Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Ο Αντώνης Στεφανάκης απο τον Ζαρό στυλοβάτης της Kρητικής παραδοσιακής οργανοποιίας

Μια εξαιρετική φυσιογνωμία και συνάμα ένας απλός άνθρωπος που μαγεύει με την προσωπικότητα του και την αγάπη του για την Kρητική παραδοσιακή οργανοποιία. Ο Αντώνης Στεφανάκης γεννημένος στα Καρδαμιανά Γέργερης του δήμου Ρούβα το 1938 έδειξε από μικρός την κλίση του στην τέχνη της οργανοποιίας και στους Κρητικούς παραδοσιακούς χορούς. Ανήσυχος από μικρό παιδί άρχισε να φτιάχνει και να παίζει μικρά παραδοσιακά όργανα (θαμπίολια και ασκομαντούρες).
Φεύγοντας από το χωριό του το 1960 γνωρίζεται με τον Γιώργο Παγωμένο, ένα σπουδαίο χορευτή. Οι δύο τους θα βρεθούν σε μία ταβέρνα (στου «Χαρίλαου») από όπου και θα ξεκινήσουν να χορεύουν. Από εκείνο το σημείο ξεκινάει και η επαγγελματική σταδιοδρομία του Αντώνη Στεφανάκη σαν χορευτή πλέον, με συνεργασίες μεγάλα ονόματα όπως τον Γιάννη Κοκολάκη, Νίκο Ξυλούρη και τον Αντώνη Περιστέρι. Με τον τελευταίο θα ταξιδέψουν σε πολλές χώρες αλλά και σε όλη την Ελλάδα κάνοντας γνωστό τον Κρητικό χορό. Παίρνοντας μέρος στο Πανελλήνιο Φεστιβάλ στο Πασά Λιμάνι κατάφεραν να κερδίσουν και βραβείο . Η επιτυχία τους ήταν πολύ μεγάλη. Στο συγκεκριμένο φεστιβάλ γνωρίστηκαν με διάφορα μέλη Κρητικών Σωματείων οι οποίοι τους κάλεσαν αργότερα στις διάφορες εκδηλώσεις που διοργανώνονταν κατά καιρούς σε όλο τον νομό της Αττικής.
Οι εμπειρίες που αποκόμιζαν παίρνοντας μέρος σε μεγάλους θιάσους και θεατρικές παραστάσεις ( με τον Μάνο Κατράκη, τη Δώρα Στράτου κα.) ήταν ανεκτίμητες. Δυστυχώς όμως η δικτατορία διέκοψε την πορεία τους και έτσι ο Αντώνης Στεφανάκης έφυγε για το εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα για την Γερμανία.
Στην Γερμανία και μετά από ένα διάστημα σκληρής δουλειάς, άρχισε να δημιουργεί Κρητικές λύρες παραδίδοντας παράλληλα και μαθήματα οργανοποιίας με τις λιγοστές γνώσεις του πάνω στο αντικείμενο. Εν τω μεταξύ σαν πρόεδρος των Κρητών Μονάχου διοργάνωνε Κρητικές βραδιές με διάφορους καλλιτέχνες (σσ. Μανώλη Καρπουζάκη, Θανάση Σκορδαλό, Γιάννη Μαρκογιαννάκη, Σπύρο Σηφογιωργάκη, Μιχάλη Φραγκιαδάκη, Βαγγέλη Τσαφαντάκη, Μανόλη Κατσαμά, Νενεδάκη Μάρκο κα.). Με αφορμή άλλη μία Κρητική βραδιά γνώρισε τον SIGFRID SCHWAB κάτοικο Μονάχου, εξαιρετικός κύριος και σπουδαίος μουσικός όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Στεφανάκης. Επίσης με τον λυράρη Δασκαλάκη Κώστα, Καμπουράκη Κώστα και με τον γιό του τον Δημήτρη Στεφανάκη έκαναν συχνές παρουσιάσεις σε διάφορες πόλεις της Ελβετίας, Βελγίου και Ολλανδίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι έγιναν απευθείας αναμεταδόσεις από το κρατικό ραδιόφωνο του Παρισιού “Radio France”.
Ο κ. Schwab βλέποντας την δουλειά με τα παραδοσιακά Κρητικά όργανα του κ. Στεφανάκη, του πρότεινε να φοιτήσει στην σχολή Οργανοποιίας 100 χιλιόμετρα έξω από το Μόναχο με δάσκαλο τον κ. Helmut Buchsteiner.
Έτσι μετά από 4 μήνες μαθημάτων και εξάσκησης τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν.
Αφήνοντας την Γερμανία και πιάνοντας αμέσως δουλειά στην Αθήνα το 1979 και αργότερα στην Κρήτη το 1983, στην περιοχή του Ζαρού, το όνομα και η φήμη του άρχισαν να γίνονται γνωστά παντού. Λόγω του τουριστικού μέρους της περιοχής, η φήμη του εξαπλώνεται και στο εξωτερικό μέσα από περιοδικά και αφιερώματα. Σύντομα και τα ΜΜΕ από τον Καναδά την Αυστραλία, την Αμερική ακόμα και από την Ιαπωνία ενδιαφέρθηκαν για το έργο του. Το έργο και η προσφορά του στην Κρητική οργανοποιία και στην μουσική τέχνη είναι πού μεγάλη. Δημιούργησε διάφορα όργανα με αποκορύφωση το λαούτο από ψαροκόκαλο, τροποποίησε μερικά παραδοσιακά με μεγάλη επιτυχία, ασχολήθηκε ακόμα και με την διδασκαλία σε πανεπιστήμια και σχολές για την διατήρηση των Κρητικών οργάνων. Ακόμα και τώρα σε ηλικία 70 ετών το μεράκι και η αγάπη του για την οργανοποιία παραμένει άσβεστη.


