Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Η ζωή μετά το ναυάγιο του πλοίου Ηράκλειο ( Μαρτυρίες συγγενών )

Εχει περάσει μισός αιώνας, όμως η “σκιά” του “Ηράκλειον” συνεχίζει να παραμένει πάνω από τα Χανιά και την Κρήτη. Το τραγικό ναυάγιο που στοίχισε τη ζωή 247 ή 273 ή 277 επιβατών και μελών του πληρώματος (σ.σ. ποτέ δεν εξακριβώθηκε ο ακριβής αριθμός) στιγμάτισε μια ολόκληρη εποχή και αποτέλεσε το έναυσμα για τη δημιουργία των εταιρειών Λαϊκής Βάσης που βελτίωσαν τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες σε όλο το Αιγαίο. Με την συμπλήρωση 50 και ετών από το ατύχημα, επιστρέφουμε στα γεγονότα με τις αφηγήσεις συγγενών θυμάτων, διασωθέντων και ανθρώπων που έζησαν την επόμενη ημέρα του συμβάντος. Την ίδια ημέρα, τρία χρόνια μετά, ένα άλλο τραγικό ατύχημα η πτώση του αεροσκάφους της “Ολυμπιακής” στην πτήση από τα Χανιά προς την Αθήνα στην περιοχή της Κερατείας (85 επιβάτες, 5 άτομα πλήρωμα) θα συνταράξει και πάλι τον τόπο.



tampakakhxrysh«Ημουν το ορφανό…»
«Ως κορίτσι δεν χάρηκα τις χαρές της οικογένειας. Ο πατέρας μου είχε 9 αδέλφια και είχα πολλά πρωτοξάδελφα. Οταν παντρεύονταν όμως δεν μπορούσα να πάω στις χαρές τους γιατί ήμουν ορφανό! Ηταν ρετσινιά τότε. Δεν μπορούσα να πάω όταν έστρωναν κρεβάτι! Το ορφανό δεν πάει! Να ντύσει τη νύφη; Ποτέ! Δεν πήγαινες σε αυτές τις χαρές. Τώρα αυτά ευτυχώς έχουν ξεπεραστεί, τότε όμως τα κοίταζαν». Η κα Χρυσή Ταμπακάκη ήταν 9 ετών όταν έχασε τον πατέρα της Μανώλη (44 ετών) στο ναυάγιο του “Ηράκλειον”. Και η ζωή της άλλαξε από τη μια μέρα στην άλλη.
«Ο μπαμπάς μου πήγαινε για εμπορικούς σκοπούς στην Αθήνα. Είχε βγάλει εισιτήριο για να φύγει στις 8 Δεκεμβρίου όμως είδε πως δεν τον συνέφερε εμπορικά και άλλαξε τα εισιτήρια και έφυγε στις 7 Δεκεμβρίου. Ηταν ο τελευταίος που ανέβηκε στο καράβι…» θυμάται η συνομιλήτρια μας.
Της ζητάμε να πάει το ρολόι της ζωής της πίσω και να θυμηθεί το πρωινό της 8ης Δεκεμβρίου όταν μαθεύτηκε στα Χανιά η είδηση του ναυαγίου.
«Στο μαγαζί του μπαμπά που εμπορευόταν ελαιόλαδο κάθε πρωί βάζαμε το ραδιόφωνο. Βγήκε έκτακτο δελτίο που έλεγε ότι πνίγηκε το “Ηράκλειον”! Δεν ήξερα εγώ, παιδί τότε, αν ήταν πλοίο, ο νομός ή η πόλη. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι έγινε! Η μητέρα μου όμως αναστατώθηκε και μας πήγε δίπλα σε μια γειτόνισσα. Αρχισε να μαζεύεται κόσμος, κλάματα, απορίες και αναστάτωση. Η μητέρα μου ήξερε τι είχε συμβεί. Το βράδυ ο αδελφός του  μπαμπά και ο αδελφός τη μητέρας μου αποφάσισαν να φύγουν για την Αθήνα για να δουν αν ήταν στους διασωθέντες. Οπου ήταν Νοσοκομείο, όπου υπήρχαν πτώματα πήγαν για να δουν αν τον βρουν. Πολλά πτώματα είχαν παραμορφωθεί. Ετσι έψαχναν ένα κτύπημα στο πόδι, ένα χρυσό δόντι και τη βέρα που είχε.  Δεν τον βρήκαν ποτέ!»

