Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944 Η ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ 27 ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΤΟΝ ΣΟΚΑΡΑ

Του Γεωργίου Καρτσωνάκη

          Έχουν  περάσει ήδη 70 χρόνια από την 17η Αυγούστου του 1944. Από την ομαδική εκτέλεση των 27 Σοκαριανών.


Κάθε χρόνο στο γύρισμα  της ιστορικής ημερομηνίας της θυσίας του Σοκαρά, όπως και κάθε κρητικού χωριού, οι ζωντανοί θυμούνται για μια μέρα τους αγωνιστές της αντίστασης και της λευτεριάς. Το μερίδιο της τιμής του αγώνα το κράτησαν οι νεκροί και της μνήμης οι ζωντανοί. Το χρέος όμως στους  μάρτυρες της περιόδου αυτής μένει ανεξόφλητο. Οι θυσίες πρέπει να αναγνωρίζονται και να διδάσκονται. Για να μάθουν τα παιδιά μας, οι νεώτεροι ότι όλοι σήκωσαν το λάβαρο της αντίστασης. Όλοι δόθηκαν ολοκληρωτικά στον αγώνα. Το καρδιοκτύπι της αντίστασης, το ζυγό της σκλαβιάς, το σταυρό της θυσίας, τον κράτησαν όλοι μαζί: Οι νεκροί του αγώνα, τα ορφανά, οι χήρες, οι γέροντες, οι ανάπηροι, ο κλήρος, ο λαός ολόκληρος. Όλοι αναμέτρησαν την ευθύνη και το χρέος απέναντι στην ιστορία .Και παρά τις εκατόμβες των θυμάτων και τα ολοκαυτώματα έμεινε απροσκύνητη κι απάτητη τούτη η γης.

          Η ιστορία πρέπει να μείνει ανεξίτηλη στις γενιές, που ακολούθησαν. Γιατί τούτος ο τόπος δεν ανήκει μόνο στους ζωντανούς, αλλά και σ εκείνους που έφυγαν  και σ εκείνους που θάρθουν.

          Η ιστορία γράφεται από αυτούς που επέζησαν, από τους επώνυμους και ανώνυμους πρωταγωνιστές της. Όμως η πραγματική ιστορία είναι μιά κραυγή αλήθειας. Μια κραυγή μέσα από τους τάφους των πρωταγωνιστών  της, που συνήθως είναι και θύματά της και όποιος την ακούσει μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα χωρίς προκαταλήψεις και επιφυλάξεις.

Σήμερα και για μια μέρα τιμούμε τους δικούς μας μάρτυρες. Ευχόμαστε  και προσευχόμαστε. Τους τιμούμε όπως  αρμόζει στους εκλεκτούς  της  δόξας, στους μεγάλους νεκρούς της ιστορίας. Τους στήσαμε μνημεία, στήλες  με  τα ονόματά τους, οικοδομήσαμε μια εκκλησιά, αντάξια του μεγαλείου  τους  και των οικονομικών δυνατοτήτων της εποχής, τους στεφανώνομε με δάφνινα στέφανα και δάκρυα ευγνωμοσύνης.

          Ένα είναι βέβαιο ότι ο Σοκαράς πλήρωσε ακριβά τον αγώνα για λευτεριά. Σ  όλους  τους εθνικούς αγώνες και τα εθνικά προσκλητήρια έδωσε το παρόν. Έγραψε κι αυτός τη δική του σελίδα δόξας. Αντιστάθηκε και αγωνίστηκε, ορφάνεψε, θρήνησε, δάκρυσε, πόνεσε. Και ο ομαδικός τάφος στη ΣΠΗΛΙΑΡΑ δεν κρατεί μόνο στα σπλάχνα του το αίμα και την ανάσα των ηρώων αλλά και άσβηστη τη φλόγα για δικαίωση της θυσίας.

Τα παιδιά του Σοκαρά δεν γνωρίζουν τη θυσία των προγόνων τους. 
Δεν 
γίνεται μάθημα στο σχολείο, γιατί δεν  το προβλέπει το πρόγραμμα και  το θέμα  αυτό δεν είναι στην διδακτέα ύλη. Έχω άδικο να παραπονούμαι, γιατί  πραγματικά η ιστορία δεν γράφτηκε ακόμη. Η ιστορία του Σοκαρά  δεν  έχει επίλογο, όταν δεν  τολμούμε να αναφερθούμε στα γεγονότα. Γι αυτό επί τέλους πρέπει να κάνουμε μάθημα ιστορίας. Με πρόλογο και επίλογο. Πρέπει να μάθουμε  γιατί τιμούμε τους προγόνους μας ως ήρωες. Όχι φυσικά γιατί έκαναν το καθήκον τους, γιατί αυτό είναι το αυτονόητο για κάθε  Έλληνα. Να μάθουμε όμως συμπεριφορές και γεγονότα, αν δικαιώθηκε η θυσία τους, αν πλήρωσαν το τίμημα αυτοί που ευθύνονται για την απώλειά τους ή ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να ζουν και να απολαμβάνουν τη ζωή και να διεκδικούν μερίδια από τις κατακτήσεις των απ αιώνων αγωνιστών της ζωής.


