Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

ΤΑ ΧΑΝΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΙΝΩΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Η συνεχής κατοίκηση από τα μινωικά χρόνια έως σήμερα βεβαιώνει τη σημασία της πόλης μέσα από τους αιώνες, αλλά δημιουργεί και τα μεγαλύτερα προβλήματα για την ανασκαφική διερεύνηση των παλαιότερων περιόδων.
Άποψη της ελληνοσουηδικής ανασκαφής στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης στο λόφο Καστέλι. Τμήμα κτιρίου του 1450 Π.Χ.
Άποψη της ελληνοσουηδικής ανασκαφής στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης στο λόφο Καστέλι. Τμήμα κτιρίου του 1450 Π.Χ.
Οι συνεχιζόμενες ανασκαφές από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Γιάννη Τζεδάκι και το Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο επάνω στο λόφο Καστέλι (τη βενετσιάνικη ακρόπολη και για πέντε περίπου χιλιετίες επίκεντρο του οικισμού), καθώς και αυτές της ΚΕ” Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων σε διάφορα σημεία της παλιάς και της νέας πόλης, αποκαλύπτουν την ύπαρξη και τη σημασία της Κυδωνιάς ήδη από τα τέλη της νεολιθικής εποχής (3000-2800 π.Χ.).
Η ύπαρξη κυρίως στο χώρο του Καστελιού των θεμελιωμένων σε μεγάλο βάθος, πολυώροφων κτισμάτων της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες της ανασκαφικής έρευνας, η οποία ωστόσο δεν παύει να δίνει πολύτιμα στοιχεία, όπου είναι δυνατή.
Πήλινη πινακίδα με Γραμμική Α' γραφή από το λόφο Καστέλι στην πόλη των Χανίων (περ. 1450 π.Χ.).
Πήλινη πινακίδα με Γραμμική Α” γραφή από το λόφο Καστέλι στην πόλη των Χανίων (περ. 1450 π.Χ.).
Η Κυδωνιά αναφέρεται συχνά από την εποχή του Ομήρου ως μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Κρήτης, ενώ οι Κύδωνες θεωρούνται ως προελληνικό φύλο. Αρκετές θεωρίες έχουν υποστηριχθεί γύρω από την καταγωγή τους. Οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν την Κυδωνιά «μητέρα» των άλλων κρητικών πόλεων.
Κατά τη μυθολογία ιδρυτής της είναι ο Κύδων, γιος του Μίνωα και της νύμφης Ακακκαλίδος.
Ο γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι ο Μίνωας χώρισε την Κρήτη σε τρία μέρη, ορίζοντας ως κυρίαρχες πόλεις τη Γόρτυνα, την Κνωσό και την Κυδωνιά. Η αναφορά στον Όμηρο ότι οι Κύδωνες κατοικούσαν κοντά στον Ιάρδανο ποταμό, προκάλεσε σύγχυση ως προς την ακριβή θέση της πόλης με αποτέλεσμα να διατυπωθούν διάφορες απόψεις.
Πήλινο σφράγισμα από το λόφο Καστέλι στην πόλη των Χανίων. Εικονίζεται μινωικό ανάκτορο ή πόλη και ο προστάτης θεός ή άρχοντας (λεπτομέρεια)
Πήλινο σφράγισμα από το λόφο Καστέλι στην πόλη των Χανίων. Εικονίζεται μινωικό ανάκτορο ή πόλη και ο προστάτης θεός ή άρχοντας (λεπτομέρεια)
Σήμερα είναι αποδεκτό από τους ερευνητές ότι η Κυδωνιά βρισκόταν πάντα στον ίδιο χώρο με τη σημερινή πόλη των Χανίων, γεγονός που επιβεβαιώνεται διαρκώς από σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.
Τμήμα ασβεστολιθικής ζωφόρου από την πόλη των Χανίων. Εικονίζει επίθεση ιππέων σε ιερό (αρχές 7ου αιώνα π.Χ.).