Η ΑΠΩΛΕΙΑ
Η συνειδητοποίηση του χαμού πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του Μανώλη Ταμπακάκη, τη γυναίκα, τον γιο του που ήταν 14 ετών αλλά και τη Χρυσή που ήταν ακόμα παιδί. «Κατάλαβα ότι ο μπαμπάς έφυγε και δεν θα ξαναγυρίσει. Αλλά πού ήταν ο μπαμπάς, γιατί δεν τον έχουμε κηδέψει; Είναι πολύ σκληρό, 50 χρόνια να κάνουμε μνημόσυνα χωρίς να έχει γίνει κηδεία! Πολύ σκληρό για τη ψυχή ενός παιδιού, ενός εφήβου, ενός ενηλίκου ακόμα. Η έλλειψη πατέρα; Τρομερή και όσο περνάει ο καιρός η έλλειψη γίνεται πιο σκληρή. Στην εφηβεία δεν τον έχεις δίπλα σου, σε μια συζήτηση, να τον συμβουλευτείς! Οταν κάνεις παιδιά, να μοιραστείς τη χαρά μαζί του!» λέει. Ο Μανώλης Ταμπακάκης ήταν άριστος κολυμβητής, με τον αδελφό του πήγαιναν από την Αγ. Μαρίνα στα Θοδωρού τα καλοκαίρια γι’ αυτό και η οικογένεια του εκτιμά ότι πρέπει να εγκλωβίσθηκε στην καμπίνα του και εκεί να πνίγηκε.
Το μόνο θετικό για τις οικογένειες που έχασαν τους ανθρώπους τους ήταν η δημιουργία των εταιρειών λαϊκής βάσης (ΑΝΕΚ και Μινωικές) με μετόχους τον λαό της Κρήτης. Πέρα όμως από κάποια έκπτωση για τους συγγενείς πρώτου βαθμού των θυμάτων, παρότι υπήρξαν σχετικά αιτήματα δεν υπήρξε κάποια πρόσληψη  για γυναίκες και παιδιά πολυμελών οικογενειών».


ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ
Τόσα χρόνια μετά η κα Χρυσή πιστεύει ότι το ναυάγιο του “Ηράκλειον” δεν ήταν ατύχημα. «Το πλοίο έπρεπε να είχε αποσυρθεί και ο εφοπλιστής Τυπάλδος έπαιρνε από το Υπουργείο συνεχώς παρατάσεις. Για μένα δεν ήταν ατύχημα. Ηταν δυνατόν να μην έχουν ασφαλίσει τα αυτοκίνητα, τις μπουκαπόρτες; Ολα αυτά για μένα δεν είναι συμπτώσεις. Και δεν το λέω γιατί δεν πήραμε αποζημιώσεις, γιατί δεν πήραμε ούτε μια δραχμή αλλά αυτό είναι το τελευταίο που μας ενδιαφέρει. Αυτό που μας νοιάζει είναι ότι χάσαμε τον πατέρα μας, χάσαμε τους ανθρώπους μας!». Η επόμενη ημέρα ήταν πολύ δύσκολη και για την μητέρα της που όμως αντεπεξήλθε στα προβλήματα της εποχής και μεγάλωσε τα παιδιά της.
«Πήρε αγκαλιά την φωτογραφία του πατέρα μου και άνοιξε το μαγαζί και το κράτησε! Οχι ως ελαιουργείο πια που ήταν ήταν βαρύ επάγγελμα για μία γυναίκα να σηκώνει νταμιτζάνες και βαρέλια αλλά με ζωοτροφές. Και για μας πολλές οι δυσκολίες. Οταν δεν έχεις τον πατέρα σου είναι πιο αυστηρή και η οικογένεια, γιατί και η μάνα σου θέλει να σηκώσει πιο ψηλά το λάβαρο της ηθικής, της αξιοπρέπειας. Μην καθυστερήσει το παιδί το βράδυ, μην ξενοκοιτάξει, μην πουν ότι η μάνα τα έχει παρατήσει. Τα είχε έννοια. Και βέβαια πάντα η μάνα με ένα μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και τα δικά μου ρούχα τα έβαψαν μαύρα γιατί δεν είχα. Αλλά όλα αυτά ξεπερνιούνται. Η έλλειψη του πατέρα δεν ξεπερνιέται με τίποτα…»

