλωστε, από δεκαετίες, αξιοποιώντας ευκαιρίες για κοινωνική ανέλιξη, ουσιαστικά ήταν σε αναμονή για την κάλυψη του πολιτικού και κοινωνικού κενού στο εσωτερικό της κοινότητας. Η διεύρυνση του συμβουλίου συνιστούσε βαθιά κοινωνική αλλαγή, με καθοριστική σημασία για την ταυτότητα και το μέλλον του κοινοτικού σχηματισμού. Προς το παρόν δεν έχει εντοπιστεί ρητή μαρτυρία για τον ακριβή χρόνο της θεσμικής αυτής μεταβολής, αν, βέβαια, αυτή πραγματοποιήθηκε με νομοθετική ρύθμιση και δεν επικράτησε στην πράξη ως πολιτική αναγκαιότητα. Από τα διαθέσιμα, ωστόσο, στοιχεία συνάγεται ότι η θεμελιώδης αυτή εξέλιξη είχε ήδη συντελεστεί στη δεύτερη δεκαετία του 17ου αιώνα. 


Τον Μάιο του 1617 ο ρέκτορας Σητείας Alvise Sagredo ενημέρωσε την κεντρική εξουσία ότι για την αντιμετώπιση προβλημάτων της περιοχής ζήτησε από το conseglio de clarissimi nobeli, magnifici feudati et cittadini να προσφερθεί στο δημόσιο το ένα τέταρτο της σιτοπαραγωγής των μελών ή το αντίτιμό της σε ρευστό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη γνωστή υποχρεωτική εισφορά των κατό­χων φεουδαρχικής γης, προκειμένου να καλυφθούν διατροφικές ανάγκες των λα­ϊκών στρωμάτων και των στρατιωτών. Σύμφωνα με τον ρέκτορα, το συμβούλιο, παρότι έδρευε σε μια περιφέρεια που οικονομικά βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, ανταποκρίθηκε με προθυμία στην έκκληση, δείχνοντας έμπρακτα «την αγάπη και την αφοσίωσή» του στα ιδεώδη της Γαληνότατης Δημοκρατίας, όπως είχαν πράξει και τα υπόλοιπα κοινοτικά σώματα του νησιού. Κατά τους υπολογισμούς του τοπικού διοικητή, η συνολική προσφορά του συμβουλίου αναμενόταν να φθά­σει τα 10.000 βενετικά δουκάτα, ποσό για το οποίο εξέφρασε την ικανοποίησή του και ο γενικός προνοητής Κρήτης. Στο συλλογικό σώμα, εκτός από τους άρχοντες του τόπου, κατόχους τίτλων ευγένειας ή και φέουδου, μετείχαν πλέον και cittadini, τουλάχιστον όσοι από αυτούς ήταν φεουδάρχες. Στην ύστερη βενετική περίοδο του νησιού, παρά την κατάτμηση πολλών φέουδων της πρώιμης Βενετοκρατίας, η κατοχή 
φεουδαρ­χικής γης, ακόμη και τμήματος φέουδου, δεν είχε πάψει να έχει μεγάλη 
κοι­νωνική και ιδεολογική σημασία και να αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τις κοινωνικές ιεραρχήσεις. Άλλωστε, γενικά στο βενετικό σύστημα οι cittadini, μολονότι δεν διέθεταν τίτλους ευγένειας, θεωρούνταν άτομα με κοινωνική υπό­ληψη, αφού, σύμφωνα με κομβικές πολιτικές και κοινωνικές αξίες της εποχής, δεν ασκούσαν «ταπεινά», χειρωνακτικά επαγγέλματα, και συνεπώς ήταν κατά πολύ ανώτεροι από τους πολυπληθείς χειρώνακτες των λαϊκών, αστικών και αγροτικών, στρωμάτων.
 Απ’ όσα προηγήθηκαν είναι εμφανές ότι η παρουσία ατόμων της μεσαίας κοινωνικής κατηγορίας στο σητειακό κοινοτικό σώμα του 17ου αιώνα δεν ήταν μια απότομη εξέλιξη αλλά το επιστέγασμα της πορείας που είχε ξεκινήσει τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν αρκετά από τα αξιώματα που μονοπωλούνταν από τα μέλη της αριστοκρατίας, περνούσαν στα χέρια μη ευγενών. 

Στην εξελι­κτική αυτή πορεία των cittadini συνηγορούν επιπρόσθετες ενδείξεις δηλωτικές της αναβαθμισμένης συμμετοχής στην επίσημη δημόσια ζωή από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Στα 1565 είχε θεσπιστεί ότι, για την αποτροπή 
αυθαι­ρεσιών, ο ρέκτορας της Σητείας, κατά την εκλογή του καπιτάνου κατά των κλεπτών, θα πλαισιωνόταν από δύο ευγενείς αλλά και δύο cittadini.  Με δεδομένο τον μικρό αριθμό των ευγενών και την οικονομική ένδεια αρ­κετών από αυτούς, οι cittadini, συμμετέχοντας στο συμβούλιο, καλούνταν πλέον να προσφέρουν ενεργότερα τις υπηρεσίες τους στη Γαληνότατη σε έναν γεωγρα­φικό χώρο με αυξανόμενες, πιεστικές δημόσιες ανάγκες. Οι αντίξοες πολιτικές και δημοσιονομικές συνθήκες στο νησί, και ιδιαίτερα στη Σητεία, είχαν αποκαλύψει τις αδυναμίες του παραδοσιακού κοινωνικού συστήματος που με την εν πολλοίς άκαμπτη δομή του δεν μπορούσε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις απαιτήσεις των καιρών. Κατά συνέπεια, η Βενετία έπρεπε να τροποποιήσει την πολιτική των αυστηρών ιεραρχήσεων και των κοινωνικών αποκλεισμών, και να αξιοποιήσει όσο το δυνατό περισσότερο τους cittadini παραχωρώντας τους ταυτόχρονα δυνατότητες δράσης σε έναν βαρυσήμαντο πολιτικά και κοινωνικά χώρο, το συμβούλιο της ανώτερης τάξης. Έτσι, με καταλληλότερους πολιτικούς χειρισμούς και καλύτερη προσαρμογή της κυρίαρχης ιδεολογίας στις κρατικές προτεραιότητες επιτράπηκε η μικτή σύνθεση του κοινοτικού οργάνου, διαρθρω­τική μεταρρύθμιση που σηματοδοτούσε ταυτόχρονα και μια ανακατανομή των κοινωνικών εξουσιών στο ανατολικότερο τμήμα του νησιού. 


Το συμβούλιο δεν συνιστούσε πια έναν κοινωνικά ομογενοποιημένο σχηματισμό και με αυτή την εξέλιξη η αριστοκρατία, που είχε ήδη απώλειες προνομίων στο πεδίο της ανώ­ τερης υπαλληλίας, δέχθηκε ισχυρότερο πλήγμα, χάνοντας το παραδοσιακό της προπύργιο, την αποκλειστική συμμετοχή στο τοπικό κοινοτικό όργανο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διεύρυνση του σητειακού συμβουλίου δεν συνο­δεύτηκε από παραχωρήσεις κρητικής ευγένειας στα νέα μέλη, αλλά αυτά ενσω­ματώθηκαν στον κοινοτικό κορμό με τo κοινωνικό του cittadino. Φαίνε­ται ότι λόγω της αριθμητικής ανεπάρκειας της ηγετικής τάξης, κύρια πολιτική ανάγκη δεν ήταν πια η διατήρηση της αριστοκρατικής μορφής του συμβουλίου αλλά η πληθυσμιακή ενδυνάμωσή του με την ένταξη άλλων στοιχείων, που θα ήταν κοινωνικά ευυπόληπτα αλλά χωρίς να κατέχουν υποχρεωτικά τίτλους ευγένειας. Άλλωστε, οι διαδικασίες που απαιτούνταν για την απονομή της κρη­τικής ευγένειας και την ακόλουθη επικύρωσή της ήταν συνήθως χρονοβόρες, με διάρκεια ακόμη και πάνω από δέκα έτη, ενώ οι πολιτικές ανάγκες στην περιοχή της Σητείας ήταν επείγουσες. Πάντως η συμμετοχή στο συμβούλιο ατόμων με την ιδιότητα του cittadinο συνιστούσε σοβαρή κοινωνική καινοτομία για το ταξικό σύστημα της Κρήτης, που είχε συγκροτηθεί με την πάροδο του χρόνου ακολουθώντας, σε εντονότερο μάλιστα βαθμό από πολλές άλλες βενετικές κτήσεις, το οργανωτικό σχήμα της κοινωνίας του μητροπολιτικού κέντρου. Κατά συνέπεια, οι κοινοτικές δομές στη Σητεία απέκτησαν μια χαλαρότερη μορφή, ενώ την ίδια περίοδο, δηλαδή περί τα τέλη του 16ου αιώνα και τον πρώιμο 17ο, τα υπόλοιπα συμβούλια της ανώτερης τάξης στο νησί συνέχιζαν να έχουν ανε­λαστική, κατά κύριο λόγο, διάρθρωση, σαφώς εγγύτερη στον παραδοσιακό ιδεο­λογικό κορμό της πρότυπης βενετικής πολιτείας. Στα συλλογικά αυτά σώματα η εισδοχή ατόμων που κατάγονταν από τον μεσαίο χώρο ήταν εφικτή, μόνο αν είχε επιτευχθεί η κοινωνική τους ανέλιξη, μέσω της κατάκτησης της κρητικής ευγένειας, η οποία συνήθως τους απονεμόταν από την πολιτική εξουσία έναντι γενναίων χρηματοδοτήσεων και στρατιωτικών υπηρεσιών υπέρ του δημοσίου.


 Το συμβούλιο, επομένως, της Σητείας προσέλαβε γνωρίσματα που το 
διαφο­ροποιούσαν σημαντικά από τα υπόλοιπα σώματα της άρχουσας τάξης, 
με απο­τέλεσμα να αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση στον κοινοτικό ιστό του νησιού. Οι διεργασίες που οδήγησαν στη βαθμιαία αποδυνάμωση της ευγένειας και την ταυτόχρονη αναβάθμιση των cittadini στα κοινοτικά δρώμενα της Σητείας, δεν τερματίστηκαν με το άνοιγμα του συμβουλίου προς τη μεσαία κατηγορία της τοπικής κοινωνίας. Για τις επόμενες δεκαετίες του 17ου αιώνα οι αρχειακές ενδείξεις, παρότι αποσπασματικές, αντανακλούν ότι οι ενδοκοινοτικοί συσχε­τισμοί εξακολούθησαν να μεταβάλλονται υπέρ των cittadini, οι οποίοι με τη στήριξη της πολιτικής αρχής κέρδιζαν ολοένα και περισσότερο έδαφος σε βάρος των ευγενών. Χωρίς τα στεγανά που έθετε παλαιότερα η ευγένεια ως νομικο­κοινωνική αξία για την οριοθέτηση του συμβουλίου, οι cittadini είχαν σαφώς μεγαλύτερα περιθώρια δράσης στο κοινοτικό πεδίο, όπως δηλώνεται από μια αποφασιστική κίνησή τους τον Μάιο του 1637: Το συμβούλιο μέσω των προ­έδρων του (procuratori), που προφανώς την περίοδο αυτή κατάγονταν από τον μεσαίο κοινωνικό χώρο, υπέβαλε στον τότε σύνδικο και ανακριτή της Ανατολής Pietro Corraro τολμηρά αιτήματα αναφορικά με τις αξιοζήλευτες θέσεις των provveditori alla sanità και των provveditori alle vetovaglie, τις οποίες, όπως φάνηκε ήδη, η υπέρτερη πολιτική εξουσία κατά το παρελθόν προσπαθούσε να τις θωρακίσει για χάρη των αποκλειστικών δικαιούχων της, των ευγενών.