Δεμένοι με τα παραδοσιακά μουσικά τους όργανα είναι οι Κρητικοί. Σε όλες τις κοινωνικές και οικογενειακές τους εκδηλώσεις, οι Κρητικοί παίζουν ώρες ατέλειωτες τα παραδοσιακά τους όργανα, γλεντούν και τραγουδούν. Τέσσερα είναι τα κυριότερα μουσικά όργανα σήμερα στην Κρήτη: Η Λύρα, το Λαούτο, το Βοιλί και το Μαντολίνο. Τα δύο τελευταία τα συναντούμε ακόμη, σε ορισμένες περιοχές του νησιού. Tο ΜΠΟΥΛΓΑΡΙ, η ΑΣΚΟΜΠΑΝΤΟΥΡΑ, το ΣΦΥΡΟΧΑΜΠΙΟΛΟ και το ΝΤΑΟΥΛΙ, σχεδόν σπανίζουν. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε, ότι μετά το 1970 πολλοί καλλιτέχνες άρχισαν να χρησιμοποιούν ως δεύτερο συνοδευτικό όργανο της λύρας, μαζί με το λαούτο, και την κιθάρα.

Η ΛΥΡΑ:

Μουσικό όργανο με πανάρχαιες Ελληνικές ρίζες, παιζόταν από την αρχαιότητα στο νησί όχι όμως με τη σημερινή του μορφή, είναι το πιο αγαπητό και ευρύτερα γνωστό σήμερα στους κατοίκους της Kρήτης και της διασποράς. Εκτός Kρήτης παίζεται και σε ορισμένες άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως στα Δωδεκάνησα - κυρίως στην Κάσο και την Κάρπαθο, τη Θράκη και τη Μακεδονία, αλλά με διαφορετική όμως μορφή (αχλαδόσχημη) και παίξιμο. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε την φυαλόσχημη λύρα ή κεμεντζές που παίζουν οι ΄Έλληνες του Πόντου και της Καππαδοκίας. Στην Κρήτη τη λύρα τη συναντάμε κατά καιρούς - κυρίως μετά το 18ο αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του 1940 - σε διαφορετικές μορφές και παραλλαγές: 



  • ΛYPA, η AXΛAΔOΣXHMH την συναντάμε σε δύο τύπους, το λυράκι, με μικρό ρηχό σκάφος και οξύ ήχο και τη βροντόλυρα, με μεγάλο βαθύ σκάφος και έντονο μπάσο ήχο. Παιζόταν από τον 17ο αιώνα στο νησί, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στο δοξάρι της συναντάμε τα Γερακοκούδουνα (είδος κουδουνιών). Με αυτά οι λυράρηδες κρατούσαν το ρυθμό γιατί δεν είχαν άλλα συνοδευτικά όργανα όπως το μπουλγαρί ή το λαούτο, που άρχισαν να εμφανίζονται ως συνοδευτικά όργανα της λύρας, - πρώτα το μπουλγαρί και λίγο αργότερα το λαούτο - μετά το 1915.