baranakh«Τι να απαντήσεις όταν σε ρωτάνε τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;»
«Είμαι μαθήτρια της Τετάρτης Δημοτικού. Πάω στο σχολείο μου το 16ο Δ.Σ. και ο δάσκαλος μας λέει κάποια στιγμή την πρώτη ή τη δεύτερη ώρα ότι «παιδιά θα σας πω κάτι δυσάρεστο. Χάθηκε το “Ηράκλειον” αύτανδρο». Αρχίζω εγώ και άλλη μια κοπέλα μέσα στην τάξη να κλαίμε, γιατί οι μπαμπάδες μας ήταν μέσα στο πλοίο, το ήξερα ότι είχε φύγει την προηγούμενη για την Αθήνα. Ο δάσκαλος τα έχασε, δεν το είχε φανταστεί ότι στην τάξη είχε παιδιά που οι γονείς τους ήταν στο πλοίο και μας λέει στη συνέχεια ότι δεν χάθηκε το πλοίο αλλά… η πόλη Ηράκλειο! Το πίστεψα…», θυμάται η κα Αργυρώ Βαρανάκη. Ομως πολύ γρήγορα θα αντιληφθεί το δυσάρεστο, όταν οι θείες της θα έλθουν στο σχολείο και θα την πάρουν.
Οι συγγενείς της ξεκινούν ένα αγώνα στα λιμεναρχεία και στα νοσοκομεία για να μάθουν κάτι περισσότερο, για να βρουν έστω το πτώμα του Βαγγέλη Βαρανάκη. Δυστυχώς δεν θα το βρουν ποτέ!
«Μείναμε χωρίς πατέρα. Τι άλλο να πεις! Η πιο δύσκολη στιγμή για μένα ήταν όταν μετέπειτα τύχαινε να με ρωτάνε δάσκαλοι ή καθηγητές στο γυμνάσιο: «Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου…». Αισθανόμουν πολύ άσχημα! Ευτυχώς η οικογένεια μας ήταν δεμένη, μας στήριξαν τα αδέλφια της μητέρας μου, τα αδέλφια του πατέρα μου αλλά… δύσκολες εποχές. Η μητέρα μου 32 ετών χήρα! Ωραία γυναίκα, στα καλύτερα της και να φοράει πλερέζες. Ο πατέρας μου είχε ένα μαγαζί που πουλούσε φύλο για κανταΐφι. Η μάνα μου δεν είχε εργαστεί ποτέ μέχρι τότε! Μετά τις 40 μέρες μπήκε στο μαγαζί για να το δουλέψει. Δυνατή γυναίκα και δεν της φαινόταν γιατί την είχαν μεγαλώσει στα πούπουλα οι γονείς της. Είχε όμως πολύ μεγάλη ψυχική δύναμη και τα κατάφερε, έβγαλε ένα χαρακτήρα πολύ δυνατό που δεν το φανταζόταν κανείς» λέει η κα Βαρανάκη.
Μια μέρα η μητέρα της κάλεσε στο σπίτι τους τον κ. Σταύρο Λαγωνικάκη διασωθέντα του ναυαγίου για να μάθει λεπτομέρειες. «Το σαλόνι μας είχε κάποιες πόρτες που ανοιγόκλειναν. Και εγώ άκουγα τη συνομιλία τους πίσω από αυτές τις πόρτες και τον άκουσα τον Λαγωνικάκη να λέει ότι τον είχε δει μαζί με τους Φθενάκηδες στο σαλόνι του πλοίου και ότι δεν πρόλαβαν να βγουν έξω γιατί το πλοίο ήδη είχε αρχίσει να γέρνει. Αυτό θυμάμαι… Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πτώμα, πάντα έχεις μια ελπίδα… μήπως. Κάποια στιγμή ως φοιτήτρια είδα στο Παγκράτι έναν άντρα που ήταν ίδιος ο πατέρας μου και σκέφθηκα “λες ρε παιδί μου να έχει διασωθεί και να έχει χάσει τη μνήμη του…” σου περνάνε τέτοια πράγματα από τον νου. Αλλά ο άνθρωπος απλά του έμοιαζε» εξηγεί.
Η ίδια δεν δίστασε έκτοτε να ταξιδέψει με πλοίο ή αεροπλάνο και το ίδιο έκανε και με την κόρη της που τη μεγάλωσε ώστε να είναι ανεξάρτητη και δυναμική. «Εντάξει όταν έχει Μποφόρ, αποφεύγω να ταξιδεύω. Μια φορά ως φοιτήτρια στις 7 Ιανουαρίου πήγαινα στην Αθήνα και έφυγα με το “Κύδων”. Είχε όμως πολλά Μποφόρ!
Το πλοίο έφευγε τότε από τα Χανιά στις 6 το απόγευμα και έφτανε στον Πειραιά τις 6 το πρωί. Ανησυχούσε η μητέρα μου και πήρε τηλέφωνο το λιμεναρχείο να ρωτήσει και της λένε ότι το πλοίο προσάραξε στη Φαλκονέρα! Αντιλαμβάνεστε πως θα ένιωσε!
Τελικά φτάσαμε στις 5-6 το απόγευμα» καταλήγει η συνομιλήτριά μας.



lagwnikakhsΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΓΩΝΙΚΑΚΗΣ – ΕΠΙΖΩΝ: «Ολοι ήθελαν να δουν τον διασωθέντα»
«Γύρισα στα Χανιά από την Αθήνα με αεροπλάνο. Είχα τότε ένα μαγαζί στα Στιβανάδικα και χωρίς υπερβολές μπορεί να περνούσαν 200-300 άτομα για να δουν τον ναυαγό» μάς λέει ο κ. Σταύρος Λαγωνικάκης, ένας εκ των επιζώντων του ναυαγίου. Το κλίμα στα Χανιά της εποχής και σε όλη την Κρήτη δεν μπορεί να περιγραφεί. Συγγενείς, φίλοι θυμάτων και αγνοουμένων ζητούσαν πληροφορίες από τον κ. Σταύρο για τον αν είχει δει τους δικούς τους ανθρώπους, αν είχε μιλήσει μαζί τους, αναζητώντας κάποια ελπίδα.
Ο ίδιος ο κ. Σταύρος παρά το σοκ του ναυαγίου λίγες ημέρες μετά ξαναταξίδεψε πάλι για την Αθήνα με το πλοίο της γραμμής!
«Αν κοιμήθηκα στην καμπίνα; Ξάπλωσα αλλά με το πρώτο “τριξιματάκι” πεταγόμουν πάνω!» απαντάει.
Του ζητάμε για άλλη μια φορά να θυμηθεί όσα απίστευτα έζησε εκείνη τη νύχτα.
«Ταξίδευα για εμπόριο στον Πειραιά. Ηταν ένα δρομολόγιο που έκανα συχνά. Ξύπνησα πολλές φορές μέσα στη νύχτα γιατί κτυπούσαν τα βαρέλια που είχε το πλοίο. Ενιωσα ότι κάτι κακό συμβαίνει όταν κάποια στιγμή άκουσα το καμπανάκι να χτυπάει έντονα και το κεφάλι μου είχε κατέβει χαμηλά στο κρεβάτι! Προσπάθησα να καθίσω στο κρεβάτι και με παρέσερνε η κλίση. Οπως ήμουν με το σλιπάκι και τον “κασκορσέ” βγήκα έξω από την καμπίνα μου “μαμουνιστός”. Είχα μαζί μου 300.000 δρχ. για να κάνω αγορές στην Αθήνα και τα πέταξα μέσα στην καμπίνα για να έχω τα χέρια μου ελεύθερα. Στο σαλόνι είδα τον Βαγγέλη Βαρανάκη και τον Φθενάκη να προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, να ισορροπήσουν. Ομως τους είχε «πάρει η κλίση» του βαποριού και στο σαλόνι είχε αρχίσει να μπαίνει νερό. Εγώ πατάω στην κουπαστή της σκάλας και αρχίζω μπουσουλώντας να προσπαθώ να φτάσω στην πόρτα. Την ώρα που είμαι έτοιμος να πιάσω την πόρτα, γλυστράω και φεύγω προς τη σκάλα. Προσπαθώ ξανά από την αρχή και μόλις φτάνω στην σκάλα και σβήνουν τα φώτα του καραβιού. Ο τοίχος έχει αρχίζει να γίνεται πάτωμα με την κλίση και η σκάλα ήταν πια κατακόρυφα. Σκαρφάλωσα στη σκάλα, πιάστηκα στο κάγκελο και πήγα 10-15 μέτρα χωρίς να πατάνε τα πόδια στο πίσω μέρος του καραβιού γιατί αν έμενα εκεί που ήμουν θα με καπάκωνε το καράβι μόλις “τούμπερνε”. Ευτυχώς έχω τη συνήθεια όταν μπαίνω σε ένα καράβι να κάνω μια βόλτα γύρω-γύρω για να ξέρω πού είναι οι πόρτες και είχα προσανατολιστεί. Φτάνω στο πίσω μέρος και βλέπω την προπέλα έξω από τη θάλασσα, κόσμος μέσα στη θάλασσα να φωνάζει και τότε κάνω το άλμα και βουτάω στη θάλασσα. Αφού κολύμβησα για 10-15 μέτρα βλέπω το καράβι να γυρίζει ανάποδα!»