          Πρέπει να μιλήσουμε και γι αυτούς που επέζησαν. Αυτούς που στάθηκαν εμπόδια μπροστά στους αγωνιστές της λευτεριάς και πίσω από τα πολυβόλα. Αυτούς που συνέχισαν να ζουν είτε κρυπτόμενοι είτε περπατώντας  πάνω στην άγνοια, το φόβο, τη λήθη και το χρόνο.

          Η γνώση αυτή επιβάλλεται γιατί οι ιδέες αλλάζουν, οι άνθρωποι πεθαίνουν. Με τον καιρό πέφτουν  και  τα  μνημεία. Εκείνο όμως  που μένει ανεξίτηλο είναι η ανθρώπινη μνήμη. Είναι το πιο μεγάλο το πιο ασύγκριτο, απ όλα τα μνημεία που στήθηκαν ή θα στηθούν στο μέλλον. Μα είναι και το πιό ευπαθές, γιατί συχνά θαμπώνει, εύκολα αμβλύνεται, ιδιαίτερα όταν της απαγορεύεται να εκφράζεται. Μέχρι σήμερα δεν ξέραμε, δεν μάθαμε, δεν διαβάσαμε. Γνωρίζαμε, μόνο  τα  ονόματα  των γενναίων. Δεν γνωρίζαμε γιατί. Γιατί αυτοί. Γιατί τόσοι πολλοί. Γιατί ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες;

               Στήναμε αγάλματα, αναθηματικές στήλες, εκφωνούσαμε λόγους απλούς και σύνθετους, επίσημους, όμορφους, γεμάτους περιεχόμενο και μεγαλείο. Μ αυτά εμψυχώναμε κάθε  χρόνο όσους είχαν την ευκαιρία να παραστούν, να τιμήσουν, να σκεφθούν, να τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο. Για μια μόνο μέρα κάθε χρόνο. Μια ιστορική μέρα. Για άλλους αργία, για άλλους εργάσιμη, για άλλους  συνηθισμένη, όπως όλες. Πέρασαν τα χρόνια, ακούοντας, καταγράφοντας. Κάθε χρόνο επιμνημόσυνοι λόγοι Πανηγυρικούς τους λένε  τώρα. Κανείς δεν τολμούσε όλα τούτα τα χρόνια να μιλήσει για τα γεγονότα. Γι αυτό και οι δάσκαλοι δεν έχουν την δυνατότητα να διδάξουν. Ούτε αυτοί ξέρουν τί έγινε. Γιατί έγινε. Τώρα και  μερικά χρόνια κάτι άλλαξε. Ο καθηγητής  Σήφης Κοσόγλου, τόλμησε  πρώτος. Κάποια γεγονότα καταχώρησε σ ένα φυλλάδιο το 1982.Κι ύστερα κάποια γεγονό τα διανθισμένα  με  την πνευματική του οξύτητα, την ευαισθησία, το ποιητικό ύφος και την σφαιρική επιστημονική του κατάρτιση, καταχωρήθηκαν στον ημερήσιο τύπο με την ευκαιρία της επετείου. Μάταια προκαλούσε κάθε χρόνο τους ζωντανούς. Επιχειρούσε να συντηρήσει την ιστορική μνήμη με λίγα ονόματα και ελάχιστα γεγονότα. Και εγγονός ενός εκ των μαρτύρων που τιμούμε σήμερα έγινε η ψυχή των εκδηλώσεων.

               Ο επίλογος  της τοπικής μας ιστορίας δεν γράφτηκε ακόμη, όταν δεν τολμούμε να  αναφερθούμε σε γεγονότα, σε πρόσωπα και καταστάσεις. Τα παιδιά μας όμως πρέπει να μάθουν κάποτε. Τα ονόματα που γράφτηκαν στις στήλες  και που διαβάζονται κάθε χρόνο, καταχωρήθηκαν για να παραδειγματίζουν, να εμπνέουν, να φωτίζουν τον δρόμο μας. Μας λείπει όμως μια άλλη στήλη, με τα ονόματα των προσώπων αυτών που πρέπει να αποτελούν παραδείγματα προς αποφυγή. Να μην ξεχνούμε και αυτά τα πρόσωπα. Γιατί όποιοι τα ξεχνούν είναι καταδικασμέ νοι να  τα ξαναδούν μπροστά τους. Να μην ξεχνούμε τα γεγονότα, γιατί όποιοι τα ξεχνούν είναι καταδικασμένοι να τα ξαναζήσουν.

                 Επί  πολλές δεκαετίες πρόσωπα και υπηρεσίες έγραφαν την  ιστορία σύμφωνα με ορισμένα συμφέροντα. Τα πρόσωπα γιατί είχαν άγνοια ή ήταν ακατάλληλα να χειριστούν υπεύθυνες καταστάσεις. Οι Υπηρεσίες γιατί έπρεπε να αναγνωρίσουν καταστάσεις που ίσως είχαν οικονομικές επιπτώσεις.

                 Μέχρι τώρα οι 27 Σοκαριανοί ήταν απλά οι άμαχοι που εκτελέστηκαν από τα στρατεύματα κατοχής. Η  εκτέλεση είπαν δεν είχε σχέση με στρατιωτικές επιχειρήσεις.