Τμήμα ασβεστολιθικής ζωφόρου από την πόλη των Χανίων. Εικονίζει επίθεση ιππέων σε ιερό (αρχές 7ου αιώνα π.Χ.).

Ιστορικοί Χρόνοι (1η χιλιετία π.Χ.)

Στα ιστορικά χρόνια η Κυδωνιά και πάλι αναφέρεται ως μία ισχυρή πόλη της Κρήτης, της οποίας η κυριαρχία επεκτεινόταν στο σημερινό κόλπο των Χανίων έως τις υπώρειες των Λευκών Ορέων.
Οι κάτοικοι της ήταν γνωστοί για τη φιλοξενία τους και την ικανότητα τους στο τόξο.
Η Κυδωνιά βρισκόταν συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση με τις πόλεις Απτέρα, Φαλάσαρνα και Πολυρρήνια και αναμίχθηκε στον πόλεμο της Κνωσού με τη Λύττο το 220 π.Χ. Κοντά στην Κυδωνιά ηττήθηκε ο ρωμαϊκός στόλος από τις ηνωμένες δυνάμεις των Κρητικών το 74 π.Χ.
Τελικά το 69 π.Χ. ο Ρωμαίος Ύπατος Κόιντος Μέτελλος νίκησε τους Κρητικούς και κατέλαβε και την Κυδωνιά. Αναγνωρίστηκε από τους Ρωμαίους ως ανεξάρτητη πόλη και στη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας γνώρισε επίσης μεγάλη ακμή. Η Κυδωνιά των ιστορικών χρόνων φαίνεται ότι επεκτεινόταν στο χώρο περίπου της σημερινής πόλης με όριά της τις περιοχές των Δικαστηρίων, του Στρατοπέδου Μαρκοπούλου, του Αγίου Λουκά και των Παχιανών, περιοχές όπου έχουν εντοπιστεί νεκροταφεία όλων των περιόδων. Την ίδια περίπου έκταση κατελάμβανε και η σημερινή πόλη στις αρχές του αιώνα μας.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.
Τμήμα ασβεστολιθικής ζωφόρου από την πόλη των Χανίων. Εικονίζει επίθεση ιππέων σε ιερό (αρχές 7ου αιώνα π.Χ.).
Παλαιοχριστιανικό κιονόκρανο (6ος αιώνας μ.Χ.) από την παλιά πόλη. (ΣΥΛΛΟΓΗ 13ης ΕΦΟΡΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ)»

Χριστιανικοί Χρόνοι – Πρώτη Βυζαντινή Περίοδος (3ος αι. μ.χ. – 823)

Οι γνώσεις μας για την Κυδωνιά των Χριστιανικών χρόνων είναι επίσης περιορισμένες, ιδίως όσον αφορά στην πρώτη χιλιετία. Υπάρχουν λίγες πληροφορίες από τις πηγές και ορισμένες σποραδικές αρχαιολογικές ενδείξεις με σημαντικότερη τον πρόσφατο εντοπισμό των οικοδομικών λειψάνων μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη θέση του βενετσιάνικου καθεδρικού ναού της Παναγίας (Duomo), στο κέντρο του λόφου Καστέλι. Τα στοιχεία αυτά απλούς βεβαιώνουν προς το παρόν τη θέση και τη σημασία του οικισμού στην περίοδο αυτή.
Υπάρχει επίσης πρόβλημα γύρω από το λόγο και το χρόνο της μετονομασίας της Κυδωνιάς σε Χανιά. Το νέο όνομα συναντάται για πρώτη φορά με τη μορφή Cania στο έγγραφο «Sexteriorum Cretensium in Militias divisio» το 1211 και Canea στο έγγραφο της παραχώρησης της περιοχής των Χανιών το 1252. Ως προς το λόγο της μετονομασίας, έχουν διατυπωθεί, επίσης, πολλές απόψεις από τις οποίες η πειστικότερη είναι του καθηγητού Νικολάου Πλάτωνα, ο οποίος τη συνδέει με την ύπαρξη στον ευρύτερο χώρο της Κυδωνιάς της «Αλχανίας κώμης» από το όνομα του θεού Βελχανου (Ήφαιστος – Vulcanus).