«ΠΙΣΤΕΥΑΜΕ ΟΤΙ ΜΑΣ ΕΠΝΙΞΑΝ»
Μέσα στη νύχτα (σ.σ. το ναυάγιο έγινε μετά τις 2), με τα κύματα να είναι θεόρατα ο κ. Σταύρος προσπαθεί να ζήσει. «Πίσσα σκοτάδι, τα κύματα τεράστια σαν διώροφο σπίτι, τη μια στιγμή να νιώθεις ότι είσαι στο υπόγειο του και την άλλη στην ταράτσα του! Σιγά-σιγά τα μάτια προσαρμόστηκαν στη νύχτα. Μετά από πολύ ώρα βλέπω σε απόσταση πάνω στο κύμα κάτι   να επιπλέει. Φώναξα αν είναι κανείς, δεν έπαιρνα απάντηση, το κύμα με φέρνει για καλή μου τύχη δίπλα σε αυτό το πράγμα, που ήταν ένα κασόνι. Μέσα στο κασόνι είναι ο Ηλίας Κουρκουνάκης, ένα μέλος του πληρώματος που δεν ήξερε μπάνιο και δίπλα μια γυναίκα η Αννα Σαραντάκη. Στη συνέχεια το κασόνι πιάνει και ο Παναγιώτης Μπελώνης, Χανιώτης και αυτός. Τέσσερα άτομα, ένας μέσα στο κασόνι και οι υπόλοιποι τρεις να το κρατάμε από γύρω. Θα ήταν 10 το πρωί, αν μπορώ να υπολογίσω σωστά   γιατί δεν είχα ρολόι και περνάει ένα αεροπλάνο μας βλέπει και ρίχνει προς το μέρος μας μια φωτοβολίδα. Σε απόσταση 1 χλμ. ήταν πάρα πολλά καράβια, τα βλέπαμε. Δεν μας πλησίασαν όμως, ούτε φάνηκε ότι μας είδαν. Αρχίσαμε να λέμε μεταξύ μας ότι επίτηδες έπνιξαν το “Ηράκλειο” και δεν θέλουν να υπάρχει κανείς επιζώντας γι’ αυτό και δεν έρχονται να μας πάρουν. Αυτό είπαμε τότε… βέβαια η αλήθεια είναι ότι εκεί που ήταν τα πλοία ήταν οι πολλοί ναυαγοί, οι πολλοί πνιγμένοι, εμείς είχαμε απομακρυνθεί.  Μετά από λίγη ώρα περνάει πάλι το αεροπλάνο και μας ρίχνει ένα πανί που έγινε βάρκα. Θα έπεσε 30 μ. από εμάς αλλά να πας τώρα να το πιάσεις, πως; Με τι δυνάμεις; Την πήρε η θάλασσα και την εξαφάνισε…»



Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΧΑΘΗΚΕ
Από τα 4 άτομα η γυναίκα ήταν η πιο άτυχη. «Θα ήταν 1 το μεσημέρι. Τη Σαραντάκη άρχισαν να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της και να αφήνει σιγά-σιγά το κασόνι. Προσπάθησα να την κρατάω με το ένα χέρι μου. Μια φορά την πήρε το κύμα και την πρόλαβα. Προσπαθήσαμε με τον Κουρκουνάκη να την βάλουμε μέσα στο κασόνι αλλά δεν μπορέσαμε. Την επόμενη φορά το κύμα την πήρε, σε απόσταση 1 μέτρο από εμάς την είδαμε να χάνεται …Μια ώρα μετά μας βρήκε το αρματαγωγό το “Σύρος” και μας περισυνέλεξε…».
Μέσα στο αρματαγωγό οι διασωθέντες τουρτουρίζουν από το κρύο παρότι είναι σκεπασμένοι με κουβέρτες και οι ναύτες τους φροντίζουν. Τα μάτια τους “κόβουν” από το πετρέλαιο και τα καθαρίζουν με κολλύριο και μπαμπάκι. Οι ίδιοι είναι γεμάτοι πετρέλαια από το πλοίο. «Όταν φτάσαμε στην Αθήνα και πήγα στο σπίτι συγγενών μου πλύθηκα 3-4 φορές με “Τide” για να καθαρίσω. Τα ονόματα των διασωθέντων είχαν ανακοινωθεί τότε στους δικούς μας στην Κρήτη και ήξεραν ότι είμαι ζωντανός. Τι πιστεύω σήμερα ότι με κράτησε ζωντανό; Η έγνοια του παιδιού μου, ήταν ενός έτους τότε και σκεφτόμουν ότι δεν μπορώ να το αφήσω! Και επίσης ότι ήμουν σε καλή φυσική κατάσταση -ήμουν και 27 ετών- και κατάφερα να σκαρφαλώσω τη σκάλα, να κρεμαστώ από την κουπαστή, να βουτήξω στο νερό» θυμάται ο κ. Σταύρος.