               Μετά από πολύχρονη έρευνα σε διάφορα αρχεία, πληροφορίες που διασταυρώθηκαν με έγγραφα, που γλύτωσαν την πολτοποίηση, μπορούμε σήμερα να πλησιάσουμε την πραγματικότητα των ιστορικών εκείνων ημερών.

               Αυτά τα έγγραφα, που ανήκουν στο Σοκαρά, θα παραδοθούν στο Ιστορικό Αρχείο του, όταν θα περατωθούν οι  διαδικασίες αναγνώρισης του ως Ιδρύματος χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα, για  να  μπορούν  με ασφάλεια να τα μελετήσουν οι απόγονοι και ιστορικοί.

               Από αυτά τα έγγραφα προκύπτουν γεγονότα και καταστάσεις, που μόνο μικρή περίληψή τους, μπορεί να αναφερθεί.

               Στο Σοκαρά την περίοδο της κατοχής είχε δημιουργηθεί οργανωμένη πολυμελής ομάδα του  ΕΑΜ, που συνεδρίαζε και έπαιρνε αποφάσεις για την πορεία του αγώνα, άλλοτε στο σπίτι του εκλεγμένου αλλά αποπεμφθέντος από τους Γερμανούς Προέδρου της Κοινότητας Ηλία Χαλκιαδάκη, άλλοτε δε στο σπίτι του Προέδρου της Ομάδας Αριστείδη Γυπαράκη.

                 Από το 1943 η Κράις Κομαντατούρ συνέλεγε στοιχεία σε βάρος των Σοκαριανών. Μια άγνωστη σε πολλούς επιχείρηση που δεν υλοποιήθηκε τελικά ήταν η απόφαση για την απαγωγή και εκτέλεση του διερμηνέα της μυστικής Αστυνομίας Μοιρών Νικολάου Μαγιάση, έξω από το Ασήμι, που αποτραπεί την τελευταία στιγμή με την σκέψη να μην ενοχοποιηθεί το Ασήμι και υπάρξουν αντίποινα. Ο Μαγιάσης πέρασε από την γέφυρα κάτω από την οποία ήταν κρυμμένοι οι Σοκαριανοί, που είχαν ειδοποιηθεί την τελευταία στιγμή να μην  εκτελέσουν την εντολή και δεν είχαν τον χρόνο της ασφαλούς διαφυγής.

                 Η Ομάδα του Σοκαρά τροφοδοτούσε τις  ανταρτικές Ομάδες, αντάλλασσε πληροφορίες  και έγγραφα, έκρυβε και τροφοδοτούσε τους στρατιώτες των συμμάχων, γι αυτό και ορισμένα πρόσωπα, παρακολουθούντο, όπως οι  Βαλαβάνηδες, ο Παντελής Αβανίδης και άλλοι και για να αποφύγουν την σύλληψη αναγκάστηκαν να αναχωρήσουν για την Αφρική.

                 Τον Φεβρουάριο του 1944,αντάρτες με τη συνεργασία Σοκαριανών, συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν άγρια τους αδελφούς Μακρυδάκη, καταγόμενους  από τον Κρουσώνα, οι οποίοι  είχαν επισκεφθεί το Σοκαρά για  προσωπικούς  λόγους. Είχαν καταταγεί στο σώμα  του αιμοσταγούς Φρίτς Σούμπερτ. Αιμόφυρτους τους μετέφεραν κοντά στο Λαράνι και τους έρριψαν σε απύθμενο βάραθρο για να χαθούν τα  ίχνη τους. Ο ένας εξ αυτών όμως επέζησε  και την νύκτα στις κραυγές του για  βοήθεια ήκουσε γερμανικό  περίπολο το οποίο τον ανέσυρε και τον μετέφερε για νοσηλεία στο Γερμανικό Νοσοκομείο της Γεωργικής Σχολής στον Αμπελούζο. Ο επιζήσας έδωσε τις δικές του πληροφορίες. Έτσι  εμπλουτίζεται  ο φάκελος Σοκαρά στο Γραφείο της Αντικατασκοπείας Χάρτμαν. Ένα  γραφείο που στεγαζόταν  στην  συμβολή των οδών Ιωνίας και Ανδρέα  Παπανδρέου έναντι της κλινικής Γαληνός στο  Ηράκλειο. Ένα γραφείο που επικεφαλής του ήταν ένας Ελληνας. Γιατί ο Χάρτμαν δεν ήταν Γερμανός. Ήταν ο έλληνας απότακτος υπολοχαγός, που  το  1920 είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο σταθμό της Λυών των Παρισίων.

                 Το Γραφείο της αντικατασκοπίας Χάρτμαν αρχικά και υπό τον αντικαταστάτη του έπειτα Αλέκο, είχε την πληροφορία ότι το χωριό Σοκαρά ήταν "Κομμουνιστική Φωλεά", ότι και προ του πολέμου δρούσε ο κομμουνισμός και ότι οι Σοκαριανοί εκτός του χωρίου κυκλοφορούν οπλισμένοι. Μάλιστα οι οπλοφορούντες υπερέβαιναν τους εκατό.