Στον προχωρημένο πλέον 17ο αιώνα οι επικεφαλής του κοινοτικού οργάνου ζητούσαν στις θέσεις αυτές να εκλέγονται με εξάμηνη θητεία υπάλληλοι ικανοί, που θα προέρχονταν όμως μόνο από τους cittadini και μόνο από την περιοχή της Σητείας. Επιπλέον, γνωρίζοντας καλά τις αρχές που διείπαν την κοινωνική διαστρωμάτωση στο βενετικό σύστημα και, επομένως, τα προσόντα που απαι­τούνταν ήδη για την πρόσβαση των cittadini στη μέση υπαλληλία, πρότειναν ο θεμελιώδης κανόνας της αποχής από χειρωνακτική τέχνη να επεκταθεί και στις συγκεκριμένες, ανώτερες θέσεις του υπαλληλικού τομέα της Σητείας. Ζή­τησαν, δηλαδή, να θεσπιστεί ότι οι cittadini που θα εκλέγονταν provveditori alla sanità και provveditori alle vetovaglie, έπρεπε προηγουμένως να έχουν αποδείξει ότι τουλάχιστον ο πατέρας τους δεν είχε ασκήσει χειρωνακτικό επάγγελμα. Η δέσμη των ρυθμίσεων αυτών, σύμφωνα με τα επιχειρήματα των procuratori του συμβουλίου, ήταν αναγκαία, προκειμένου να εκλείψουν οι αυθαιρεσίες ακατάλληλων στελεχών που συχνά δεν κατάγονταν από τη Σητεία και αδιαφο­ρούσαν για το δημόσιο συμφέρον. Ανεξάρτητα από το αν η επιχειρηματολογία αυτή ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα αιτήμα­τα όχι απλώς δεν έπεσαν στο κενό, αλλά βρήκαν άμεση ανταπόκριση από τον υψηλόβαθμο εκπρόσωπο της κεντρικής εξουσίας. Η έγκριση των μέτρων 
ενί­σχυε δραστικά την κοινωνική θέση του μεσαίου στρώματος που κατοχύρωνε για τον εαυτό του ένα κοινοτικό προνόμιο μείζονος σημασίας, με τον ταυτόχρονο, επίσημο πλέον, εκτοπισμό των ευγενών από περιζήτητες θέσεις της ολιγομελούς ανώτερης υπαλληλίας. Οι νέες αυτές εξελίξεις, που, λογικά, συνέβαλαν στην 
κλι­μάκωση των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, συνιστούν έναν ακόμη σταθμό στην πορεία του συμβουλίου της Σητείας. Η αριστοκρατία, η άλλοτε δεσπόζουσα κοινωνική δύναμη, φαίνεται ότι δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στον πρό­τερο ηγετικό, ενδοκοινοτικό της ρόλο και να αντιδράσει σθεναρά στις θεσμικές κατακτήσεις του μεσαίου στρώματος, μολονότι, τυπικά έστω, διατηρούσε την υπεροχή της στην τοπική κοινωνική ιεραρχία. Άλλωστε, η διάσωση του υψηλού κύρους της ευγένειας, όπως και η τήρηση των κοινωνικών ισορροπιών στο συμ­βούλιο, δεν ανήκαν πια στις βασικές προτεραιότητες της πολιτικής ηγεσίας, σε αντίθεση με τη στάση που, όπως φάνηκε παραπάνω, είχαν τηρήσει κυβερνητικοί παράγοντες κατά τον 16ο αιώνα. 


Προσδοκώντας πολύπλευρα οφέλη από άλλες, ανερχόμενες και πολυπληθέστερες κοινωνικές δυνάμεις, οι εκπρόσωποι της βε­νετικής εξουσίας επέλεξαν να ενδυναμώσουν ακόμη περισσότερο τον κοινοτικό και, κατ’ επέκταση, τον πολιτικοκοινωνικό ρόλο των cittadini. Εν κατακλείδι, με κεντρική παρουσία στην τοπική δημόσια σφαίρα αλλά με δευτερεύουσα θέση στο βενετικό πολιτικό στερέωμα, ο κοινοτικός σχηματισμός της Σητείας γνώρισε κατά την όψιμη βενετική περίοδο κομβικές αλλαγές που του προσέδωσαν ιδιόμορφα χαρακτηριστικά σε σχέση με τις υπόλοιπες κοινό­τητες του νησιού. Διάφοροι παράγοντες, όπως ο μικρός αριθμός των ευγενών της Σητείας, το περιορισμένο πεδίο ανώτερων υπαλληλικών θέσεων και αξιω­μάτων, η ατελής οχύρωσή της και οι αυξανόμενες οικονομικές δυσχέρειες της περιοχής, άσκησαν καταλυτική επίδραση στον κοινωνικό ιστό του συμβουλίου, με αποτέλεσμα την αναδιάρθρωσή του και την απώλεια της αριστοκρατικής 
φυ­σιογνωμίας του. Η καθοριστική αυτή μεταβολή συνοδεύτηκε από την κοινωνική ανέλιξη του σητειακού μεσαίου στρώματος μέσα από τη διαρκώς ενεργότερη ανάμειξή του στις κοινοτικές διεργασίες. Παρά την αρχική αντίθεση της βενετι­κής εξουσίας, η μεσαία κοινωνική κατηγορία γνώρισε την αυξανόμενη στήριξη της πολιτικής αρχής, η οποία, με πιο ευέλικτο πνεύμα και πέρα από την εδραι­ωμένη λογική της ανελαστικής κοινωνικής συγκρότησης, αποσκοπούσε στην αξιοποίηση των cittadini για την εκπλήρωση των κυβερνητικών στόχων στην ευαίσθητη αυτή περιοχή της ανατολικής Κρήτης. 

Η ΣΗΤΕΙΑ ΤΟΥ 20 ΑΙΩΝΑ

Στη Κρήτη του παλιού καιρού που δεν γιαγέρνει οπίσω
να 'τανε Θε μου μπορετό για μια στιγμή να ζήσω


ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ


Η Σητεία του χθες ήταν μια ήσυχη μικρή όμορφη κωμόπολη στα βόρεια παράλια της Κρήτης. Η γεωγραφική απομόνωσή της από την υπόλοιπη Κρήτη και η ιδιαίτερη και πανέμορφη ενδοχώρα, οδήγησαν τους κατοίκους να δημιουργήσουν μία εικόνα διαφορετική από τις άλλες περιοχές. Έτσι λοιπόν όλοι μιλάνε για ένα τόπο φιλήσυχο, για την Σητεία του Βιτσέντζου Κορνάρου, του Ερωτόκριτου,  για τους Στειακούς που διακρίνονται για την αγάπη τους στη ζωή, στη μουσική, στον πολιτισμό, δημιουργώντας μια κουλτούρα ζωής γεμάτη ειρήνη, εργατικότητα και δημιουργία.



Η   περίφημη σκάλα.


Το μικρό πλοίο ίσως είναι το M/S Ίκαρος που μετέφερε εμπορεύματα 
σε Άγιο Νικόλαο, Παχειά Άμμο και Σητεία


Οι επαρχίες Σητείας και Ιεράπετρας αποτελούσαν ένα Τερριτόριο, δηλ διοικητικό διαμέρισμα. Τα σύνορα της διοικητικής μονάδας ήταν μια νοητή γραμμή από το Καλό Χωριό μέχρι το χωριό Μύρτος με έδρα τη Σητεία. Το λιμάνι της , ήταν πρόσφορο για το διαμετακομιστικό εμπόριο, λόγο της θέσης του, και γι' αυτό και η πόλη γνώρισε άνθηση την εποχή αυτή.
Στα χρόνια της Ενετοκρατίας ήταν έδρα του διαμερίσματος Σητείας στο οποίο υπαγόταν και η καστελανία της Ιεράπετρας. Στην περίοδο της Ενετοκρατίας η πόλη της Σητείας, φέουδο της οικογένειας Παυλίνα, καταστράφηκε τρεις φορές. Το 1508 την κατάστρεψε τρομερός σεισμός και το 1538 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, το φόβητρο των παράκτιων πληθυσμών της Μεσογείου το 16ο αιώνα. Από τα 400 σπίτια που είχε, μόνο 10 έμειναν όρθια.

Το πιο επιβλητικό μνημείο του παρελθόντος που δεσπόζει στη σημερινή Σητεία είναι το φρούριο του Κάστρου γνωστό σήμερα σαν Καζάρμα από το "Casa di Arma" ή το "Caserna", που σημαίνει στρατώνας. Η Καζάρμα ήταν ο στρατώνας της φρουράς ή το διοικητήριο ένα δηλ. από τα οικοδομήματα της Μεσαιωνικής Σητείας το οποίο περιβαλλόταν με τείχος. Βασισμένοι σε χάρτες της εποχής των Ενετών, υπήρχε τοίχος γύρο από το φρούριο.


Τα τείχη και η Καζάρμα έχουν γίνει αρχικά τα τελευταία βυζαντινά χρόνια. Η πρώτη επιδιόρθωση της οχύρωσης έγιναν το 1204 από το Γενοβέζο ΕρρίκοPascatore. Οι Ενετοί έκαναν πολλές επιδιορθώσεις το 1303, 1450 και ιδίως μετά το φοβερό σεισμό του 1508 για να επακολουθήσει η επιδρομή του Μπαρμπαρόσα το 1538 που προξένησε στα τείχη τόσες μεγάλες καταστροφές, ώστε οι Ενετοί κυβερνήτες ζήτησαν την ισοπέδωση των τειχών. Οι Ενετοί άρχοντες της Σητείας Gerolemo Bemb και Hannibaie Gongara αντιδρούν και επιτυγχάνουν να μην πραγματοποιηθεί η καταστροφή του Κάστρου.


 Αργότερα η Βενετία στέλνει χρήματα και μηχανικούς για τη επιδιόρθωση της οχυρώσεως. Το 1648 πολιορκήθηκε από τους Τούρκους και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της. Για δυο αιώνες έμεινε ακατοίκητη. Η θέση των ερειπίων της παλιάς πόλης αγοράστηκε με ενέργειες των πασάδων Αβνή και Κωστή Αδασίδη, και χτίστηκε το 1870 η νέα πόλη που οι Τούρκοι ονόμασαν Αβνιέ και οι Έλληνες Λιμάνι της Σητείας.
Στην τουρκική κατάκτηση φαίνεται πως δεν ξαναχτίστηκαν τα τείχη αλλά η Καζάρμα αναστηλώθηκε και σήμερα μπορεί να δει κανείς τις τουρκικές προσθήκες μεταξύ των οποίων τους κουμπέδες πάνω στις επάλξεις, τα φυλάκια.