  • BIOΛOΛYPA, είδος λύρας που έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το βιολί, που οφειλόταν στην Ευρωπαϊκή εισβολή και την μεγάλη αποδοχή που είχε το βιολί στα χρόνια του μεσοπολέμου, κυρίως από τους κατοίκους της Ανατολικής και Δυτικής Kρήτης. Η βιολόλυρα, πρωτοκατασκευάστηκε και εμφανίστηκε στην Κρήτη γύρω στα 1920 και παιζόταν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 40. Σήμερα σπανίζει στην Κρήτη.



  • ΛYPA η ΣΗΜΕΡΙΝΗ, είναι η συνέχεια της εξέλιξης της αχλαδόσχημης λύρας (ενδιάμεσος τύπος λυρακιού - βροντόλυρας), παίζεται σε όλη την Κρήτη. Ιδιαίτερα μετά το 1950, οπότε καθιερώθηκε. Είναι το κυρίαρχο και πιο αντιπροσωπευτικό μουσικό όργανο της Kρήτης.



  • Το ΛΑΟΥΤΟ ή ΛAΓOYTO:

    Παίζεται σ’ ολόκληρη την Κρήτη και είναι - μετά την λύρα - το πιο γνωστό και αγαπητό όργανο των κατοίκων του νησιού και των Kρητών της διασποράς. Εκτός Kρήτης, παίζεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, με διαφορετικό όμως κούρδισμα. Tο σημερινό λαούτο είναι η συνέχεια της εξέλιξης του αναγεννησιακού και η εμφάνισή του στην Kρήτη χρονολογείται από την εποχή του Β. ΚΟΡΝΑΡΟΥ (Ερωτόκριτος). Στην πορεία της εξέλιξής του έχει υποστεί διάφορες μορφολογικές αλλαγές στο σκάφος και στο χέρι του για να αποδίδει εντονότερο ήχο, άρχισε να παίζεται ως συνοδευτικό όργανο της λύρας ή του βιολιού μετά το 1920, κυρίως, όμως από τους κατοίκους της κεντρικής και δυτικής Kρήτης. Σήμερα, εκτός από μπάσο συνοδευτικό όργανο, παίζεται και ως σόλο και αποδίδει κατά τον τέλειο τρόπο τις Κρητικές μελωδίες, κάτι που συνηθίζεται όμως, στις άλλες περιοχές της Ελλάδας. Δεν είναι πια τόσο περίτεχνο αλλά δεν διαφέρει και πολύ από το παλιό.

    Το ΒΙΟΛΙ:

    Όργανο με παγκόσμια απήχηση, που στη σημερινή του μορφή παίζεται περίπου 400 χρόνια. Είναι αγαπητό όργανο και είχε μεγάλη απήχηση στους κατοίκους της Kρήτης, μέχρι και τα χρόνια του μεσοπολέμου, κυρίως όμως στην Ανατολική και Δυτική Κρήτη. Λόγο της ιδιοτυπίας των μοτίβων των περιοχών αυτών (κοντυλιές και πεντοζάλια) - που παίζονται και ερμηνεύονται με περισσότερη άνεση στο βιολί - και τον επηρεασμό τους από την σπουδαία έντεχνη διασκευή και εκτέλεσή τους με το βιολί, από τον Στρατή Kαλογερίδη την εποχή εκείνη, είχε ως αποτέλεσμα, να αγαπηθεί και να διαδοθεί στους κατοίκους των περιοχών αυτών. Όμως μετά τον πόλεμο και την εμφάνιση των μεγάλων πρωτομαστόρων λυράρηδων, άρχισε σιγά σιγά να κυριαρχεί η λύρα, με αποκορύφωμά της τις δεκαετίες του 60-70. Παρόλο που το βιολί παίζεται ακόμα και σήμερα από πολλούς κατοίκους, κυρίως όμως της Ανατολικής και Δυτικής Kρήτης, η πορεία της λύρας στην πολύχρονη Kρητική μουσική ιστορία αναμφίβολα έδειξε ότι ξεχώρισε, αγαπήθηκε, καθιερώθηκε και έβαλε έντονα την σφραγίδα της στη μουσική συνείδηση του Κρητικού λαού.