                 Οι Σοκαριανοί ανυπότακτοι και επαναστάτες όπως ήταν ηρνούντο να καταβάλουν το παρακράτημα των καρπών των σιτηρών, που είχε επιβάλει η Νομαρχία Ηρακλείου, προκειμένου  να συντηρούνται  τα στρατεύματα κατοχής. Ο Νομάρχης Ηρακλείου Εμμανουήλ Ξανθάκης, απηύθυνε σχετικό  έγγραφο στην Κραις Κομαντατούρ Ηρακλείου και αυτή στα Φρουραρχεία της Υπαίθρου, ζητώντας να εισπραχθεί η ποσότητα των σιτηρών δια της βίας, ακόμη και με κατάσχεση στα αλώνια και τις αποθήκες.

Τον Ιούνιο 1944,αντάρτες,συνεπικουρούμενοι από Σοκαριανούς, κούρεψαν τρεις δεσποινίδες στο Σοκαρά, που οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν στο Φρουραρχείο Ασημίου και το Φρουραρχείο Πύργου, ως διερμηνείς και όχι μόνο. Αυτές παραπονέθηκαν από την ανάκριση όμως δεν προέκυψαν στοιχεία για συγκεκρι μένα  πρόσωπα. Επρόκειτο για την Μαρία Παπαδάκη, αδελφή του διερμηνέα της Αστυνομίας Πύργου Παναγιώτη Παπαδάκη. Τα αδέλφια Παπαδάκη  είχαν  καταγωγή  από την Θεσσαλονίκη και δεν είχαν σχέση με τον Σοκαρά, όπου απλά διέμεναν λόγω της υπηρεσίας του Παναγιώτη Παπαδάκη.Η δεύτερη  δεσποινίδα ήταν η Ριρίκα Μαργαριτάκη και η τρίτη η Ευφροσύνη Χουρδάκη.

                 Στις  12 Αυγούστου 1944, συνελήφθη στο  Μεσοχωριό, ο έφηβος Σοκαριανός Σταύρος Ανδρεαδάκης, μεταφέροντας από τον Τσούτσουρο φορτίο ξύλων. Μέσα στα ξύλα οι  Γερμανοί ανακάλυψαν όπλα, σφαίρες και  προκηρύξεις του ΕΑΜ. Ο Σταύρος Ανδρεαδάκης, εκτελέστηκε την επομένη στις Μοίρες.

   Για όλα τα παραπάνω η αντίδραση των στρατευμάτων κατοχής, ήταν αναμενόμενη. Το γραφείο Χάρτμαν, με πληροφορίες φυσικά ελλήνων δοσιλόγων, προεξάρχοντος του Πρίαμου  Αβραμά κη είχε ετοιμάσει πλέον τον κατάλογο που περιείχε 60 ονόματα Σοκαριανών. Τον κατάλογο αυτό μετέφερε αξιωματικός  του Χάρτμαν, ο Ανθυπολοχαγός Μπούνεμαν  στον Φρούραρχο Πύργου Βίλλυ και τον επικεφαλής της Γερμανικής Αστυνομίας Μονοφατσίου ελληνομαθή μάλιστα Τίτο, με την εντολή  της άμεσης σύλληψης και εκτέλεσης των 60 Σοκαριανών. Επικεφαλής του Γερμανικού αποσπάσματος ορίστηκε ο ταγματάρχης Κόχεν Αουζεν.

   Οι Σοκαριανοί είχαν τις πληροφορίες ότι κινδυνεύουν να συλληφθούν, γι αυτό και μέσα στο χωριό εκινούντο με προ φυλάξεις,τις  νύκτες όμως διανυκτέρευαν  στην εξοχή, στα βουνά και τα σπηλιάρια.

   Την παραμονή 16 Αυγούστου 1944 ο Πρόεδρος της Κοινότητας Ασημίου Εμμανουήλ Καλιτσούνης, περιφερόμενος τον Σοκαρά δήλωνε στους Σοκαριανούς να μην διανυκτερεύουν έξω από τα σπίτια  τους διότι εάν  τα περίπολα ανεύρουν στην εξοχή άτομα που διανυκτερεύουν και κρύβονται θα εκτελούνται, ενώ όσοι ευρίσκονται στα σπίτια τους εγγυάται για την ασφάλειά τους και τη ζωή τους. Ετσι οι Σοκαριανοί πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις του και εκείνο το βράδυ οι περισσότεροι κοιμήθηκαν στα σπίτια τους.