Ο μεγαλόπρεπος ναός της Αγίας Αικατερίνης δέσποζε της νέας πόλης ως σύμβολο του νέου ξεκινήματός της, όπως η Καζάρμα συμβόλιζε το ένδοξο παρελθόν της. Σε σειρά επιστολικών δελταρίων (Καρτποστάλ) του πρώτου τέταρτου του αιώνα που παρουσιάζουν πανοραμικές απόψεις της Σητείας, ο ναός διακρίνεται πάνω από το μιναρέ του Τζαμιού ο οποίος κατεδαφίστηκε σύμφωνα με πληροφορίες γύρω στα 1920-25. Από τα δελτάρια αυτά μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την πολεοδομική εξέλιξη της πόλης, μέχρι και το 1950, οπότε ξεκίνησε η πληθυσμιακή και οικοδομική έκρηξη.  Ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο που αποτελεί την παλαιότερη απεικόνιση του ναού της Αγίας Αικατερίνης είναι η επιστολική κάρτα που παρουσιάζει τον ίδιο το ναό, φωτογραφημένο στις αρχες του αιώνα, από τον ονομαστό για την εποχή του Τουρκοκρητικό φωτογράφο του Ηρακλείου R. Behaeddin, λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια. 



Η ΠΟΛΥΟΥΧΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ 
ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΙΩΝΑ

Αναφορά στον πρώτο ναό κάνει και ο Γάλλος περιηγητής V. Berard, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σητεία το 1897 και περιγράφει την πόλη «...Είναι η σύγχρονη πόλη της Σητείας, πόλη καινούργια με δρομάκια που σχηματίζουν μεταξύ τους ορθή γωνία, πόλη χριστιανική με τούς θόλους της ολοκαίνουργης μεγάλης βασιλικής της...» («Κρητικές Υποθέσεις» 1897, Αθήνα 1994, σελ. 243).  Ο πρώτος ναός δεν είχε κωδωνοστάσιο. Το πρώτο κωδωνοστάσιο στη νοτιοδυτική πλευρά κατασκευάστηκε το 1938 από το μηχανικό Χαράλαμπο Μαρκάκη με επιβλέποντα μηχανικό τον Ιωάννη Βαρκαράκη. Αυτά, αποτέλεσαν τα στοιχεία της λεγόμενης β' φάσης του ναού μαζί με τον Γυναικωνίτη που κατασκευάστηκε γύρω στα 1927 με σχέδια του μηχανικού Ιωαννίδη και με εργολάβο το Δημ. Βοΐλα. Ο μικρός πρόναος οικοδομήθηκε γύρω στο 1949-50 σε σχέδια του μηχανικού Χαρ. Μαρκάκη. Φωτογραφίες της εποχής του 1950 δείχνουν καθαρά τις εξωτερικές προσθήκες σε σχέση με τον πρώτο ναο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του R. Behaeddin.

Τα εγκαίνια έγιναν με πανηγυρικό τριήμερο εορτασμό στον οποίο συμμετείχε το ευσεβές πλήρωμα όχι μόνο της πόλης αλλά καί όλης της Επαρχίας, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες παλαιών κατοίκων



ΣΗΤΕΙΑ ΕΤΟΣ 1950


Το νεότευκτο Γυμνάσιο Σητείας ΕΤΟΣ 1939
















































Η ΕΠΑΡΧΙΑ ΣΗΤΕΙΑΣ














ΠΑΡΑΛΙΑ ΧΙΟΝΑ


ΜΟΝΗ ΤΟΠΛΟΥ







ΜΑΚΡΥΓΙΑΛΛΟΣ


ΠΑΡΑΣΠΟΡΙ


ΖΑΚΡΟΣ


ΚΑΤΩ ΖΑΚΡΟΣ



ΜΑΡΩΝΙΑ


Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ


Η Σητεία είναι παράλια κωμόπολη της ανατολικής Κρήτης του νομού Λασιθίου. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού, στο δυτικό μυχό του φερώνυμου όρμου, 70 χλμ. ανατολικά του Αγίου Νικολάου Λασιθίου και αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Είναι πατρίδα του ποιητή του «Ερωτόκριτου» Βιτσέντσου Κορνάρου.








 Η Σητεία διαθέτει μικρό αεροδρόμιο, μέσω του οποίου συνδέεται με την Αθήνα και τα νησιά του Αγαίου, αποτελεί τουριστικό θέρετρο. Ο Καλλικρατικός Δήμος Σητείας προέκυψε από τη συνένωση των Δήμων Ιτάνου, Λεύκης και Σητείας. Με το ΦΕΚ A' 239 - 07.11.2011  οι Τοπικές Κοινότητες Πεύκων, Χρυσοπηγής, Λιθινών και Περβολακίων αποσπάσθηκαν από το Δ. Ιεράπετρας και εντάχθηκαν στον όμορο Δ. Σητείας. 
















Η πόλη πιθανώς ταυτίζεται με την κλασική και ελληνιστική Ητεία ή Ήτιδα, ή Σηταία, πιθανολογούμενη πατρίδα του Μύσωνα, ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Κατά το Μεσαίωνα, αποτελούσε σημαντικό εμπορικό λιμάνι του Βυζαντίου. Κατά την Ενετοκρατία ενσωματώθηκε στο Βενετικό Regno di Candia, και είχε χαρακτηρισθεί "maximum statum et lumen ejiusdem insulae" (=μέγιστος σταθμός αλλά και φως του νησιού). Για να σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους, οι Βενετοί έκτισαν σε διάφορα σημεία στρατηγικής σημασίας της επαρχίας πολλά φρούρια που σωζονται και σήμερα(π.χ Καζάρμα). Η πόλη καταστράφηκε από σεισμό το 1508 και από επιδρομή πειρατών το 1538. Το 1651, οι Βενετοί κατέστρεψαν την πόλη για να μην την παραδόσουν στους Οθωμανούς. Η Σητεία ξαναχτίστηκε το 1870, με την ονομασία Αβνιέ, η οποία όμως δεν επικράτησε. 





















ΛΙΜΑΝΙ ΣΗΤΕΙΑΣ



Το λιμάνι της Σητείας εξυπηρετεί κυρίως μικρά πλοιάρια αλιείας και ιστιοπλοϊκά, αλλά είναι -δυνητικά- σε θέση να εξυπηρετήσει μεγαλύτερα επιβατηγά. Η Σητεία συνδέεται με τον Πειραιά ακτοπλοϊκώς με τα επιβατηγά «Βιτσέντζος Κορνάρος» και «Ιεράπετρα» της Λ.Α.Ν.Ε. Παράλληλα, η Σητεία συνδέεται με νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων. 

Στο γραφικό λιμάνι της πόλης της Σητείας δεν θα συναντήσει ο επισκέπτης μόνο τις όμορφες ψαράδικες βαρκούλες ή τα ιστιοπλοϊκά των επισκεπτών της. Το όμορφο λιμάνι είναι συνδεμένο μια φορά την εβδομάδα με τον Πειραιά ακτοπλοϊκώς και είναι σε θέση να εξυπηρετήσει όλα τα μεγάλα επιβατηκά πλοία. 




Παράλληλα, με τακτικά δρομολόγια η Σητεία συνδέεται και με άλλα νησιά του Αρχιπελάγους και ιδιαίτερα με νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων. Από τα ταξιδιωτικά γραφεία της πόλης και τις τουριστικές υπηρεσίες που λειτουργούν μπορεί κανείς να πληροφορηθεί λεπτομερέστερα για όλα τα δρομολόγια των ακτοπλοϊκών γραμμών που ξεκινούν ή καταλήγουν στο λιμάνι Σητείας. 












Ψ


















ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΕΤΡΑΣ
Ο ΠΑΡΑΛΙΑΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΑΙΚΑΣΤΡΟ

Ο παραλιακός της Σητείας είναι αυτός που ενώνει με τις περιοχές του Παλαίκαστρου, της Ζάκρου και άλλες θέσεις στα ανατολικά.














ΠΟΔΗΛΑΤΟΔΡΟΜΟΙ
Οι σύγχρονοι ποδηλατοδρόμοι απαιτούν και σύγχρονες, μοντέρνες και δημιουργικές ιδέες σήμανσης. Με τόσες πολλές διαφορετικές μεθόδους, που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως για να ξεχωρίζει εύκολα το ποδήλατο και η ροή της κανονικής κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, οι επιλογές μπορεί να φαίνονται αμέτρητες.


Δύο ποδηλατόδρομους εντόπισα στην πόλη της Σητείας σε πρόσφατη επίσκεψη μου που δυστυχώς με απογοήτευσαν. γνωρίζοντας ότι είναι καινούργιοι περιίμενα να είναι καλοσυντηρημένοι και να βρίσκονται σε χρήση αλλά μάταια.
Στον πρωτο ποδηλατόδρομο κοντά στην λέσχη αξιωματικών Σητείας υπάρχουν παρκαρισμένα αυτοκίνητα, αραγμένοι κάδοι σκουπιδιών και ξεθωριασμένα χρώματα σήμανσης.


Στόν δεύτερο ποδηλατόδρομο που εντόπισα ανεβαίνωντας προς το Νοσοκομείο Σητείας είναι παραπλεύρως του δρόμου σε ποιό ασφαλή σημείο με παρτέρια απο λουλούδια να διαχωρίζουν τους ποδηλάτες απο τα οχήματα.







ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΜΕΡΟΣ ΓΙΑ ΦΙΛΙ

Μία παρέα Ιταλών street artists ψάχνει σε όλες τις χώρες ανθρώπους που θα διαδώσουν αυτό το ερωτικό μήνυμα. Μικρά stickers με την πληροφορία «Εδώ είναι ωραίο μέρος για να φιληθείτε» (This is a good kiss spot) ξεφυτρώνουν σε προσεκτικά επιλεγμένα σημεία σε κάθε χώρα του πλανήτη.


Η μυστηριώδης παρέα από την Ιταλία με το όνομα art collective 0707 ξεκίνησε αυτή την εκστρατεία με τα stickers ανανεώνοντας συνεχώς τη σχετική τους σελίδα στο facebook με κάθε νέα καταχώρηση από κάθε γωνιά του κόσμου.
Στο πλαίσιο της καμπάνιας «This is a good kiss spot», «Εδώ είναι ωραίο σημείο για φιλί» έχουν προταθεί γραφικά σημεία, κοντά σε μνημεία, σε γέφυρες, παγκάκια, αυτοκίνητα και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Σίδνεϊ, Ρώμη, Παρίσι, Βουδαπέστη αλλά και στη Σητεία στην Κρήτη.




Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ


Η οικονομία της επαρχίας στηρίζεται κατά βάση στην πρωτογενή αγροτική παραγωγή με μικρή απόδοση λόγω του πετρώδους χαρακτήρα του εδάφους της. Κατά δεύτερο λόγο, η οικονομία στηρίζεται στη βιοτεχνία, το εμπόριο, τις κατασκευές, και τον τουρισμό. Ωστόσο, οι αρχαιολογικές περιοχές και το φυσικό περιβάλλον δεν έχουν αξιοποιηθεί τουριστικά σε σημαντικό βαθμό. 






















Η οδική πρόσβαση στη Σητεία πραγματοποιείται από δύο κεντρικούς άξονες. Ο νότιος οδηγεί από την Ιεράπετρα διασχίζοντας την επαρχία Σητείας από το Λιβυκό προς το Κρητικό πέλαγος. Ο βόρειος οδικός άξονας συνδέει τη Σητεία με την πρωτεύουσα του νομού, Άγιο Νικόλαο. Με την υπόλοιπη Ελλάδα, η Σητεία συνδέεται αεροπορικά και ακτοπλοϊκά. 






























ΣΧΟΛΙΚΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ

Στην πόλη της Σητείας λειτουργούν 6 νηπιαγωγεία και 4 δημοτικά σχολεία. Επίσης, υπάρχουν 2 γυμνάσια, ένα ημερήσιο γενικό και ένα επαγγελματικό λύκειο, καθώς και εσπερινά γυμνάσιο και γενικό λύκειο. Μεταδευτεροβάθμια κατάρτιση παρέχεται από το ΙΕΚ Σητείας  ενώ σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην πόλη λειτουργεί το Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας του ΤΕΙ Κρήτης 














ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΚΑΖΑΡΜΑ




Το πιο επιβλητικό μνημείο του παρελθόντος που δεσπόζει της σημερινής Σητείας είναι το φρούριο του Κάστρου γνωστό σήμερα σαν Καζάρμα από το Casa di Arma. Οι ντόπιοι πιστεύουν λανθασμένα ότι αυτό είναι το Κάστρο της Μεσαιωνικής πόλης, ενώ το Κάστρο στα Μεσαιωνικά χρόνια λέγεται κάθε περιτειχισμένη πόλη μέσα στην οποία βρίσκονται όλα τα δημόσια και πολλά ιδιωτικά κτήρια κυρίως ευγενών και αρχόντων. Έτσι η Καζάρμα ήταν ο στρατώνας της φρουράς ή το διοικητήριο ένα δηλ. από τα οικοδομήματα της Μεσαιωνικής Σητείας η οποία περιβαλλόταν  με τείχος. 


Βασισμένοι σε χάρτες της εποχής των Ενετών, σε μκρά τμήματα του κοντά στις ρωμαϊκές ιχθυοδεξαμενές και σε μαρτυρίες ιδιοκτητών παραλιακών οικοπέδων το τείχος της πόλης εκτεινόταν από το νότιό του μέρος προς την μεριά της θάλασσας από τις ρωμαϊκές ιχθυοδεξαμενές, λίγο πιο πέρα από το σημερινό Τελωνείο, μέχρι την θέση που είναι σήμερα το κέντρο Ζορμπάς μετά έστριβε προς τα βόρεια  από τη γωνία των οδών Βενιζέλου και Καζαντζάκη και κορυφωνόταν στο πάνω μέρος της Καζάρμας όπου συναντούσε και τον ανατολικό βραχίονά του.
Οπωσδήποτε τα τείχη και η Καζάρμα  έχουν γίνει αρχικά τα τελευταία βυζαντινά χρόνια. Η πρώτη επιδιόρθωση της οχυρώσεως έγινε το 1204 από τον Γενοβέζο Ερρίκο Pescatore.




Οι Ενετοί έκαναν πολλές επιδιωρθώσεις το 1303, 1450 και ιδίως μετά το φοβερό σεισμό του 1508 για να επακολουθήσει η επιδρομή του Μπαρμπαρόσα το 1538 όπως είπαμε πιο πάνω που προξένησε στα τείχη τόσες μεγάλες καταστροφές ώστε οι Ενετοί κυβερνήτες Σφορτσα Παραβιτσίνι και Ιούλιος Σαβοργάν ζήτησαν την ισοπέδωσή των πράγμα που ανάγκασε τους ίδιους τους κατοίκους το 1586 να συμβάλλουν οικονομικά για τις ανάγκες της οχύρωσης με 1500 δουκάτα. Η ιδέα της ισοπέδωσης των τειχών έρχεται. Πάλι στην επικαιρότητα όταν το προς την θάλασσα τμήμα δεν είναι δυνατόν να επιδιορθωθεί τελείως. Οι βάϊλοι της Σητείας Gerolemo Bemb και Hannibale Gorgara αντιδρούν και επιτυγχάνουν να μην πραγματοποιηθεί η καταστροφή του Κάστρου. Το 1626 ο προβλέπτης Trevisan δηλώνει πως η Σητεία είναι σχεδόν ανοχύρωτη πόλη. Επί του διαδόχου του Francisco Morosini η Βενετία στέλνει χρήματα και μηχανικούς για την επιδιόρθωση της οχυρώσεως, δυστυχώς όμως είναι πολύ αργά όπως είπαμε πιο πάνω και αφού απομακρύνθηκαν οι κάτοικοι η φρουρά αμύνθηκε μέχρι το 1651 οπότε αποχώρησε και η πόλη κατεδαφίστηκε.
Στην Τουρκική κατάκτηση φαίνεται πως δεν ξανακτίστηκαν τα τείχη αλλά η Καζάρμα αναστηλώθηκε και σήμερα μπορεί να δει κανείς τις τουρκικές προσθήκες μεταξύ των οποίων τους κουμπέδες πάνω στις επάλξεις, τα φυλάκια δηλ. του φρουρίου.






Όλο το φρούριο βρίσκεται σε υπερυψωμένο επίπεδο για να δεσπόζει. Με δύο σκάλες μια στα Δ και μια στα Α ανεβαίνεις και βρίσκεσαι μπροστά από την Ν.Καμαρωτή είσοδο, την κυρία είσοδο του φρουρίου. Πάνω από την πόρτα υπάρχει φυλάκιο τουρκικό (κουμπές). Μετά εισέρχεται σε μια ευρύχωρη αυλή όπου αφού περάσεις δύο ανισόπεδα κρηπιδώματα με δύο σκάλες βρίσκεται μπροστά στο κυρίως κτήριο. Στα ανατολικά του μέσα στην αυλή υπάρχει κτήριο με 3 δωμάτια από τα οποία το ένα είχε σαμαρωτή στέγη. Ίσως είναι Τουρκικά κτίσματα.



Στα δυτικά, στο αντίστοιχο σχεδόν σημείο υπήρχε άλλο μικρότερο κτήριο που είναι τώρα γκρεμισμένο και ίσως επρόκειτο για μαγειρείο αφού υπάρχει ένα πολύ πλατύ τζάκι. Πάνω από τα ανατολικά διαμερίσματα υπάρχει κουμπές και μεταξύ αυτών και του κυρίως κτηρίου άλλη, η ανατολική είσοδος. Η πρόσοψη του κυρίως κτηρίου έχει μια μακρόστενη πόρτα με ένα τετράγωνο άνοιγμα πάνω της και 4 παράθυρα πιο πάνω. Αφού ανέβεις σκάλα με 16 σκαλοπάτια όπου βρίσκεσαι στον πρώτο όροφο.
Στους τοίχους γύρω υπάρχουν τριγωνικές πολεμίστρες εκτός από την πλευρά της προσόψεως. Πιο πάνω διακρίνονται οι τρύπες που στήριζαν τα δοκάρια της στέγης που αποτελούσαν συγχρόνως και το πάτωμα του δευτέρου ορόφου.



Στο δεύτερο πάτωμα υπάρχουν πάλι πολεμίστρες και οι τρύπες για τα δοκάρια της οροφής γύρω από την οποία υψωνόταν οι επάλξεις. Στη ΒΔ γωνιά υπάρχει φυλάκιο. Στην αυλή που περιβάλλεται από τείχος που σε ορισμένα σημεία φθάνει τα 5μ. υπάρχουν επάλξεις εκτός από τη πλευρά της νοτίας εισόδου. Η Καζάρμα έχει αναστηλωθεί με προσοχή και σύστημα. Πρέπει οπωσδήποτε να υλοποιηθεί η μελέτη για τη στέγαση του πύργου για να προστατευθεί το κτήριο και να αξιοποιηθεί ως μουσειακός χώρος.








ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ














































ΤΣΙΚΟΥΔΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΖΕΔΕΣ ΣΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ

Τα περισσότερα εστιατόρια και ταβέρνες στην Σητεία βρίσκονται κατά μήκος του παραλιακού πεζοδρομημένου δρόμου, όπου θα δείτε τουριστικά εστιατόρια με διεθνή κουζίνα αλλά και πιο παραδοσιακές ταβέρνες, με καλές σχετικά τιμές και πολλές Κρητικές γεύσεις και συνταγές.


Τo Ρακάδικo είναι ένα είδος παραδοσιακού καφενείου και στις πιο πολλές περιπτώσεις συνδυασμός καφενείου και ταβέρνας.

Τα ρακάδικα της Σητείας στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου γνωστά σε κάθε γωνιά του νησιού αλλά και ευρύτερα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.
Δίπλα στο λιμάνι της πόλης με καταπληκτικά και γευστικότατα παραδοσιακά Κρητικά μεζεδάκια τα οποία πρέπει να δοκιμάσετε.

Τα πιο πολλά από αυτά λειτουργούν και ως ταβέρνες και προσφέρουν ένα πλήρες μενού με παραδοσιακά φαγητά, φαγητά της ώρας, θαλασσινά, φρέσκα ψάρια ακόμη και μαγειρευτά φαγητά. 












Η ΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ


Η Σητεία είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στην πλαγιά ενός λόφου στα βόρεια και ανατολικά του νησιού. γι αυτό τον λόγο η πόλη έχει πολλά σκαλοπάτια  τα οποία προδίδουν στην πόλη μια γραφικότητα και ομορφιά.
Παρόλο που χαρακτηρίζεται ως μία σύγχρονη πόλη με έντονο τουριστικό ενδιαφέρον, έχει διατηρήσει αρκετά από τα παραδοσιακά της στοιχεία.







































Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ ΟΤΑΝ ΝΥΧΤΩΝΕΙ


Όταν πέφτει ο ήλιος σε περιοχές της Κρήτης το θέαμα είναι μοναδικό… Το σούρουπο σε περιοχές όπως η Σητεία μας χαρίζει ατμοσφαιρικά τοπία δίνοντάς της μία άλλη μορφή.
Ο ουρανός γεννάει χρώματα, τα φώτα δημιουργούν αντανακλάσεις στην θάλασσα το επιβλητικό φρούριο της καζάρμα φωτισμένο ξεχωρίζει και μεταδίδει στην πόλη την ιστορία του προκαλώντας δέος.





Η νύχτα γεννάει τη μέρα η μέρα καταβροχθίζει τη νύχτα λέει ένας στίχος και εμείς είμαστε υπέρ της γέννησης πραγμάτων και συναισθημάτων.
Η Κρήτη μεταμορφώνεται τα βράδια. Αλλάζει μορφές, χρώματα κι αρώματα. Ντύνεται με τα καλά της και βγαίνει τσάρκα στα λιμάνια της. Κι έχει μπόλικα. Λιμάνια που πέρασαν από χέρια πολλά, όμως ποτέ δεν κατακτήθηκαν πραγματικά. Έμειναν να στέκονται περήφανα κι αγέρωχα, με τους φάρους τους να μετρούν τα χρόνια και να κουβαλούν ιστορίες που ποτέ δε θα καταφέρουν να διηγηθούν.



Οι βραδιές στο νησί μας είναι μαγικές. Δεν έχει σημασία αν είσαι ντόπιος, Έλληνας, ξένος, ερωτευμένος ή όχι. Θα ερωτευτείς σίγουρα. Με την ομορφιά. Παρέες όλων των λογιών θα περάσουν από μπροστά σου φωνάζοντας. 
σημείο συνάντησης το λιμάνι της Σητείας, σημείο χαλάρωσης βόλτας, ραντεβού αλλά και διασκεδασης.
Παραδοσιακά μαγαζάκια, ουζερί, ρακάδικα ταβέρνες και καφετέριες σε συνδυασμό με υπαίθρια παιχνίδια συνθέτουν το πάζλ της νυχτερινής ζωής στην Σητεία.
οι χαλαροί ρυθμοί μιας πόλης που είναι απομακρυσμένη απο τις υπόλοιπες περιοχές της κρήτης και που εξακολουθεί να κρατάει ζωντανά τα ήθη και έθιμα της.






