Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Ένα επικίνδυνο παιχνίδι - Του Γεωργίου Αυγουστινάκη

Επιστρέφοντας  στο  χωριό,Απίδια Σητείας,  περάσαμε  από  το  σπίτι  κάποιου  από  τους  φίλους          «εξερευνητές». Οι  γονείς  του  έλειπαν. Ιδρωμένοι  και  διψασμένοι, τρέξαμε  όλοι  στο  σταμνί  για  νερό. Ο  φίλος  μας  εμπόδισε  λέγοντας :«Πριν  πιούμε  νερό, να  πιούμε  λίγη  ρακή. Βλέπω  τον  πατέρα  μου  κάθε  φορά  που  γυρίζει  από  τη  δουλειά, ιδρωμένος  και  διψασμένος, να  πίνει  πριν  από  το  νερό  ένα  ποτηράκι  ρακή». Έτσι  είχε  δει  και  ακούσει  το  παιδί. Το  παράδειγμα  είναι  το  καλύτερο  μάθημα. Ανέβηκε  στην  καρέκλα. Κατέβασε  από  το  ράφι  του  τζακιού  το  γυάλινο  μπουκάλι  της  ρακής. Ένας –ένας κεραστήκαμε  και  ήπιαμε, ξεροσφύρι, ένα  μικρό  ποτηράκι  ρακή. Καυτερή  μας  έκανε  να  μείνομε  με  το  στόμα  ανοιχτό. Έπρεπε  όμως  να  δείξομε  πως  είμαστε  μεγάλοι  και  παλικάρια!



  Μετά  το  κέρασμα  φύγαμε  για  τα  σπίτια  μας. Λείπαμε  πολλή  ώρα. Ήταν  καιρός  να  μας  δουν  λίγο  και  οι  δικοί  μας! Αμέσως  μετά  θα  μαζευόμαστε  στην  πλατεία  για  άλλο  παιγνίδι.
     Έφτασα  στο  σπίτι  της  θείας Πιπίνας. Ήταν  εκεί  και  ο  παππούς Γιακουμάκης. ΄Ετρωγαν  χλωροκούκια με ελιές. Ο παππούς έπινε   το  υπέροχο  κοκκινέλι από    τα  τσουπιανά  λιάτικα, κοτσυφάλια  και  βουιδοματερά  σταφύλια. «Έλα, Γιωργιό, να  φας  δυο  χλωροκούκια! Είναι  νόστιμα! Πιες  κι  αυτό  το  λίγο  κρασάκι» , είπε  ο  παππούς, καθώς  μου  έδινε  το  κρασοπότηρο  με  μικρή  ποσότητα  κρασιού. Το  ήπια, έφαγα  και  μερικά  χλωροκούκια και λίγες μικρές, μαύρες ελιές  και  σαν  βολίδα  βγήκα  στην  πλατεία. Ακούγονταν  οι  φωνές  των  φίλων  μου. Είμαστε  όλοι  έτοιμοι  για  νέο  παιγνίδι. Είχαμε  τόσα  πολλά  παιγνίδια  να  παίξομε!    Παιγνίδια, που  καλλιεργούσαν  την  ομαδικότητα, την  αυτενέργεια, την  κινητικότητα ,   την αίσθηση  της  ελευθερίας  αλλά  και  της  συντροφικότητας! Με  ενθουσιασμό  και  διάθεση  εξαιρετική  να  παίξομε  το  γνωστό  
και  πολύ  συνηθισμένο  παιγνίδι ,το  χωστό (κρυφτό), αλλά  αυτή  τη  φορά σε διαφορετικό από το συνηθισμένο 
περιβάλλον,  πάνω  στα  χωμάτινα δώματα  των  σπιτιών.


   Στις  γειτονιές  του  χωριού  κάποια  σπίτια  ακουμπούσαν  και  μπορούσαμε  να  περνούμε  από  το  ένα στο  άλλο. Τσιμεντένιο  δώμα  δεν  είχε  κανένα  σπίτι. Όλα  ήταν  από  δωματόχωμα (γιολείφα). Το  έβγαναν  από  ειδική  τοποθεσία  κοντά  στο  χωριό. Ήταν  τόσο  πολύ  το  δωματόχωμα, που  έπαιρναν, ώστε  να  γίνονται  τεράστιες  λακκούβες, σωστές  λιμνούλες, αρκετά  βαθιές. Πυργιολίκια  τα  έλεγαν. Σε  μια τέτοια λιμνούλα, λίγα χρόνια αργότερα, θα συμβεί ένα συνταρακτικό γεγονός, που παρά λίγο να καταλήξει σε τραγωδία και στιγμάτισε την παιδική μου ψυχή. Εκεί, λοιπόν, πάνω στα δώματα σκαρφαλώσαμε μια παρέα παιδιών, για να παίξομε  χωστό. Υπήρχαν καλές κρυψώνες. Πάνω  από  την παραστιά   και  τον  ανηφορά (καπνοδόχο) του  κάθε  σπιτιού έβαναν, συνήθως, πήλινα  πιθάρια.   Πολλοί, από  έλλειψη  χώρου  στις  αυλές, έβαναν  στοίβες  καυσόξυλα  και  αγκαλιές ξερά  κλήματα  πάνω  στα  χωμάτινα  δώματα. Υπήρχε, λοιπόν, τόπος  να  κρυφτούμε  για  το  παιγνίδι  μας.