    Το ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ:

    Όργανο ευρωπαϊκής καταγωγής, το συναντάμε σε όλα τα ευρωπαϊκά παράλια τις μεσογείου. Παίζεται σχεδόν σε όλη την Κρήτη και είναι ευρύτερα γνωστό στους κατοίκους τις. Η εμφάνισή του χρονολογείται από την εποχή της ενετοκρατίας στο νησί. Είχε μεγάλη απήχηση στους κατοίκους κυρίως στα χρόνια του μεσοπολέμου, που το χρησιμοποιούσαν με διάφορες παραλλαγές (μαντόλα) και ως συνοδευτικό όργανο της λύρας ή του βιολιού. Σήμερα παίζεται κυρίως ως σόλο όργανο, σε προσωπικές και οικογενειακές εκδηλώσεις των κατοίκων της Kρήτης.

    Το ΜΠΟΥΛΓΑΡΙ:

    Όργανο της οικογένειας του Ελληνικού ταμπουρά συγγενής με τον τζουρά. Η εμφάνισή του στην Κρήτη χρονολογείται προς τα τέλη του 18ου αιώνα και γενικεύθηκε μετά το 1915 με τους Μικρασιάτες. Παιζόταν κυρίως στο Ρέθυμνο στα χρόνια του μεσοπολέμου και έγινε δημοφιλές από τον Στέλιο Φουσταλιέρη. Σήμερα σπανίζει στην Κρήτη.

    Η AΣKOMΠANTOYPA:

    Είναι κατ εξοχήν ποιμενικό όργανο και παίζεται σχεδόν σ ‘ όλα τα νησιά του Αιγαίου. Η ασκομπαντούρα με την ονομασία άσκαυλος παιζόταν από την αρχαιότητα, καθώς επίσης και από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας των τελευταίων Ελληνικών χρόνων, και αργότερα από τους Ρωμαίους. 

    Στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο μοναστήρι του Αγίου Φανουρίου στο Bαλσαμόνερο Ηρακλείου, υπάρχει εικόνα του 15ου αιώνα με τον ’γιο Φανούριο να παίζει ασκομπαντούρα. Παιζόταν μέχρι και τη δεκαετία του ΄60 κυρίως από τους κατοίκους των ορεινών περιοχών του νησιού. Σήμερα σπανίζει στην Κρήτη.



    Το ΣΦYPOXAMΠΛIO ή ΘIAMΠΌΛI:

    Όργανο της οικογένειας των σουραβλιών και των φλογέρων, παίζεται από την αρχαιότητα και η εμφάνισή του στην Kρήτη χρονολογείται από τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Ήταν το αγαπημένο όργανο και η συντροφιά των βοσκών στα βουνά της μεγαλονήσου, το συναντάμε ακόμα και σήμερα, αλλά παίζεται από λίγους και μεγάλους σε ηλικία κατοίκους της Kρήτης.

    Το ΝΤΑΟΥΛΙ:

    Τα νταούλια είναι αρχαιότατα όργανα κοινά σ ‘ όλους τους λαούς του κόσμου και τα συναντάμε με διάφορες ονομασίες. Tο Νησιώτικο μικρό νταούλι (τουμπανάκι) που παίζεται ακόμα και σήμερα στα νησιά του Αιγαίου και το χρησιμοποιούν ως συνοδευτικό όργανο της τσαμπούνας ή του βιολιού είναι της ίδιας οικογένειας με το Σητειακό νταούλι. Η εμφάνισή του στην Κρήτη και συγκεκριμένα στη Σητεία χρονολογείται γύρο στον 16ο αιώνα που ήρθε από τα Δωδεκάνησα. Παιζόταν κυρίως από τους κατοίκους της Ανατολικής Kρήτης και το χρησιμοποιούσαν στους χορούς ως συνοδευτικό όργανο της λύρας ή του βιολιού μέχρι και τη δεκαετία του ΄60. Σήμερα σπανίζει στην Ανατολική Κρήτη


    Εργαστήρι μουσικών οργάνων Στεφανάκης Αντώνης
    Ζαρός Ηρακλείου Κρήτης
    Τηλ.: 28940 31527, Κιν.: 6972 322 833



    Ζεσταίνονται τα ρακοκάζανα - Το Όργωμα με το ξύλινο αλέτρι - Στη χώρα των Λωτοφάγων ............. ............. .............
    Ο τραγουδοποιός Γιάννης Χαρούλης - Γιώργης Καλομοίρης ή Γιοργαντός - Όλα τα καλά δύσκολα - του Κ. Μουδάτσου ............. ............. .............

    ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ

    4 μουσικοί στο γλέντι του 15 Άυγουστου 2018 ............. Στο Παρασπόρι του δήμου Σητείας

    ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ

    Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ

    .........

    ΤΟ ΝΕΟ SITE ΣΗΤΕΙΑΚΑ ΝΕΑ

    .............