Η πόλη της Σητείας προσφέρεται για απλές καθημερινές απολαύσεις. Η νυκτερινή ζωή της πόλης συνδυάζεται και με υψηλής ποιότητας πολιτιστικές εκδηλώσεις μουσικής, θεάτρου και χορού.

Η Σητεία είναι μια πόλη που δέχεται το παρελθόν αλλά αναζητεί και το καινούργιο. Μια πόλη που συνδυάζει  την ανάμεικτη εικόνα της κρυμμένης μαγείας και της ηρεμίας με τη χαρά της ζωής και την ζωντάνια.













Τα περισσότερα εστιατόρια και ταβέρνες στην Σητεία βρίσκονται κατά μήκος του παραλιακού πεζοδρομημένου δρόμου, όπου θα δείτε τουριστικά εστιατόρια με διεθνή κουζίνα αλλά και πιο παραδοσιακές ταβέρνες, με καλές σχετικά τιμές και πολλές Κρητικές γεύσεις και συνταγές.
























Η ΠΟΛΥΟΥΧΟΣ ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑΣ


Ο μεγαλόπρεπος ναός της Αγίας δέσποζε της νέας πόλης ως σύμβολο του νέου ξεκινήματός της, όπως η Καζάρμα συμβόλιζε το ένδοξο παρελθόν της. Σε σειρά επιστολικών δελταρίων (Καρτποστάλ) του πρώτου τέταρτου του αιώνα που παρουσιάζουν πανοραμικές απόψεις της Σητείας, ο ναός διακρίνεται πάνω από το μιναρέ του Τζαμιού ο οποίος κατεδαφίστηκε σύμφωνα με πληροφορίες γύρω στα 1920-25. Από τα δελτάρια αυτά μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την πολεοδομική εξέλιξη της πόλης, μέχρι και το 1950, οπότε ξεκίνησε η πληθυσμιακή και οικοδομική έκρηξη.  Ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο που αποτελεί την παλαιότερη απεικόνιση του ναού της Αγίας Αικατερίνης είναι η επιστολική κάρτα που παρουσιάζει τον ίδιο το ναό, φωτογραφημένο στις αρχες του αιώνα, από τον ονομαστό για την εποχή του Τουρκοκρητικό φωτογράφο του Ηρακλείου R. Behaeddin, λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια. Αναφορά στον πρώτο ναό κάνει και ο Γάλλος περιηγητής V. Berard, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σητεία το 1897 και περιγράφει την πόλη «...Είναι η σύγχρονη πόλη της Σητείας, πόλη καινούργια με δρομάκια που σχηματίζουν μεταξύ τους ορθή γωνία, πόλη χριστιανική με τούς θόλους της ολοκαίνουργης μεγάλης βασιλικής της...» («Κρητικές Υποθέσεις» 1897, Αθήνα 1994, σελ. 243).  Ο πρώτος ναός δεν είχε κωδωνοστάσιο. Το πρώτο κωδωνοστάσιο στη νοτιοδυτική πλευρά κατασκευάστηκε το 1938 από το μηχανικό Χαράλαμπο Μαρκάκη με επιβλέποντα μηχανικό τον Ιωάννη Βαρκαράκη. Αυτά, αποτέλεσαν τα στοιχεία της λεγόμενης β' φάσης του ναού μαζί με τον Γυναικωνίτη που κατασκευάστηκε γύρω στα 1927 με σχέδια του μηχανικού Ιωαννίδη και με εργολάβο το Δημ. Βοΐλα. Ο μικρός πρόναος οικοδομήθηκε γύρω στο 1949-50 σε σχέδια του μηχανικού Χαρ. Μαρκάκη. Φωτογραφίες της εποχής του 1950 δείχνουν καθαρά τις εξωτερικές προσθήκες σε σχέση με τον πρώτο ναο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του R. Behaeddin.


Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1950, επί εφημερίας Αρχιμ. Εμμ. Μυλωνάκη, για επέκταση του Ιερού Βήματος προσετέθησαν εκατέρωθεν δύο βοηθητικοί χώροι και γύρω στα 1953-54 αντικαταστάθηκε το ετοιμόρροπο κωδωνοστάσιο με καινούργιο σε σχέδια του μηχανικού Γεωργίου Εμμ. Σπυριδάκη. Έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες επισκευής του τρούλου και του εσωτερικού θόλου για να συγκρατηθούν τα όμβρια ύδατα χωρίς τα αναμενόμενα αποτελέσματα έως ότου το 1989 εξασφαλίστηκε η στεγανότητα του ναού με την επικάλυψη των θόλων και του τρούλου εξωτερικά με φύλλα χαλκού. Η συνολική δαπάνη έφθασε τα 5,5 εκ. δραχμές. Η αυλή τσιμεντοστρώθηκε και ανοικοδομήθηκε δίπλα από το ναό κτίριο με αίθουσα δεξιώσεων, γραφείου και άλλων βοηθητικών χώρων. Τον Ιούνιο του 1993 άρχισαν έργα γενικής ανακαίνισης του ναού τα οποία χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη τρίτη οικοδομική περίοδο. Καθαιρέθηκαν και ανακατασκευάστηκαν όλα τα επιχρίσματα εσωτερικά και εξωτερικά. Κατασή, για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών αλλά και για λόγους στατικής ευστάθειας, επειδή το κτήριο είχε υποστεί ρωγμές από σεισμούς και από την προσθήκη του παλαιού γυναικωνίτη. Στη βορειοδυτική πλευρά οικοδομήθηκε δεύτερο κωδωνοστάσιο, όμοιο του προϋπάρχοντος. Οι εργασίες αυτές διήρκεσαν από τις 11 Ιουνίου έως τις 25 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Τα σχέδια και η επίβλεψη έγιναν από το Σητειακό μηχανικό Μανώλη Μιαουδάκη. Η πρώτη πανηγυρική λειτουργία μετά την ανακαίνιση έγινε στις 26 Οκτωβρίου, εορτή του Αγίου Δημητρίου. Κατά τα έτη 1997-98 κατασκευάστηκε η μεγάλη αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, κάτω από την αυλή του ναού, σε σχέδια του μηχανικού Χαράλαμπου Λεβαντάκη. Με δαπάνη του ταμείου της Αγίας Αικατερίνης με χρήματα που συνέλεξε η Ενοριακή της Επιτροπή οικοδομήθηκε ο ναός του Αγίου Γεωργίου το 1947, με σχέδια του μηχανικού Χαράλαμπου Μαρκάκη, αρχικά ως παρεκκλήσιο του ναού της Αγίας, για να ονομαστεί ενοριακός ναός την 1η Νοεμβρίου 1974. Η Ενοριακή Επιτροπή επίσης ήταν υπεύθυνη για τον παλλασιθιώτικο έρανο και τα έργα του ναού του Ευαγγελισμού.






Είναι βέβαιο ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι δύο λατινικοί ναοί της πόλης ευρίσκοντο σε ερειπιώδη κατάσταση και καμία θρησκευτική ιερουργία δεν ελάμβανε χώρα. Μετά την επιλογή των ερειπίων της παλαιάς Σητείας ως νέας πρωτεύουσας της Επαρχίας από τον Αβνή Πασά, όπως προαναφέραμε, το 1870, η αναγκαιότητα της ίδρυσης ναού των ορθοδόξων εθεωρείτο δεδομένη, παράλληλα με την ίδρυση Τζαμιού για το μουσουλμανικό πληθυσμό. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα οι μεγάλες επαναστάσεις της Κρήτης είχαν επιτύχει την κατάκτηση ορισμένων θρησκευτικών ελευθεριών οι οποίες κατοχυρώθηκαν και διευρύνθηκαν με το Χάττι Χουμαγιούν (1856), τον Οργανικό Νόμο (1868) και τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878). Ένας από τούς βασικούς νόμους που καταργήθηκε ήταν αυτός που απαγόρευε την ίδρυση νέων χριστιανικών ναών (Σεριάτ). 


Δεν υπάρχει αμφιβολία,ότι για τις πρώτες θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών της νέας πρωτεύουσας, χρησιμοποιήθηκε ο ερειπωμένος ναός της Santa Caterina ο οποίος ασφαλώς υπέστη κάποιες εργασίες επισκευών. Προφανώς, ο ναός του Αγίου Μάρκου θα ευρίσκετο σε κατάσταση πλήρους κατάρρευσης και άλλωστε θα ήταν αμφίβολο αν οι χριστιανοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν ως ορθόδοξο ναό μία εκκλησία που είχε συνδεθεί με την επίσημη εξουσία και θρησκεία  των Ενετών. Επίσης, αναμφίβολο είναι ότι η μνήμη του ονόματός του ναού της Αγίας Αικατερίνης δεν είχε λησμονηθεί σε όλο το διάστημα της τουρκικής κατοχής και οι Ελληνες κάτοικοι της νέας πόλης διατήρησαν το όνομα της Αγίας. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι και ο ναός της Santa Maria, μετά από κάποια ανακαίνιση, χρησιμοποιήθηκε από τους ορθοδόξους, τιμώμενος στο όνομα της Αναλήψεως του Σωτήρος. Από την εξέταση των παλαιών εικόνων του ναού της Αγίας Αικατερίνης προέκυψε το στοιχείο της ύπαρξης και λειτουργίας κατά την περίοδο της δημιουργίας της νέας πόλεως Σητείας του ναού του Αγίου Ιωάννη στην περιοχή «Λιοπίτη», αφού εικόνα η οποία μεταφέρθηκε στο ναό από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη φέρει την χρονολογία 1874, και για την οποία θα γίνει λόγος στην παρουσίαση των εικόνων του ναού της Αγίας Αικατερίνης. Επίσης και ο ναός του Αγίου Νικολάου στην βόρεια ακτή της Σητείας ανηγέρθη το 1933 επί των ερειπίων παλαιού ομωνύμου ναού του οποίου πιθανώς η ίδρυση θα πρέπει να τοποθετηθεί στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας η και στο τέλος της Ενετοκρατίας.



Τα κείμενα μιλούν με βεβαιότητα για την ανέγερση του νέου ναού της Αγίας Αικατερίνης επί παλαιού ναού στην ίδια θέση. Ο Gerola, στις αρχές του αιώνα γράφει σχετικά «Η σημερινή ορθόδοξη εκκλησία που βρίσκεται στη μέση της πόλης ξανακτισμένη από τα θεμέλια, ονομαζόταν με το ιταλικό όνομα «Santa Caterina». Και ασφαλώς ανταποκρινότανε στην αρχική εκκλησία των Αυγουστίνων, που αρκετά καταστράφηκε από την εισβολή του Μπαρμπαρόσσα» (Bλ. παρ. σελ. 99).
Στο περιοδικό «Μύσων» αναγράφονται τα ακόλουθα:·«Επί των ερειπίων παλαιού ναού της Αγίας Αικατερίνης ανηγέρθη επιστασία του αναπληρωτού του Επάρχου (Μουαβίνη) Νικολετάκη εκ Ρεθύμνης νέος ναός της Αγίας Αικατερίνης εις την δυτικήν θύραν του οποίου είχε ταφή η αποθανούσα σύζυγος του Νικολετάκη» (Bλ. Περιοδικό «Mύσων», Tόμος ΣT΄ (1937), σελ 46.). Τέλοςτα Απομνημονεύματα του Επισκόπου Αμβροσίου αναφέρουν «Ανέγερσις εκ θεμελίων ναού Αγίας Αικατερίνης (1890-99)» (Bλ. παρ. σελ. 99).
Από τα πιο πάνω, δεν είναι σαφές αν δημιουργήθηκε στη θέση αυτή μικρή εκκλησία στην οποία λειτουργούσαν οι χριστιανοί ή αν επί των ερειπίων του λατινικού ναού ανηγέρθη ο νέος και οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης εκκλησιάζοντο μέχρι τότε σε άλλο ναό όπως σ’ αυτόν του Αγίου Ιωάννου. Πιστεύουμε ότι -όπως προαναφέρθηκε- επισκευάστηκε πρόχειρα ο παλαιός ναός της Santa Caterina και χρησιμοποιήθηκε για τις λατρευτικές ανάγκες των χριστιανών και μετά κατεδαφίστηκε για να αναγερθεί στη θέση του ο νέος ναός. Αυτό προκύπτει σαφέστατα από το κείμενο της αφιερωτικής-κτητορικής πλάκας που εντοιχίστηκε στο νέο ναό κατά τα εγκαίνιά του το 1899. 