Απεικόνιση από το λιμάνι του Καστελιού με το βυζαντινό τείχος και το Κονάκι το 1864.
Απεικόνιση από το λιμάνι του Καστελιού με το βυζαντινό τείχος και το Κονάκι το 1864.
To πιο εύκολο στην προφορά όνομα της κώμης αυτής φαίνεται ότι διατήρησαν οι Σαρακηνοί Άραβες, συγχέοντάς το ασφαλώς με το δικό τους Al-Hanim (το Χάνι). Μετά την απομάκρυνση των Αράβων η συλλαβή θεωρήθηκε πιθανότατα ως το αραβικό άρθρο Αl- και μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην ελληνική γλώσσα ως (τα) Χανιά και στη λατινική (La) Canea.
Η πρώτη πληροφορία για τη χριστιανική Κυδωνιά προέρχεται από το Βίο των Αγίων Δέκα, οι οποίοι μαρτύρησαν κατά το διωγμό του Δεκίου το 250 μ.Χ. στην πρωτεύουσα της Κρήτης Γόρτυνα. Ένας από τους δέκα μάρτυρες ήταν και ο Βασιλείδης από την Κυδωνιά. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι και στην Κυδωνιά, πόλη παράλια και με εμπορικές σχέσεις, υπήρχε ευχέρεια διακίνησης νέων ιδεολογιών και είχε αναπτυχθεί από αρκετά νωρίς χριστιανική κοινότητα. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στις πηγές η Επισκοπή Κυδωνιάς με επίσκοπο τον Κυδώνιο, ο οποίος πήρε μέρος το 343 στη Σύνοδο της Σαρδικής (Σόφιας). Το γεγονός ότι η επισκοπή της περιοχής εγκαταστάθηκε στην Κυδωνιά, βεβαιώνει την ιδιαίτερη σημασία της πόλης.
Η Κυδωνιά υπαγόταν εκκλησιαστικά στη μητρόπολη της Γόρτυνας, η οποία έως το 731 ήταν εξαρτημένη από τον πάπα της Ρώμης, οπότε μεταφέρθηκε στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο επίσκοπος Σίβων υπογράφει το 458 μαζί με άλλους Κρητικούς ιεράρχες επιστολή προς τον πάπα Λέοντα Α’.
Το Καστέλι.(ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΣΧΕΔΙΟΥ, FRANCESCOBASILICATA, 1618)
Το Καστέλι.(ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΣΧΕΔΙΟΥ, FRANCESCOBASILICATA, 1618)
Η Κυδωνιά αναφέρεται ανάμεσα στις 22 σπουδαιότερες πόλεις της Κρήτης στο «Συνέκδημο» του Ιεροκλέους τον 6ο αιώνα. Σε όλα τα εκκλησιαστικά «Τακτικά», πριν και μετά την Αραβοκρατία, αναφέρεται η Επισκοπή Κυδωνιάς. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου είναι εξίσου περιορισμένα με τις πληροφορίες των πηγών. Στις αρχές του αιώνα είχαν ανακαλυφθεί λίγοι τάφοι στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη του Ταβλά με επιγραφές του 5ου αιώνα. Τάφοι έχουν βρεθεί και στην περιοχή του Ορφανοτροφείου. Από την παλιά πόλη προέρχονται δυο κορινθιακά κιονόκρανα σε δεύτερη χρήση.