Η γυναίκα που έκοβε τα εισιτήρια
«Θυμάμαι σαν τώρα ένα ζευγάρι, που έτρεξε στην προβλήτα την ώρα που είχαν σηκώσει τη σκάλα και φώναζε να την κατεβάσουν για να μπουν μέσα. Και η σκάλα κατέβηκε και οι άνθρωποι μπήκαν μέσα και δυστυχώς πνίγηκαν!» αφηγείται η κα Μαρία Παπαδάκη που εργαζόταν στο γραφείο Μαρκαντωνάκη που πρακτορεύονταν τότε τα εισιτήρια της εταιρείας “Τυπάλδου” που είχε το “Ηράκλειον”.
Η κα Παπαδάκη θυμάται πως το πλοίο είχε καθυστερήσει για να περιμένει ένα φορτηγό-ψυγείο που θα ερχόταν από τον Φουρνέ με πορτοκάλια για τις αγορές των Χανίων. Το φορτηγό αυτό ήταν το μοιραίο γιατί δεν είχε ασφαλιστεί καλά και έπεσε πάνω στην μπουκαπόρτα του “Ηράκλειον” με αποτέλεσμα να αρχίσει να βάζει νερά και να βυθιστεί. «Λέγανε τότε πως αν είχε φύγει κανονικά το πλοίο και δεν περίμενε το φορτηγό, δεν θα το έβρισκε η καταιγίδα στη “Φαλκονέρα”. Αυτά έλεγαν τότε…» αναφέρει.
«Εφυγα το πρωί της επομένης από το σπίτι μου, μπήκα στο λεωφορείο Χανιά -Χαλέπα, και μου λέει ένας που δούλευε τότε στο λιμάνι: «Το ξέρεις ότι πνίγηκε το “Ηράκλειο”, το πλοίο;». Ξαφνιάσθηκα, γιατί δεν είχαμε τηλεοράσεις, κινητά τότε και του απαντώ: «Κουζουλάθηκες! Πώς πνίγηκε τόσο μεγάλο καράβι»; Φτάνω στο γραφείο στην οδό Χατζ. Γιάνναρη και τι να δω; Ουρά ο κόσμος έξω, ήθελε να μάθει τι έγινε! Θρήνος στα Χανιά, τεράστιο σοκ, πέρασαν μήνες, χρόνια για να ξεπεραστεί. Ηλθαν και κάτι παιδιά που ήταν τότε ναύτες στο Ναύσταθμο και τους είχε βοηθήσει να γλυτώσουν μια φοιτήτρια από τα Χανιά η Αλκηστις Αγοραστάκη που τελικά πνίγηκε. Και έκλαιγαν οι ναύτες για την κοπέλα που χάθηκε… Τι να σας πω. Είναι γεγονότα αυτά που δεν μπορώ να τα ξεχάσω ποτέ! Πολύ άσχημα γεγονότα και ψυχοφθόρα και για μας γιατί τον ξέραμε τον κόσμο που ταξίδευε, ήταν άνθρωποι που τους γνωρίζαμε καλά. Ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια!».
Ρωτάμε την κα Παπαδάκη για το αν το “Ηράκλειον” ήταν σαπιοκάραβο, όπως ειπώθηκε στη συνέχεια. «Αυτά λέχθηκαν μετά, ότι του είχαν προσθέσει καταστρώματα για να έχει περισσότερες καμπίνες, ότι ήταν μετασκευασμένο επιβατηγό από φορτηγό πλοίο! Τι να πω! Πάντως το γραφείο “Μαρκαντωνάκη” ήταν το καλύτερο στην Ελλάδα, αυτό πρέπει να το πω».





ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ: Η τραγωδία του “Ηράκλειον” στον Τύπο
«Εις πλοίον θανάτου μεταβλήθει το Φέρρυ – Μπωτ “Ηράκλειον” κατά το χθεσινόν ταξίδιόν του προς τον Πειραιά. Μέσα εις λίγα λεπτά της ώρας παρέσυρε εις τον βυθό της θάλασσας 250; περίπου άτομα βυθίζοντας τον Νομόν μας εις το πένθος. Η συγκλονιστική αυτή θαλάσσια τραγωδία εξετιλήχθη χθες εις την περιοχήν της νησίδος Φαλκονέρας».
Η τραγωδία του “Ηράκλειον” δεν θα μπορούσε να μην μονοπωλεί το πρωτοσέλιδο της 9ης Δεκεμβρίου 1966 της εφημερίδας “Παρατηρητής”. Λίγες μόλις ώρες μετά το θλιβερό συμβάν ο τοπικός Τύπος αποτυπώνει το μέγεθος του δράματος που έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα την ιστορία των Χανίων.
Ενδεικτικοί οι τίτλοι των χανιώτικων εφημερίδων: “300 και πλέον άτομα έρμαια των μανιασμένων κυμάτων” (“Παρατηρητής”), «Το Φ)Μ “Ηράκλειον” εβυθίσθη αιφνιδίως χθες το βράδυ πλησίον της νήσου Φαλκονέρας – Πανελλήνιο πένθος διά την πρωτοφανή θαλάσσια τραγωδία” (“Κήρυξ” – έκτακτη έκδοση).
Η ροή πληροφοριών τις πρώτες ώρες είναι συνεχής και η αγωνία μήπως βρεθούν κι άλλοι ναυαγοί καταλαμβάνει μεγάλο μέρος στην ειδησεογραφία. «Εις 46 ανέρχονται οι μέχρι τούδε διασωθέντες» σημειώνει στον υπότιτλο ο συντάκτης του κύριου ρεπορτάζ του “Παρατηρητή”, ενώ στην ίδια σελίδα φιλοξενείται λίστα με τα ονόματα των ατόμων που κατάφεραν να διασωθούν.
Παράλληλα, υπάρχουν μαρτυρίες από τους πρώτους ναυαγούς που είχε ηχογραφήσει συνεργείο της ΕΙΡ, όταν αυτοί έφτασαν στον Πειραιά και νοσηλεύτηκαν στο Τζάνειο Νοσοκομείο. Στο ίδιο κείμενο μπαίνει το ερώτημα: «Δι’ όλα φταίει το αυτοκίνητον ψυγείον;».