   Την νύκτα της 16ης προς 17η Αυγούστου 1944 Ο Νικόλαος Βασιλείου Μαγιάσης, διερμηνέας της γερμανικής Αστυνομίας Μοιρών, διανυκτέρευσε στο σπίτι του Εμμανουήλ Καλιτσούνη με το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας. Την ίδια νύκτα ο Σοκαράς περικυκλώθηκε  από δυνάμεις δύο λόχων του γερμανικού στρατού και με την ανατολή οι Σοκαριανοί(άνδρες και γυναίκες)κλήθηκαν να  συγκεντρωθούν σε αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου. Εκεί έγινε  η αναγνώριση των ταυτοτήτων τους. Από τους 60 Σοκαριανούς που ήταν εγγεγραμμένοι στον κατάλογο ανευρέθησαν και συνελήφθησαν 29 άνδρες. Εξ αυτών οι δύο, ο Αριστείδης Γυπαράκης και ο γυιός του Νικόλαος μεταφέρθη καν στις Μοίρες όπου υπέστησαν μύριους εξευτελισμούς και βασανιστήρια, έως ότου αφεθούν ελεύθεροι, μετά από 22 ημέρες Ο εκ των συλληφθέντων Γεώργιος Κυριακάκης, προσκλήθηκε  από τον Τίτο να παραδώσει το όπλο που κατείχε, εκείνος αρνήθηκε ότι  είχε όπλο και υφιστάμενος εξευτελισμούς και ξυλοδαρμό μεταφέρθηκε με συνοδεία στο σπίτι του, προκειμένου να γίνει έρευνα. Στην επίμονη άρνησή του έγινε επισταμένη έρευνα και το όπλο ανευρέθη μέσα στα άχυρα. Αιμόφυρτος μεταφέρθηκε στη στη ΣΠΗΛΙΑΡΑ όπου είχαν εν τω μεταξύ μεταφερθεί και οι υπό λοιποι 26 δεμένοι ανά τρείς.

   Ετσι όλοι μαζί οδηγήθηκαν από τον βάρβαρο καταχτητή στο στάδιο του τελευταίου αγώνα, σ αυτό το τότε ανώνυμο μέρος τη ΣΠΗΛΙΑΡΑ, με αξιοπρέπεια και έξαρση,με σεμνότητα και εθνική υπερηφάνεια, για να  ακουμπήσουν  την ιστορία. Κανείς δεν λιποψύχησε, όλοι αντιτάχτηκαν στον υπέρτατο φόβο του θανάτου, στύλωσαν τα αδύνατα κορμιά τους, φούσκωσαν τα στήθη, σήκωσαν τα κεφάλια και πρότειναν ως σημαία αυτού του εσωτερικού  αγώνα  την έξαρση της εθνικής ελευθερίας. Τους έστησαν μπροστά στα πολυβόλα, χωρίς δίκη, χωρίς απολογία.

Ήθελαν λέει νάναι ελεύθεροι. Σκοτώστε τους....

   Ο αντρίκιος χορός της λευτεριάς έχει αρχίσει. Ο θάνατος σέρνει το χορό. Ακολουθούν πίσω του χορεύοντας κάτω από τις ομοβροντίες του γερμανικού αποσπάσματος απροσκύνητοι οι 27 γενναίοι:



1.Γεώργιος Χαλκιαδάκης του Μιχαήλ.

2.Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης του Γεωργίου.

3.Αστρινός Χαλκιαδάκης του Γεωργίου.

4.Ιωάννης Χαλκιαδάκης του Γεωργίου.

5.Δημήτριος Χαλκιαδάκης του Γεωργίου.

6.Ελευθέριος Χαλκιαδάκης του Γεωργίου.

7.Γεώργιος Ορφανός του Νικολάου.

8.Παντελής Ορφανός του Νικολάου.

9.Αντώνιος Ορφανός του Νικολάου.

10.Ελευθέριος Ορφανός του Νικολάου.

11.Στυλιανός Γυπαράκης του Ιωάννου.

12.Νικόλαος Γυπαράκης του Στυλιανού.

13.Εμμανουήλ Γυπαράκης του Στυλιανού.

14.Ιωάννης Γυπαράκης του Αριστείδη.

15.Χαράλαμπος Παχιαδάκης του Βασιλείου.

16.Γεώργιος Γιαννουλάκης του Μιχαήλ.

17.Βασίλειος Γιαννουλάκης του Μιχαήλ.

18.Ευθύμιος Γιαννουλάκης του Μιχαήλ.

19.Βασίλειος Γιαννουλάκης του Γεωργίου.

20.Γεώργιος Κυριακάκης του Μιχαήλ.

21.Νικόλαος Κυριακάκης του Μιχαήλ.

22.Γεώργιος Κωστάκης του Ιωσήφ.

23.Νικόλαος Κωστάκης του Ιωσήφ.

24.Νικόλαος Μπιμπάκης του Ιωάννου.

25.Ιωάννης Σταματάκης του Γεωργίου.

26.Ιωάννης Κουτεντάκης του Νικολάου.

27.Δημήτριος Σαρρής του Βασιλείου.


     M αυτούς τους λεβέντες, πλήρωσε  ο  Σοκαράς, το δικαίωμά του και την ελπίδα, να ιδεί ελεύθερη την πατρίδα.

     Παντέρμη Κρήτη....Καϋμένε Σοκαρά και πούναι οι αντρειωμένοι σου

     Ήταν άσημοι και ταπεινοί πρόμαχοι της τιμής και της δόξας της Κρήτης. Θεματοφύλακες των ιερών της φυλής αξιών.