Μια πρόσφατη αρχαιολογική ανακάλυψη (1990), που προσδιορίζει τη θέση του κέντρου της παλαιοχριστιανικής πόλης, αποτελεί και το σημαντικότερο στοιχείο. Πρόκειται για τα λείψανα μεγάλης βασιλικής, που εντοπίστηκαν κάτω από τα ερείπια του βενετσιάνικου καθεδρικού ναού στην πλατεία της Αγίας Αικατερίνης, στο κέντρο του λόφου Καστέλι. Τα θεμέλια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής συμπίπτουν με εκείνα της βενετσιάνικης μητρόπολης και βεβαιώνουν ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό κτίσμα, ανάλογο με τη σημασία της πόλης – έδρας της επισκοπής. Η ολοκλήρωση της έρευνας του μνημείου θα συντελέσει στην επίλυση αρχαιολογικών προβλημάτων της παλαιοχριστιανικής Κυδωνιάς.
Με τα στοιχεία που έχουμε έως σήμερα θεωρείται πιθανόν ότι η πόλη και κατά την περίοδο αυτή είχε ως κέντρο της την περιοχή του Καστελίου και επεκτεινόταν στον ίδιο χώρο με την πόλη των μεταγενέστερων χρόνων. Τα όρια της πόλης προσδιορίζονται περίπου από τα νεκροταφεία, τα οποία κατά τη συνήθεια της εποχής υπήρχαν extra muros (εκτός των τειχών). Η περαιτέρω αρχαιολογική έρευνα θα δείξει εάν η πόλη ήταν τειχισμένη. Πρόσφατα πάντως εντοπίσαμε λείψανα του τείχους της ελληνιστικής περιόδου στην ίδια θέση με το βυζαντινό, γεγονός το οποίο ενισχύει την υπόθεση ότι τουλάχιστον ο φυσικά οχυρός λόφος του Καστελίου έπαιζε πάντοτε το ρόλο της ακρόπολης.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.
Η κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς Άραβες το 823, φέρνει φοβερή αναστάτωση στο νησί. Αν και αναφέρεται στο πολύ μεταγενέστερο Χρονικό του Γεωργίου Φραντζή ότι η Κυδωνιά ήταν μια από τις δυο πόλεις της Κρήτης που παρέμειναν ελεύθερες, η πληροφορία δεν επιβεβαιώνεται από άλλη πηγή. Αντιθέτως από το Βίο του Οσίου Νικολάου του Στουδίτη, ο οποίος γράφτηκε λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Κρήτης, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα στοιχεία για την Κυδωνιά.
Ο Νικόλαος γεννήθηκε στην Κυδωνιά το 793 και έφυγε από την πατρίδα του σε ηλικία 10 ετών για την Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μοναχός και τελικά ηγούμενος της περίφημης Μονής Στουδίου. Ο Νικόλαος υπήρξε γνωστός γραφέας χειρογράφων στο περίφημο εργαστήριο της Μονής. Ο βιογράφος του Οσίου Νικολάου μας πληροφορεί τα παρακάτω για την πατρίδα του: «Η πόλη του ονομαζόταν Κυδωνιά και είχε την πηγή των αγαθών ανεξάντλητη, ανάλογη με τη δόξα του ονόματος της», επειδή «ποτιζόταν από παντού με καθαρά νερά και παρήγε σιτάρι και κρασί και διάφορους καρπούς».
Εξόριστος πια για τους εικονόφιλους αγώνες του, δέχεται την επίσκεψη του αδελφού του Τίτου, ο οποίος του περιγράφει «με πολλά δάκρυα» την «πολύπαθη τραγωδία» της πατρίδας τους και «τις σφαγές που έγιναν από τους άγριους χοίρους, τους άθεους Ισμαηλίτες».
Από την περίοδο της Αραβοκρατίας δεν έχουν, προς το παρόν, εντοπιστεί κάποιες αρχαιολογικές ενδείξεις στην περιοχή της Κυδωνιάς.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).