Ο πολιτικός κόσμος εκφράζει την οδύνη του, ενώ το Δημοτικό Συμβούλιο συγκαλείται έκτακτα και εκδίδει ψήφισμα.
Ο “Κήρυξ” κυκλοφορεί στις 9 Δεκεμβρίου με τίτλο «225 αγνοούμενοι, ο θλιβερός απολογισμός του τραγικού ναυαγίου του Φ/Μ “Ηράκλειον” – ολόκληρος η Ελλάς θρηνεί τα ατυχή θύματα του πρωτοφανούς αυτού θαλάσσιου δράματος».
Μέσα από το κύριο άρθρο πληροφορούμαστε για τις έκτακτες εκδόσεις που προηγήθηκαν: «Η Εφημερίς μας, η οποία με υπεράνθρωπες προσπάθειες ηγωνίσθη χθες, δι’ επανειλημμένων εκδόσεών της, να τηρήση ενήμερον την αγωνιώδη κοινήν γνώμην επί των νεωτέρων ειδήσεων της φοβερής τραγωδίας, απευθύνει θερμά συλλυπητήρια προς τα οικογένειας των ατυχών θυμάτων…».
Συγκλονίζει η περιγραφή από το δράμα των συγγενών που προστρέχουν στο Λιμεναρχείο και το πρακτορείο του “Ηράκλειον” «δια να πληροφορηθούν περί της τύχης των δικών τους» αλλά και το «τρομακτικόν οικογενειακόν δράμα» πενταμελούς οικογένειας που «ξεκληρίσθη από το ναυάγιον»…


Στο πρωτοσέλιδο δεσπόζει ακόμα η είδηση για την… πτήση του βασιλιά, ο οποίος «επιβιβάσθη μόνος, μη συνοδευόμενος υπό άλλων προσώπων, αεροσκάφους τύπου “Ντακότα”, το οποίο υπερύπτη της περιοχής του τραγικού ναυαγίου επί τρίωρον και πλέον».
Ακολουθούν ρεπορτάζ για τη συμβολή των συμμάχων στις επιχειρήσεις διάσωσης με 3 αμερικανικά πολεμικά και 2 βρετανικά αλλά και η βοήθεια που παρείχε το «φινλανδικόν πετρελαιοφόρον “Λούναλας” με το οποίο έφθασαν στον Πειραιά 21 ναυαγοί του βυθισθέντος σκάφους»…
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν ημέρες θρήνου και οδύνης για την τοπική κοινωνία και ολόκληρο το πανελλήνιο. Το μέγεθος της τραγωδίας ήταν τέτοιο που το ναυάγιο του “Ηράκλειον” θα κυριαρχήσει για πολλές ακόμα ημέρες στην τοπική ειδησεογραφία και όχι μόνο…

Έλληνες Πρωθυπουργοί στην ψάθα - 6 ιστορίες για τα Χριστούγεννα - Τα Εδέσματα των Χριστουγέννων .............> ............. .............
Το πλοίο Πορτοκαλής ήλιος - Ένα Χριστουγεννιάτικο χωριό - Ο αγρός του φράγματος Αποσελέμη .............> ............. .............
Νίκος Ψιλάκης η πρωινή φωνή της Κρήτης - Ο Καλλιτέχνης τζαγκάρης Σπύρος Χαιρέτης - Άνθρωποι που ταιριάζουν τα φέσια τους ............. ............. .............

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ

4 μουσικοί στο γλέντι του 15 Άυγουστου 2018 ............. Στο Παρασπόρι του δήμου Σητείας

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ

.........

ΤΟ ΝΕΟ SITE ΣΗΤΕΙΑΚΑ ΝΕΑ

.............