Ήταν όλοι τους της ανθρωπιάς προστάτες, της τόλμης συνεχιστές, της πίστης μάρτυρες, της λευτεριάς φρουροί, της ανδρείας απόγονοι, της φυλής συνεχιστές, της Κρήτης θρέμματα

Οι αγωνιστές της λευτεριάς δεν επιλέχτηκαν  από τον καταχτητή  τυχαία. Οι καταχτητές τους αναζήτησαν για τους αγώνες τους και τους συνέλαβαν. Έζησαν την μοναδική ιστορική ευκαιρία, που δίδεται στους μεγάλους των εθνικών μας αγώνων. Την ώρα που η ευθύνη ζυγίζεται αντικρυστά με τη ζωή... Την επομένη ημέρα και αφού οι εκτελεσθέντες είχαν  μείνει άταφοι, άκλαυτοι και αμοιρολόγητοι οι γερμανοί επανήλθαν με μία ομάδα κατοίκων του  Ασημίου  προκειμένου να προβούν στον ενταφιασμό  τους σε ομαδικό  τάφο. Στο  σημείο της εκτέλεσης ανάμεσα  στους χωριανούς  του, περιεφέρετο ο Γεώργιος Ανδρεαδάκης του Σταύρου, ο οποίος προφανώς σκοπού σε να προσφέρει βοήθεια  σε τυχόν επιζώντες, τον οποίο επίσης οι γερμανοί εξετέλεσαν επί τόπου.

     Σε κανένα ετήσιο μνημόσυνο δεν  αναφέρεται το όνομα του Γεωργίου Ανδρεαδάκη που εκτελέστηκε  στις 18 Αυγούστου 1944.

     Ήδη έχουν περάσει έξι και πλέον δεκαετίες από τότε και είναι καιρός με υπέρβαση συνείδησης και εισφορά ψυχής να  αποκατασταθεί  η  μνήμη και του 28ου μάρτυρα Γεωργίου Ανδρεαδάκη που εκτελέστηκε στον ίδιο τόπο από τα ίδια κατοχικά στρατεύματα και να προσευχηθούμε για την ανάπαυση και της ιδικής του μακαρίας ψυχής.



     Μετά τις εκτελέσεις  οι  υπόλοιποι  κάτοικοι(άνδρες και γυναίκες),μεταφέρθηκαν στο χωριό Ασήμι, εξ  αυτών έγινε επιλογή μερικών δεκάδων ανδρών, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές  Ηρακλείου και οι υπόλοιποι μετά από λίγες ημέρες επέστρεψαν  στο χωριό τους. Κατά την επιστροφή έγινε αντιληπτό ότι οι γερμανοί είχαν λεηλατήσει όλες τις οικίες, είχαν αφαιρέσει  κάθε  πολύτιμο από ρούχα, έπιπλα, οικόσιτα κλπ ακόμα και τις  πόρτες των οικιών. Η πλήρης καταστροφή και ερήμωση.

     Οι οικογένειες των θυμάτων με επιμέλεια και δαπάνες τους ανήγειραν στον τόπο της εκτέλεσης  περικαλή Ναό, προς τιμήν των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, στο υπόγειο του οποίου εναπέθεσαν τα οστά των μαρτύρων τους. Αργότερα κατασκευάστηκε κενοτάφιο στον χώρο όπου ομαδικά ενταφιάστηκαν και φυτεύτηκαν τα 27 κυπαρίσια. Το μαρμάρινο μνημείο του δωρίθηκε από την Βασιλεία Γιαννουλάκη, που γεννήθηκε μερικούς μήνες μετά την εκτέλεση του πατέρα της. Στο πρώτο ετήσιο μνημόσυνο παρέστη και συλλειτούργησε ο τότε μητροπολίτης Κρήτης αείμνηστος Βασίλειος  Μαρκάκης. Μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία που του είχαν επιβάλει οι Αρχές κατοχής.

                 Σαν ελάχιστη τιμή, η τότε Κοινότητα Σοκαρά, έστησε στην πλατεία του χωριού ένα μνημείο λευτεριάς και νίκης. Στις 17 Αυγούστου 1982,έγιναν τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος της Νίκης, έργο του Ηρακλειώτη γλύπτη Γιάννη Παρμακέλη για να υπενθυμίζει το χρέος των γενεών να τιμούν με  ευγνωμοσύνη αυτούς που θυσιάστηκαν  για να απολαμβάνουμε τη ζωή. Δίπλα  τα ονόματα των αγωνιστών που στα  προσκλητήρια της πατρίδας βροντοφώναξαν ΠΑΡΟΝΤΕΣ. Είναι ένας βωμός, αντάξιος του ψυχικού τους μεγαλείου.

                 Και τώρα ο επίλογος. Ερευνώνται απαντήσεις στα πελώρια ερωτήματα: Γιατί εκτελέστηκαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα; Ήταν άμαχοι ή καταδιωκόμενοι για τους αγώνες τους. Συνελήφθησαν τυχαία ή παγιδεύτηκαν για να συλληφθούν  και να εκτελεστούν. Οι ιστορικοί και ερευνητές, όλα αυτά τα χρόνια  ανασκάπτουν  τις στάχτες και τα αρχεία, για να φωτίσουν και να αξιολογήσουν συμπεριφορές και γεγονότα.