       Το  παιγνίδι  άρχισε. Ξαφνικά  νόμισα  ότι  ανακάλυψα  τον  ιδανικό  τόπο  για     κρυψώνα μου. Δε  θα  με  εύρισκαν  εκεί  εύκολα. Πιάστηκα  από  το  ρούκουνα               (μεγάλη πελεκημένη  πέτρα) στη  γωνία  του  σπιτιού  της  θείας. Εκεί  κρεμασμένος   ένιωθα  χαρούμενος ,γιατί  βρήκα  τον καλύτερο  κρυψώνα. Το  διπλανό, συνεχόμενο  σπίτι, ήταν  περίπου  ένα  μέτρο  χαμηλότερο. 



     Η «μάνα»  έβρισκε  τον  ένα  μετά  τον     άλλο. Κι  εγώ  με  χέρια  να  σφίγγουν  δυνατά  το  ρούκουνα, το  σώμα  μου  να  κρέμεται, ακουμπώντας  στον  τοίχο  ύψους  περίπου  τεσσάρων  μέτρων, να  έχω  την    ψευδαίσθηση  πως  ήμουν αόρατος  από  τους  συμπαίκτες  μου! Πόσο  όμως  θα  άντεχαν  τα  χέρια  μου?
    Δυο  χωριανοί  συζητούσαν κάτω στο δρόμο  πιο  πέρα, έξω  από  το  καφενείο. Με  είδαν  και  φώναξαν  πως  ήταν  επικίνδυνο  να  πέσω. Την  ώρα  που  τα  χέρια  μου  έτρεμαν  από  το  σφίξιμο  και  την  υπερπροσπάθεια  ακούω  πάνω  από  το  κεφάλι  μου μια  γνωστή  σε  μένα  φωνή: «Γιώργη, σε  βρήκα»! Προσπαθώ  να  πατήσω  στο  διπλανό  σπίτι, για  να  βγω  από  τον  παράξενο  κρυψώνα  μου. Όμως  η  κίνηση  αυτή  και  η  ελαφρά  πλάγια  θέση  του  σώματός  μου  ξεκούνησε  το  ρούκουνα. Ξεκόλλησε  η  μεγάλη , πελεκητή  πέτρα  και, κατακόρυφα, έπεσε  στο  δρόμο, ευτυχώς  πριν  από    μένα. Ακολούθησα  κι  εγώ, με  ένα  πέσιμο  επικίνδυνο, αφού  το  σώμα  μου  ήταν  σε  πλάγια  θέση. Πώς  έπεσα δεν  το  κατάλαβα! Μου  φαίνεται πως  φώναζα, καθώς  έπεφτα, « αέερααα»!! Έτσι  είπαν  αργότερα  οι  αυτόπτες  μάρτυρες του  συμβάντος.  Φαίνεται  ότι  λιποθύμησα. Αυτό  που  μόνο  θυμάμαι, μετά  το  ατύχημα, είναι  μια  θολή  εικόνα. Να  κάθομαι  σε  μια  καρέκλα  στην  κουζίνα  μας, απέναντι  από  την  είσοδο. Κόσμος  πολύς  να  πηγαινοέρχεται. Συγκεχυμένες  ομιλίες, φωνές  και  κλάματα. «Να  φέρομε  γρήγορα  το  γιατρό  από  το  Χανδρά» ! Η  μητέρα  μου  να  κλαίει  και  να  χτυπιέται. Να  κάνει  το  ένα  τάξιμο  μετά  το  άλλο, για  να  μην πάθω  τίποτα  κακό.
     Από  ό,τι  ξέρω  τη  γλίτωσα  φτηνά!  Δυο-τρία  ράμματα  στη  μύτη  από  το  γιατρό  Αδαμάκη, που  ήρθε , πάνω  στη  φοράδα  του , μόλις  τον  ειδοποίησαν ( ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του), και  το  αριστερό  χέρι  δεμένο  και  κρεμασμένο  με  πετσέτα  στον  αριστερό  ώμο  για  καμιά    δεκαριά  ημέρες.
   Άδοξο  τέλος, ευτυχώς  με  μικρές  απώλειες, σε  ένα  αγαπημένο  μας  παιγνίδι, που    όμως  έτυχε  να  το  παίζομε  σε  ακατάλληλο  μέρος  και  με  επικίνδυνο  τρόπο. Όμως  στην  ηλικία  αυτή  σε  ποιο  βαθμό  είχαμε  την  αίσθηση  του  κινδύνου? Και  πώς  να  ξεχάσω  το  τάμα  της  αείμνηστης  μητέρας  μου: να  κάνει « Λειτουργιά»  κάθε  χρόνο  την  ημέρα  του  Αγίου  Κωνσταντίνου  και  να  νηστεύει , Τετάρτη  και  Παρασκευή,  για  πολλά  χρόνια!!Αιωνία  η  μνήμη  σου, μητέρα!!

    Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ  Ε Μ Μ.  Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Ι Ν Α Κ Η Σ
                     συνταξιούχος  δάσκαλος

Μιλούν Κρητικά χωρίς να είναι Κρητικοί - Η Αξός Μυλλοποτάμου - Το χωριό Καραβάδος
............. .............
"/>
Αφρικανικές Κρητικές οάσεις - Οι καβάτζες πάρκινγκ της πόλης- Η ΕΔΕΑΚ Σητείας

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