Το κείμενο έχει ως εξής σε μικρογράμματη μεταγραφή

Πανσητειωτών εράνω και επιμελεία Προκρίτων Λιμένος Σητείας ανωκοδομήθη ευρυχωρότερος και μεγαλοπρεπέστερος ο Καθεδρικός ουτος Ναός εν έτει 1890 προς
τιμήν και αίνον της Αγίαςκαι Πανσόφου Νυμφης τουΧριστού Αικατερίνης 
ετελέ-θησαν δε τα εγκαίνια αυτού εν έτει 1899 Αρχιερατεύοντος
του Σητείας και Ιεράς Αμβροσίου.

Από το πιο πάνω κείμενο, που έχει την άμεση εγκυρότητα, αφήνεται καθαρά να εννοηθεί η ύπαρξη στον ίδιο χώρο ναού «ολιγότερον ευρύχωρου και χωρίς την ανάλογη μεγαλοπρέπεια» αλλά πάντως ναού εν λειτουργία ο οποίος κατεδαφίστηκε για να κτιστεί ο νέος ναός «ευρυχωρότερος και μεγαλοπρεπέστερος». Άλλωστε, φαίνεται φυσικό να εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα οι χριστιανοί της Σητείας μέσα στην πόλη, στο διάστημα αυτό της εικοσαετίας η οποία μεσολάβησε από την ίδρυση της νέας πόλης, μέχρι τον χρόνο της θεμελίωσης του νέου ναού της Αγίας Αικατερίνης. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1890 για να ικανοποιήσει τις θρησκευτικές ανάγκες του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης η οποία σύμφωνα με την πρόσφατη τουρκική απογραφή του 1881 (1η έως 11η Οκτωβρίου) είχε 568 κατοίκους από τούς οποίους οι 256 αποτελούσαν τις 70 χριστιανικές οικογένειες και οι 312 τις 88 μουσουλμανικές. Ασφαλώς, εννέα χρόνια μετά θα υπήρξε αλματώδης αύξηση του πληθυσμού του χριστιανικού, με την κάθοδο από τα χωριά της Επαρχίας ώστε κατά την απογραφή του 1900, στην ελεύθερη Κρήτη, οι κάτοικοι της πόλεως Σητείας έφθασαν τους 1053, αριθμός αρκετά μεγάλος σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή αν ληφθεί υπόψη ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός είχε μεταναστεύσει από την Κρήτη κατά το μεγαλύτερο μέρος του.
Ο θεμέλιος λίθος, σύμφωνα με την εντοιχισμένη πλάκα αλλά και τα Απομνημονεύματα του Επισκόπου Αμβροσίου, θα πρέπει να αποτέλεσε και ίσως το πρώτο σε προτεραιότητα έργο του Επισκόπου, ο οποίος μόλις προ ολίγων μηνών είχε αναλάβει τα επισκοπικά του καθήκοντα, σε ηλικία 33 ετών.
Ο Ιεροσητείας Αμβρόσιος Σφακιανάκης εγεννήθη στο Ηράκλειο στις 15 Σεπτεμβρίου το 1856 έλαβε δε το κοσμικό όνομα Δημήτριος. Ο πατέρας του κατήγετο από το Βραχάσι Μεραμβέλλου και η μητέρα του από το Χουδέτσι Πεδιάδος. Η Επανάσταση του 1866 διέκοψε τις σπουδές του στη στοιχειώδη εκπαίδευση και άφησε έντονες μνήμες στο δεκαετή Δημήτριο. Τις Γυμνασιακές σπουδές του περάτωσε στο Ημιγυμνάσιο Ηρακλείου. Ακολούθως εφοίτησε στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ως υπότροφος. Επειδή η Σχολή έκλεισε το 1876 μετέβη στην Ιερισσό όπου χειροτονήθηκε Διάκονος. Ακολούθως μετέβη στην Aλεξάνδρεια αλλά επανήλθε στην Αθήνα όπου φοίτησε στη Ριζάρειο Σχολή και το 1882 ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου απεφοίτησε το 1887. Επανελθών στην Αλεξάνδρεια έφθασε στο βαθμό του Μεγάλου Αρχιμανδρίτη και Ιεροκήρυκος πάσης Αιγύπτου, παρά τον Πατριάρχη Σοφρώνιο. Εκεί επληροφορήθη την εκλογήν του από την Ιερά Σύνοδο της Κρήτης ως Επισκόπου Ιεράς και Σητείας και χειροτονήθηκε στο Ηράκλειο στις 28 Ιανουαρίου 1890.
 Η Επισκοπική του δράση υπήρξε πολυσχιδής και παραγωγική. Η συμβολή του στην εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της Ιεράπετρας και Σητείας ήταν καθοριστική ιδιαίτερα διότι συνέδεσε το όνομά του με την Επανάσταση του 1897-98 και τη μεγάλη αναδιοργανωτική προσπάθεια σε Εκκλησία και Παιδεία. Απέθανε στις 5 Ιανουαρίου 1929.



Δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα στοιχεία για την ανέγερση του ναού. Αρχεία της Ενορίας δεν υπάρχουν προ του 1899 και τα αντίστοιχα της Επισκοπής επί εποχής Επισκόπου Aμβροσίου δεν βρέθηκαν στη Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας. Πρωτομάστορας, σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, φέρεται ο εκ Χαμαιζίου Δημήτριος Αναγνωστάκης που έκτισε και την παλαιά κρήνη του Χαμαιζίου, κάτω από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, το 1890 και πιθανώς προσέθεσε λίγο αργότερα (1894) και τούς δύο θόλους στην ίδια παλιά εκκλησία. Ως τεχνίτες βοηθοί του, αναφέρονται οι επίσης Χαμεζιανοί, Εμμ. Παπαδομανωλάκης, Γ. Καζαμίας και Εμμ. Λιουδάκης, επιβεβαιώνοντας την παράδοση, που και σήμερα συνεχίζεται, για την αξία των Χαμεζιανών κτιστών. Αλλά αν για τούς μαστόρους μας πληροφορεί η προφορική παράδοση, μία πρόσφατη δημοσίευση ενός κειμένου του 1895 μας αποκάλυψε το όνομα του εκπονήσαντος τα σχέδια μηχανικού (Bλ. N I. Παπαδάκη «Aπό Λιμένος Σητείας εις Mονήν Kαψάν (1895), Σητεία 1998, σελ. 10, υποσ. 1). Πρόκειται για τον Μηνά Ωρολογά του οποίου αγνοούμε την καταγωγή. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες κατήγετο από τα Ιωάννινα αν και το επώνυμο δεν απαντάται καθόλου στην περιοχή της Ηπείρου. Αντίθετα είναι σύνηθες στη Σάμο από όπου προέρχονται και οι πρόγονοι των εχόντων το ίδιο επώνυμο οικογενειών του Ηρακλείου και των Χανίων. Πάντως φαίνεται, σύμφωνα με τις συνθήκες της εποχής, ότι θα ήταν δυσχερέστατη η κλήση μηχανικού από την ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός ίσως, από κάποια νησιά του Αιγαίου.
Είναι σύνηθες, τα επίσημα εγκαίνια των εκκλησιών να μην σχετίζονται με τον χρόνο κατά τον οποίο παρεδόθησαν ανεπίσημα στη λατρεία. Έτσι, αρκετά και συγκεκριμένα γεγονότα αναφερόμενα στο αρχείο της Επισκοπής του Αμβροσίου λαμβάνουν χώρα στο νεόδμητο ναό της Αγίας Αικατερίνης προ της ημέρας των εγκαινίων.
-2/14 Ιανουαρίου 1898. Ο Επίσκοπος Αμβρόσιος παρακαλεί τον Πολιτικό Διοικητή της Σητείας Chevalier να παραλάβει από το Τελωνείο κιβώτιο το οποίο περιέχει πράγματα τα οποία ανήκαν στο Ναό της Αγίας Αικατερίνης.
-8/20-12/24 Φεβρουαρίου 1898. Ο Επίσκοπος πληροφορεί τον Chevalier ότι θα πρέπει να προετοιμαστεί ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης, αν τελεστεί σ' αυτόν ο γάμος της ανεψιάς του Κ. Μοάτσου (Ένας K. Μοάτσος φέρεται ως τροφοδότης των Γαλλικών πλοίων (N. I. Παπαδάκη «Eπαναστατικά Aπομνημονεύματα» υπό έκδοση) και ακολουθεί αλληλογραφία από την οποία φαίνεται ότι ο γάμος έγινε με μεγάλη επισημότητα.



-24 Μαρτίου-5 Απριλίου 1898. Ο Chevalier σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο του γνωρίζει ότι όλοι στην πόλη είναι ευχαριστημένοι από την παρουσία του νέου εφημέριου του ναού Παπά Κωνσταντίνου Γαλανάκη τον οποίο θέτει υπό την προστασία του. Επίσης τον ευχαριστεί διότι έδωσε την άδεια για την τέλεση στην Αγία Αικατερίνη λειτουργίας για τούς Γαλλους όταν θα έλθει ο καθολικός ιερέας του Γαλλικού ναυτικού, Abbe Du Curon, ο οποίος ευρίσκετο επί της Ναυαρχίδας των Γαλλικών δυνάμεων «Amiral Charner» στη Σούδα.
-11/23 Νοεμβρίου 1898. Μετά την αποχώρηση του Τουρκικού στρατού και για τον εορτασμό του γεγονότος εψάλη κατανυκτική Δοξολογία στο ναό της Αγίας Αικατερίνης παρουσία των Γαλλικών Αρχών. Την ίδια ημέρα παρεδόθησαν τα όπλα των Σητειακών επαναστατών παρουσία του Ναυάρχου Pottier και του Προξένου Blanc. Aπό τα πιο πάνω γεγονότα φαίνεται ότι από το τέλος του 1897 είχαν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες του ναού και εχρησιμοποιείτο όταν έκτακτα και σημαντικά γεγονότα το επέβαλαν. Δυο χρόνια μετά, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια. Η ακριβής ημερομηνία, που δεν προκύπτει από την πλάκα των εγκαινίων, είναι η 19η του μηνός Σεπτεμβρίου, όπως αποκαλύπτεται από την ιδιόχειρη αφιέρωση επί Ευαγγελίου, δώρου προς το Ναο, του Αρχιμανδρίτου Νικοδήμου Πετυχάκη, για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερος λόγος στην παρουσίαση των κειμηλίων του ναού. Τα εγκαίνια έγιναν με πανηγυρικό τριήμερο εορτασμό στον οποίο συμμετείχε το ευσεβές πλήρωμα όχι μόνο της πόλης αλλά καί όλης της Επαρχίας, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες παλαιών κατοίκων αφού το γεγονός δεν έτυχε της καταγραφής του στον Τύπο της εποχής ο οποίος ως γνωστόν εκδίδετο μόνο στα Χανιά και το Ηράκλειο. Η ίδρυση του ναού της Aγίας Αικατερίνης δεν πανηγυρίστηκε μόνο για την ελεύθερη εκδήλωση του επί τόσους αιώνες καταπιεσμένου θρησκευτικού ορθοδόξου φρονήματος αλλά συνδέθηκε και με την εθνική ανάσταση μετά από την φρικτή τουρκική καταπίεση ενώ συγχρόνως αποτέλεσε το έμβλημα του ενδόξου παρελθόντος της μεγάλης αυτής πόλης που δημιουργήθηκε πάλι πάνω στα ερείπιά της με τις ευλογίες και ικεσίες της Πανσόφου Νύμφης του Θεού, προστάτιδος και βοηθού και στη νέα της πορεία στο μέλλον.
Στα Απομνημονεύματα του Ιεροσητείας Αμβροσίου αναγράφονται κατά χρονολογική σειρά και οι υπολειπόμενες εργασίες στο ναό μέχρι την πλήρη ολοκλήρωση της πρώτης περιόδου της δημιουργίας του.