                 Για την αποκάλυψη των υπαιτίων της ομαδικής εκτέλεσης των 27 Σοκαριανών, την  σύλληψή τους, την παραπομπή τους σε δίκη και την τιμωρία τους, έγινε  σχετική δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Ηρακλείου. Η ανάκριση δεν έγινε αυτεπάγγελτα, αλλά μετά από μήνυση της Οργανώσεως του ΕΑΜ του Σοκαρά, που συντάχτηκε στις 5 Νοεμβρίου 1944 και υπογράφηκε από τα μέλη της: Ιωάννη Ιωσήφ Κωστάκη, Γεώργιο Γιαννουλάκη, Ηλία Χαλκιαδάκη, Μιχαήλ Αυγουστάκη και Νικόλαο Ευθυμίου  Γιαννουλάκη. Ακολούθησε έγγραφη  διαμαρτυρία  από τις οικογένειες των θυμάτων που συντάχτηκε στις 4 Ιανουαρίου 1945 και υπογράφηκε από τους  εναπομείναντες άνδρες του Σοκαρά και Υπόμνημα-Μήνυση των αντιπροσώπων της Κοινό τητας Σοκαρά, που συντάχτηκε στις 29 Απριλίου 1945  και υπογράφηκε από τον Ιωάννη Στεφάνου Τσικνάκη, Νικόλαο Γιαννουλάκη, Ιωάννη Κωστάκη και Πολύδωρο Σταματάκη. Όλα τα παραπάνω έγγραφα συντάχτηκαν από  τον τότε φοιτητή της Νομικής και αργότερα δικηγόρο Ιωάννη Τσικνάκη. Με  τις  παραπάνω εγκλήσεις  συσχετίστηκαν  και  μερικότερες  μηνύσεις των οικογενειών των θυμάτων και ιδίως της Όλγας Βαλαβάνη  και  του Ιωάννη Ιωσήφ Κωστάκη.

                 Ο Ειδικός  Ανακριτής Δοσιλόγων Ηρακλείου εξήτασε πάνω από 70 μάρτυρες κυρίως από τις οικογένειες των  θυμάτων, αλλά  και όλους τους  πρωταγωνιστές των γεγονότων.Οι μισοί απ αυτούς εξετάστηκαν και στο Δικαστήριο, που άρχισε στις 4 Δεκεμβρίου 1945 και διήρκεσε  πέντε ημέρες. Από τους εξετασθέντες μάρτυρες, που παραστάθηκαν και ως πολιτικώς ενάγοντες στο Δικαστήριο, μόνο δύο εξακολουθούν να ζούν. Η Μαρία τότε σύζυγος  Αντωνίου Ορφανού και η Κυριακή τότε σύζυγος Γεωργίου Ορφανού. Είναι και οι μόνες εκ των συζύγων των εκτελεσθέντων, που βρίσκονται σήμερα στη ζωή.

                 Σε δίκη παραπέμφθηκαν 17 κατηγορούμενοι. Η Αρχή προστασίας προσωπικών  δεδομένων δεν επιτρέπει να αναφερθούν τα ονόματα των αθωωθέντων. Τα ονόματα όμως των αμετακλήτως καταδικασθέντων είναι στη διάθεση της ιστορίας. Αλλωστε την ιστορία δεν την ενδιαφέρουν τα  ονόματα αλλά τα πρόσωπα. Οι ευθύνες τους δεν μεταβιβάζονται και  δεν κληρονομούνται. Καθένας έχει την ιδική του ταυτότητα,βαδίζει  τον  ιδικό του δρόμο και φέρει ευθύνη μόνο για τις προσωπικές του πράξεις Πρώτος ο Νικόλαος Μαγιάσης, αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας, που γεννήθηκε στην Ελλάδα, από έλληνες γονείς. Ο πατέρας του Πρόεδρος του Ελληνογαλικού Ινστιτούτου Αθηνών και ο αδελφός τιμημένος με δεκάδες παράσημα ανδρείας, έγινε σύμβολο του μίσους και του θανάτου, που μηνύθηκε, συνελήφθη στην Αθήνα κρυπτόμενος, κατηγορήθηκε  και καταδικάστηκε στη ποινή του θανάτου, εκτελέστηκε δε αργότερα στις 30 Απριλίου 1947 μέσα στο δικαστικό μέγαρο Ηρακλείου, από τον Ελευθέριο Βρέντζο, δικαζόμενος για το φόνο του αδελφού του. Είχε  ήδη καταδικαστεί σε  θάνατο με αποφάσεις του Δικαστηρίου Δοσιλόγων Ηρακλείου για τις εκτελέσεις στο Σοκαρά αλλά και τις ομαδικές εκτελέσεις  πατριωτών, τρείς ημέρες πριν, στη Γέργερη.Ο Νικόλαος Μαγιάσης είχε το θράσος να υποβάλει αίτηση για  να του δοθεί χάρη, η οποία όμως απορρίφθηκε με  την 1238/13-4-1946  απόφαση του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμα σκηνού,αφού και το Συμβούλιο Χαρίτων είχε γνωμοδοτήσει αρνητικά. Ο Αντιβασιλέας δεν μπορούσε να ενεργήσει  διαφορετικά διότι σύμφωνα με την 11/1945 Συντακτική πράξη,η απονομή χάριτος προϋποθέτει την σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χαρίτων.