- Το 1908 έγινε η εικονογράφηση.
- Το 1909 η πλακόστρωση.
- Το 1914 η ισοπέδωση της αυλής η περιτείχιση.

Η συνολική δαπάνη έφθασε στις 850.000 δρχ. περίπου, ποσό τεράστιο για την εποχή. Για το λόγο αυτό διεξήχθησαν επανειλημμένα έρανοι όχι μόνο στην πόλη αλλά και σε όλη την Επαρχία. Οι έρανοι αυτοί των Πανσητειωτών, που αναφέρει η πλάκα των εγκαινίων, με την επιμέλεια των Προκρίτων του Λιμένος Σητείας, απέφεραν όχι μόνο χρηματικά ποσά αλλά και ατομικές προσφορές σε προσωπική εργασία και σε οικοδομικά υλικά. Η πιο πάνω χρονολογική αναφορά παρουσιάζει βέβαια ένα ερωτηματικό ως προς το κενό της αγιογράφησης για τα δώδεκα χρόνια από την επίσημη έναρξη της λατρείας στο ναό μέχρι τον παραδιδόμενο χρόνο της κατασκευής του τέμπλου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία και αυτό μας επιτρέπει την υπόθεση ότι τοποθετήθηκε πρόχειρα κάποιο ξύλινο χώρισμα στο Άγιο Βήμα επί του οποίου είχαν αναρτηθεί εικόνες που είχαν προσφέρει οι πιστοί η αγιογραφήθησαν με απόφαση της Επιτροπείας του ναού (περίπτωση Μιχελιδάκη του 1909).


ΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ
Το αεροδρόμιο της Σητείας μπορεί να φιλοξενήσει αεροπλάνα μικρού και μεσαίου μεγέθους. Τακτικές πτήσεις πραγματοποιούνται από και πρός την ΑθήναΡόδοΚάρπαθοΚάσο, το Άκτιο και το Ηράκλειο. Επίσης, το αεροδρόμιο είναι σε θέση να φιλοξενεί πτήσεις τσάρτερς και ιδιωτικών αεροσκαφών. 

Το νέο κτίριο του αεροδρομίου Σητείας παραδόθηκε σε χρήση τις προηγούμενες ημέρες τον μήνα Ιούλιο 2015 και πραγματοποίησε  τις πρώτες αφίξεις και νέες αναχωρήσεις. Το αεροδρόμιο μετά από 33 χρόνια είναι πλέον ένα ολοκληρωμένο έργο έτοιμο να εξυπηρετήσει τη Σητεία και τους επισκέπτες της περιοχής .
Ο Δημοτικός Αερολιμένας Σητείας, βρίσκεται στην περιοχή Μπόντα του Δήμου Σητείας, σε απόσταση 1 χμ. από το κέντρο της πόλης. Λειτούργησε στο πρώτο του κτήριο στις 7 Ιουνίου του 1984 όπου και προσγειώθηκε η πρώτη πτήση των Ολυμπιακών Αερογραμών, η οποία ήταν  δοκιμαστική και επέβαινε επιτελείο της Ο.Α., Στις 9 Ιουνίου 1984 γίνονται τα εγκαίνια του Δημοτικού Αερολιμένα Σητείας,


Την ίδια μέρα, 10.30 π.μ. πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσημη πτήση,
Στις 13 Ιουνίου 1984 προσγειώθηκε πτήση από τη Ρόδο,
Στις 14 Ιουνίου 1984 προσγειώθηκε πτήση από την Κάρπαθο.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1986 τέλειωσε η αποπεράτωση των εργασιών ασφαλτόστρωσης των διαδρόμων,
Στις 20 Μαΐου 1993 γίνεται η μεταστέγαση των υπηρεσιών ΔΑΣΤ,
Την 1η Μαΐου 2003 λειτουργεί ο νέος διάδρομος απογειώσεων / απογειώσεων
Την 1η Μαΐου 2005 έγινε ξανά μεταστέγαση των υπηρεσιών ΔΑΣΤ σε προσωρινά κτήρια εμβαδού 1000τ.μ.

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΔΙΑΔΡΟΜΟΥ

Μήκος διαδρόμου: 730μ.

Μήκος νέου διαδρόμου: 2100μ. x 60μ.
Διεύθυνση διαδρόμου:  05/23 
Το κατωφλι του διαδρομου 35 χρησιμοποιειται σημερα για την σταθμευση των αεροσκαφων . κωδικός IATA: JSH κωδικός ICAO: LGST 






Επισκεφτήκαμε το δημοτικό Αεροδρόμιο Σητείας και ξεναγηθήκαμε απο τον υπεύθυνο τηλεπικοινωνιών του Αεροδρομίου κύριο Κυριάκο Παπαιωάννου .
Ενα κτήριο κόσμημα υπερσύχρονο που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τα υπόλοιπα αεροδρόμια της Κρήτης αλλά και ίσως και άλλων αεροσταθμών της υπόλοιπης Ελλάδας.


Οπως δήλωσε ΚΡΗΤΗ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ο κύριος Παπαιωάννου η λειτουργία του θα αποτελέσει μία νέα αρχή και με δυναμική ανάπτυξης για την περιοχή μας. 
Η ικανοποιητική κάλυψη του συνόλου των επιβατικών αναγκών θα συμβάλει καθοριστικά στην τουριστική προβολή της Σητείας και της Κρήτης γενικότερα, με δυνατότητα καλύτερων υπηρεσιών στο μέλλον που δεν θα υπολείπονται σε τίποτα των λοιπών διεθνών αερολιμένων.


Στο αεροδρόμιο της Σητείας έχουν προβλεφτεί τα πάντα, τεχνικές προδιαγραφές για πεζοδρόμια τυφλών έως και μέσα στο αεροδρόμιο, τουαλέτες για Αμέα, ιατρεία νοσηλείας, ανάνηψης, αλλά και για λοιμώδη.







Οι μεγάλοι καθαροί χώροι του αεροδρομίου είναι ικανοί να εξυπηρετήσουν άνετα τους επιβάτες που θα αναμένουν την πτήση τους.
Το αεροδρόμιο είναι κάτι παραπάνω από ένα πάρκινγκ αεροσκαφών. Είναι ο προθάλαμος των διακοπών, το άνοιγμα και το κλείσιμο του ταξιδιού, η πρώτη και η τελευταία εντύπωση που θα σου μείνει από κάθε μέρος που επιλέγεις να επισκεφθείς.





Οι φωτεινές επιγραφές εντός του χώρου του αεροδρομίου διευκολύνουν τον επιβάτη αλλά και τον επισκέπτη να κινηθεί ώς προς τις πιθανές ανάγκες του, αλλά και να εξυπηρετηθεί ανάλογα με τις αποσκευές του και τον προορισμό του.







Η παρουσία της αστυνομίας στο αεροδρόμιο της Σητείας είναι με βάρδιες 24ωρης βάσης, ενώ ιδιαίτερη ευγενική ήταν η συνάντηση μας με τον αξιωματικό υπηρεσίας στον χώρο έλεγχου των διαβατηρίων .


Το κατάστημα των αφορολογήτων ειδών το οποίο βρίσκεται στην διαδικασία στελέχωσης τόσο προσωπικού , όσο και διαμόρφωσης του χώρου με τα εμπορεύματα που απαιτούνται.


Ο ιδιαίτερα όμορφος και ζεστός χώρος της καφετέριας του αεροδρομίου σε συνάρτηση με τις πολύ λογικές τιμές κάνει προσιτή την αναμονή μας δίνοντας μας την δυνατότητα να πιούμε το αναψυκτικό ή το καφέ μας, να δοκιμάσουμε τα Σητειακά γλυκά και να αγοράσουμε τα τελευταία σουβενίρ της όμορφης πόλης  της Σητείας.





Τον αερολιμενάρχη του δημοτικού αεροδρομίου Σητείας κύριο Δημήτρη Βερίγο συναντήσαμε στον χώρο της καφετέριας και βγάλαμε μια αναμνηστική φωτογραφία μαζί με την κυρία Μαργαρίτα Καφετζάκη επίσης υπεύθυνη τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρονικός στο αεροδρόμιο, τον κύριο Κυριάκο Παπαιωάννου και τον φίλο Νίκο στο επάγγελμα ταξιτζής μαζί με τον επίσης συνάδελφο του Γιάννη Σολδάτο.



Ωπως δήλωσε στο ΚΡΗΤΗ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ  ο αερολιμενάρχης Σητείας κύριος Δημήτρης Βερίγος το σύγχρονο αεροδρόμιο της Σητείας , ένα έργο κομβικής σημασίας , θα παίξει στρατηγικό ρόλο στην ανάπτυξη της Ανατολικής Κρήτης και στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων της.
υπάρχουν ακόμα κάποιες ελλείψεις τόσο σε μικρά μηχανήματα αλλά περισσότερο σε ανθρώπινο δυναμικό και κυρίως υπάρχει ανάγκη στην στελέχωση του ιατρείου.




Στόν πάνω όροφο του αεροδρομίου υπάρχουν γραφεία, τα ιατρεία και η καρδιά και το μάτι του αεροδρομίου .
Το control room του αεροδρομίου ένας υπερσύχρονος χώρος όπου ελέγχονται τα πάντα μέσα απο τις οθόνες - μάτι αλλά και απο τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τους οποίους ο κύριος Κυριάκος Παπαιωάννου και η κυρία Μαργαρίτα Καφετζάκη έχουν την δυνατότητα να ελέγχουν οτιδήποτε κινήτε απο φυσικό πρόσωπο στον εσωτερικό και προαύλιο χώρο, αλλά το σημαντικότερο να διορθώνουν και να προλαβαίνουν ζημιές.