          Δεύτερος κατηγορούμενος ο Εμμανουήλ Καλιτσούνης, που καταδικάστηκε  δύο φορές  ισόβια για την κατάδοση του Δημητρίου Βαλαβάνη και την ανάληψη  υπηρεσίας στις Αρχές κατοχής,διότι  ανέλαβε πράκτορας της Γερμανικής αστυνομίας και άσκησε το έργο  αυτό κατά τρόπο πιεστικό για τον λαό, έτσι δε διευκόλυνε το έργο  της κατοχής, επίσης διότι προέβαινε σε καταδόσεις Ελλήνων πατριωτών εργαζομένων υπέρ του συμμαχικού αγώνα και στην ποινή του θανάτου για την κατάδοση  και εκτέλεση των 27 Σοκαριανών. Ο Εμμανουήλ  Καλιτσούνης εκτελέστηκε  στις 18 Μαΐου 1947 στις Φυλακές Καλλιθέας Αττικής, αφού είχε απορριφθεί  και εκείνου η αίτηση χάριτος από τον ίδιο Αντιβασιλέα Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

          Από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους ο Εμμανουήλ Κοσμαδάκης, ο Γεώργιος Φωτάκης, ο Παναγιώτης Παπαδάκης,η Ευφροσύνη Χουρδάκη και η Μαρία Παπαδάκη,καταδικάστηκαν σε 4ετή φυλάκιση για συνεργασία με τον εχθρό, κατά τρόπο ανάξιο ελλήνων πολιτών, θίγοντα την  εθνική αξιοπρέπεια  και έτσι διευκόλυναν το έργο της κατοχής. Μετά από μερικούς μήνες φυλάκισης, αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι.

          Ο Σοκαράς δεν ζητιάνεψε τίτλους δόξας και θυσιών. Γονάτισε αλλά δεν υπέκυψε. Προδόθηκε αλλά δεν λύγισε. Νικήθηκε αλλά δεν σκλαβώθηκε, έχασε τη μάχη αλλά κέρδισε τον πόλεμο. Συνέχισε να αγωνίζεται για το Δίκαιο, το Καλό και το Ηθικό. Η  ιστορική του πορεία είναι κεφάλαιο ηθικών  επιταγών και διδαγμάτων, είναι  φάρος που οδηγεί σε ασφαλείς δρόμους αδούλωτης πνευματικής συμπεριφοράς.

          Ελάχιστοι όμως αναρωτήθηκαν πώς στηρίχτηκε η επιβίωση των ορφανών, πώς περισώθηκε  το  μέλλον  τους  μέσα από τις στάχτες, πώς αναστήλωσαν τα ερείπια, πώς επανόρθωσαν και γιάτρεψαν  τις πληγές, το μεγάλο πόνο, ποιος γλύκανε  τα χλωμά πρόσωπα. Αυτός ήταν ένας δεύτερος θάνατος.

          Με ιδρώτα και αίμα στέριωσαν και προοδεύουν. Μάνες, αδελφές, σύζυγοι, παιδιά μαυροφορέθηκαν, έκλαψαν, μάτωσαν από τον πόνο και την οδύνη. Η ζωή  δεν σταματά, αλλά  πέρα από τους τάφους και τους σταυρούς και τις αναμνήσεις, ο  μόχθος για δημιουργία και ειρήνη, η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, κάνει να λησμονηθεί το πικρό μοιρολόι του θανάτου, να  ανθίσει το χαρούμενο τραγούδι της ζωής.

          Οι Σοκαριανοί δάγκωσαν τα χαμόγελα, έσφιξαν τα δόντια, έκρυψαν  την  άνοιξη στα φαράγγια, φώναξαν στα βουνά και τα σπηλιάρια, κάρφωσαν τα μάτια στον ουρανό, έπεσαν πληγωμένοι στο χώμα, έσκισαν τα μαύρα πουκάμισα, έδεσαν τις πληγές τους κι ύστερα σηκώθηκαν. Μέσα  από τις στάχτες στάθηκαν όρθιοι και συνεχίζουν το αέναο ταξίδι τους στο χρόνο, ταξίδι της λεβεντιάς και της περηφάνιας, της ζωής, της  λευτεριάς  και της ειρήνης.

          Ήταν το χρονικό της ΣΠΗΛΙΑΡΑΣ....

          Παντέρμη Κρήτη. Καϋμένε Σοκαρά και πού είναι οι αντρειω μένοι Σου.....Καϋμένε Σοκαρά,βάσανα τάχεις υποφερμένα κι ανθρώπου γλώσσα δεν μπορεί,για να τα πεί ένα-ένα.

          Τιμή και δόξα στους ακοίμητους  Φρουρούς  της ιστορίας και του χρέους.

Τιμή και Δόξα και στους επιζήσαντες ηρωϊκούς μαχητές.

Σοκαρά 17 Αυγούστου 2007

Γεώργιος Χ. Καρτσωνάκης

Δικηγόρος Ηρακλείου

Πηγή: http://www.patris.gr/articles/247043?PHPSESSID=#.UnlKuXB8LTo

............. .............
"/>
Το νέο τραγούδι δεν φοβάμαι - Το ντύσμο των Ηρακλειωτών - Τα βότανα της μάνας Κρήτης
Αφρικανικές Κρητικές οάσεις - Οι καβάτζες πάρκινγκ της πόλης- Η ΕΔΕΑΚ Σητείας

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