Πολύ προσωπική εργασία, αμέτρητες ώρες δουλείας και ελάχιστη προσωπική ζωή για τους δύο συναδέλφους ηλεκτρονικούς που είναι ζευγάρι και στην ζωή.
Χαρακτηριστικά μας έλεγε η κυρία Καφετζάκη ότι να λείψουν μαζί για διακοπές ή διήμερο σαν ζευγάρι απο την εργασία τους δεν είναι εφικτό.
Απαιτούνται άλλες 4 οργανικές θέσεις για το τμήμα των ηλεκτρονικών του αεροδρομίου αλλά προς το παρόν το κράτος δεν μπορεί να τις καλύψει.










Το αεροδρόμιο έχει την δυνατότητα να φιλοξενήσει αεροπλάνα  μικρού και μεσαίου μεγέθους. Επίσης, το αεροδρόμιο είναι σε θέση να φιλοξενήσει πτήσεις  CHARTER και ιδιωτικά αεροσκάφη.








 Συνεχίζοντας την ξενάγηση μας στο δημοτικό αεροδρόμιο σητείας βρεθήκαμε στην αίθουσα vip επισήμων, με τον χώρο υποδοχής να περιλαμβάνει ένα καθιστικό , ένα μπάρ τις τουαλέτες , ακόμα και για αμέα και την ιδιωτική έξοδο προς την έξοδο του αεροδρομίου ή προς το υπόγειο πάρκινγκ το οποίο είναι και προς την διάθεση του προσωπικού του αεροδρομίου.





Στα υπόγεια του αεροδρομίου υπάρχει η βρώμικη... αν και πεντακάθαρη απο χώρους, δουλεία του αεροδρομίου, δεξαμενές νερού, πετρελαίου, υπερσύχρονα συστήματα ασφαλείας και πυρόσβεσης, γεννήτριες και ups, αντλίες και πάνω απ όλα η αίσθηση ότι εδώ χτυπάει η καρδιά του αεροδρομίου.








Το αεροδρόμιο Σητείας λειτουργεί λίγε ημέρες αλλά τα χαμόγελα τόσο του προσωπικού όσο και των τουριστών - επιβατών είναι έκδηλα στα πρόσωπα τους, αφού οι μέν δουλεύουν σε ένα όμορφο χώρο στολίδι για την πόλη της Σητείας αλλά και ολόκληρης της Κρήτης, αφού το αεροδρόμιο  της πόλης δεν έχει να ζηλέψει τίποτα τεχνολογικά και εμφανισιακά απο μεγάλα αεροδρόμια της υπόλοιπης Ελλάδας. το ίδιο συναίσθημα νιώθουν και οι τουρίστες που η αναμονή τους γίνεται πλέον πιο όμορφη.



Ο ιδιαίτερα προσεγμένος χώρος στάθμευσης των επαγγελματιών οδηγών ταξί έξω απο το αεροδρόμιο, σε ειδικές οριοθετημένες θέσεις  επί του οδοστρώματος εξυπηρετεί και τους ίδιους αφού βρίσκονται σε χώρους σκίασης, αλλά και τους επιβάτες που με το που βγαίνουν στον προαύλιο χώρο δεν χρειάζεται να περπατήσουν για να βρούν ταξι.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κύριο Κυριάκο Παπαιωάννου , την κυρία Μαργαρίτα Καφετζάκη και βέβαια τον αερολιμενάρχη Σητείας κύριο Δημήτρη Βερίγο για την ξενάγηση στους χώρους του αεροσταθμού, για την γνωριμία και τις ανθρώπινες κουβέντες που αναταλάξαμε και να ευχηθώ καλή αρχή, καλή διαδρομή, και καλές πτήσεις.


ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ
Το Γενικό Νοσοκομείο - Κ.Υ. Σητείας ιδρύθηκε το έτος 1947 με το από 9-4-1947 Β.Δ. υπό μορφή δημοσίου, δυναμικότητας κατά την ίδρυσή του 30 κλινών αμέσως μετά την απελευθέρωση και την αναχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και η ύπαρξη του κρίθηκε αναγκαία από τους συμμάχους για την ανακούφιση των κατοίκων της Επαρχίας Σητείας από την πολύχρονη ταλαιπωρία που είχαν υποστεί από τα στρατεύματα κατοχής.




Η στελέχωση του, αρχικά από Βρετανίδα Εθελόντρια Νοσηλεύτρια του Ερυθρού Σταυρού και ένα Γιατρό, καταδεικνύει την αναγκαιότητα της ύπαρξης Νοσηλευτικού Ιδρύματος την εποχή εκείνη στην περιοχή, έστω και υποτυπώδους μορφής.
Αρχικά στεγάστηκε σε σπίτια ιδιωτών και μετά σε ιδιόκτητο (από δωρεά) οίκημα μέχρι το 1982.











Το 1983 λόγω της ακαταλληλότητας του κτιρίου και για να καλύψει τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής μεταστεγάστηκε σε ιδιωτικό κτίριο (πρώην ξενοδοχείο).
Από το Φθινόπωρο του 1994 το Γενικό Νοσοκομείο - Κ. Υ. Σητείας στεγάζεται σε νέο σύγχρονο ιδιόκτητο κτίριο στην περιοχή Ξεροκαμάρες Σητείας, εξοπλισμένο με σύγχρονο επιστημονικό μηχανολογικό και ξενοδοχειακό εξοπλισμό, δυναμικότητας 110 κλινών και 7500 m2. Για την κατασκευή του εντάχθηκε στο Πρόγραμμα του Μ.Ο.Π. Κρήτης & χρηματοδοτήθηκε από την Ε.Ο.Κ. με το ποσό των 2 δις. Δρχ.
Σήμερα το Νοσοκομείο μας έχει Αναπτυγμένες 75 κλίνες και Οργανικές 75, βάσει του νέου Οργανισμού που ισχύει 


ΚΤΙΡΙΟ Α ΙΣΟΓΕΙΟ Κεντρική Είσοδος, Αναμονή, Τηλεφωνικό Κέντρο, Servers Room- Κατανεμητές, Γραφείο Κίνησης Εσωτερικών Ασθενών
ΟΡΟΦΟΣ Είσοδος Γραφείων, Διάδρομος Κίνησης, COMPUTER ROOM, Γραφείο Προϊστάμενου Τεχνικής Υπηρεσίας, Τμήμα Πληροφορικής & Οργάνωσης,
ΚΤΙΡΙΟ Β ΥΠΟΓΕΙΟ Είσοδος Κτιρίου Β', Διάδρομος Κίνησης, Αποθήκη, Ραφείο, Κουζίνα, Εγκαταστάσεις Η/Μ Είσοδος Φαρμακείου, Φαρμακείο, Αξονικός Τομογράφος



ΙΣΟΓΕΙΟ Διάδρομος Κίνησης, Θάλαμοι Νοσηλείας Χειρουργικού Τομέα
Α' ΟΡΟΦΟΣ Διάδρομος Κίνησης, Θάλαμοι Νοσηλείας Παθολογικού Τομέα
Β' ΟΡΟΦΟΣ Διάδρομος Κίνησης, Θάλαμοι Νοσηλείας Κενοί. Γραφείο Δ/νουσας ΝΥ, Γραφεία Γιατρών
ΚΤΙΡΙΟ Γ ΥΠΟΓΕΙΟ Διάδρομος Κίνησης, Τραπεζαρία, Εξοδος Τραπεζαρίας, Αρχείο, Νεκροτομείο,Εξοδος Νεκροτομείου, Πλυντήρια, Κεντρική Αποστείρωση, Η/Μ
ΙΣΟΓΕΙΟ Διάδρομος Κίνησης, Θάλαμοι Νοσηλείας Χειρουργικού Τομέα, Εξοδος στο Αίθριο Νοσηλευτικών Μονάδων



Α' ΟΡΟΦΟΣ Διάδρομος Κίνησης, Θάλαμοι Νοσηλείας Παθολογικού Τομέα
Β' ΟΡΟΦΟΣ Διάδρομος Κίνησης, Θάλαμοι Νοσηλείας Παιδιατρικού
ΚΤΙΡΙΟ Δ ΥΠΟΓΕΙΟ Διάδρομος Κίνησης, Μηχανοστάσια, Η/Μ, Εξοδος Μηχανοστασίου
ΙΣΟΓΕΙΟ Διάδρομος Κίνησης Χειρουργείων, Χειρουργεία, Διάδρομος Κίνησης Εργαστηρίων, Εργαστήρια (Μικροβιολογικό, Ακτιν/κό), Εξοδος Μικροβιολογικού προς Περιβάλλοντα Χώρο και Αίθριο Μικροβιολογικού



ΚΤΙΡΙΟ Ε ΟΡΟΦΟΣ Αίθουσα Εκδηλώσεων, Αίθριο Αιθουσας Εκδηλώσεων
ΚΤΙΡΙΟ Ζ ΙΣΟΓΕΙΟ Είσοδος Ε.Ι.απο τον περιβάλλοντα χώρο και το Αίθριο Ε.Ι., Εξωτερικά Ιατρεία
Α' ΟΡΟΦΟΣ Γραφείο Προσωπικού, Γραμματείας, Τεχνικής Υπηρεσίας, Γραφείο Δ/νσης Δ.Υ., Γραφείο Διοικητή & Διοικητικού Συμβουλίου, Διάδρομος Κίνησης
ΚΤΙΡΙΟ Η ΙΣΟΓΕΙΟ Διάδρομος Κίνησης, Εξωτερικά Ιατρεία
Α' ΟΡΟΦΟΣ Δωμάτια Εφημερίας Ιατρών
ΚΤΙΡΙΟ Θ ΙΣΟΓΕΙΟ Είσοδος ΤΕΠ, Διάδρομος Κίνησης, Τ.Ε.Π , Βραχεία Νοσηλεία
ΚΤΙΡΙΟ Ι ΙΣΟΓΕΙΟ Κτίριο Ιατρικών Αερίων



ΚΤΙΡΙΟ Κ ΙΣΟΓΕΙΟ Κυλικείο
ΚΤΙΡΙΟ Λ ΙΣΟΓΕΙΟ Περιβάλλον Χώρος
ΚΤΙΡΙΟ Μ ΙΣΟΓΕΙΟ Κεντρικές Αποθήκες Υλικών, Γραφείο Αποθηκών
ΚΤΙΡΙΟ Ν ΙΣΟΓΕΙΟ ΕΚΑΒ, Χώρος Στάθμευσης Ασθενοφόρων, Γραφείο Οδηγών
ΚΤΙΡΙΟ Ξ ΙΣΟΓΕΙΟ Βιολογικός Καθαρισμός


ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΣΟΥ


Αν το μπάνιο στις κοντινές παραλίες της πόλης που κατοικείται σας φαίνεται πολύ... αστικό, θεωρώ ότι στην Κρήτη ακόμα και οι αστικές πόλεις έχουν την μυρωδιά της θάλασσας.
Στην πόλη της Σητείας συνδυάζουμε  μπάνιο, βλέπωντας στα 200 μέτρα το καράβι να φθάνει στο λιμάνι,  θαλασσινούς μεζέδες στα 50 μέτρα απο ρακάδικα και ταβέρνες, και βέβαια την απόλυτη ηρεμία, λίγο πριν ο Νοέμβρης μας βάλει για τα καλά σε ρυθμούς πόλης, και του χειμώνα.



























ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ




ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ




ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ Το πρόγραμμα τουριστικής προβολής - Ξενοδοχειακές επενδύσεις - Ποιοτική διαμονή σε ξενοδοχείο ............. ............. .............
ΠΡΟΣΩΠΑ Για τη Χαρούλα Βερίγου (Ζωή Δικταίου)- Νέο τραγούδι Ελευθερία ή θάνατος - Σοφία Μανουσάκη ............. ............. .............

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