Βυζαντινή Περίοδος (961 – 1252)

Πύργος του βυζαντινού τείχους στην οδό Σήφακα
Πύργος του βυζαντινού τείχους στην οδό Σήφακα
Στην αμέσως επόμενη περίοδο η βυζαντινή κυβέρνηση φροντίζει ιδιαίτερα για την εδραίωση της εξουσίας της στην Κρήτη με ενίσχυση του πληθυσμού, διοικητική αναδιοργάνωση και κατασκευή οχυρωματικών έργων.
Σχετική με την αναδιοργάνωση της τοπικής Εκκλησίας φαίνεται ότι ήταν και η δραστηριότητα του λόγιου μοναχού Ιωάννη Ξένου και Ερημίτη, ο οποίος θα κτίσει σε μικρή απόσταση από την πόλη τον εντυπωσιακό ναό της Ζωοδόχου Πηγής μεταξύ των χωριών Αλικιανός και Κουφός.
Ο Ιωάννης δρα ως ιεραπόστολος στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Κρήτης. Σε μικρή απόσταση επίσης από την Κυδωνιά σώζονται και τα ερείπια της μεγάλης βασιλικής της Θεοτόκου κοντά στα χωριά Αγιά και Επισκοπή. Η αρχική οικοδόμηση του ναού κατά τον 5ο αιώνα και μια εκτεταμένη επέμβαση ανακατασκευής του στα μετά την Αραβοκρατία χρόνια, κάνουν πιθανή την άποψη που υποστήριξε ο Ιταλός ερευνητής G. Gerola για μετατόπιση των επισκοπικών εδρών της Κρήτης από τα παράλια σε ασφαλέστερες θέσεις της ενδοχώρας. Αυτό επιβεβαιώνεται γενικότερα και από την ύπαρξη πολλών οικισμών στην Κρήτη με το όνομα Επισκοπή σε θέσεις διαφορετικές από εκείνες της προ της Αραβοκρατίας περιόδου. Το όνομα Επισκοπή εντοπίζεται στον κοντινό οικισμό Αγια και κατά την πρώιμη Βενετοκρατία ο Λατίνος επίσκοπος Χανίων έχει τον τίτλο του «Agiensis» από τον ομώνυμο οικισμό. Αν και η έδρα του επισκόπου Κυδωνιάς κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο φαίνεται ότι είναι διαφορετική από την πόλη της οποίας φέρει το όνομα, είναι βέβαιο ότι ο αρχαίος οικισμός παραμένει ένα σημαντικό στρατιωτικό οχυρό, όπως φαίνεται από την οχύρωση της ακρόπολης στο λόφο Καστέλι με ένα περιμετρικό τείχος, κτισμένο από οικοδομικό υλικό της αρχαίας πόλης. Το τείχος είναι και η μόνη αρχαιολογική απόδειξη για την ύπαρξη της πόλης σην περίοδο μεταξύ της Αραβοκρατίας και της Βενετοκρατίας.
Φωτογραφία από το λιμάνι του Καστελιού με το βυζαντινό τείχος και το κονάκι, πριν από το 1880. Το τείχος είναι και η μόνη αρχαιολογική ένδειξη για την ύπαρξη της πόλης κατά την περίοδο μεταξύ της Αραβοκρατίας και της Βενετοκρατίας.
Φωτογραφία από το λιμάνι του Καστελιού με το βυζαντινό τείχος και το κονάκι, πριν από το 1880. Το τείχος είναι και η μόνη αρχαιολογική ένδειξη για την ύπαρξη της πόλης κατά την περίοδο μεταξύ της Αραβοκρατίας και της Βενετοκρατίας.
Η πόλη φαίνεται ότι είναι γνωστή με το νέο της όνομα. Τα Χανιά πιστεύεται ότι εννοεί ο Άραβας γεωγράφος Αl Sarif Αl Edrisi κατά το 12ο αιώνα, όταν αναφέρεται στην Rabdn-El-Djobn (Πόλη του Τυριού), Ο Edrisi μνημονεύει την ύπαρξη γύρω από αυτή την πόλη οπωροφόρων κήπων, χρυσωρυχείου και αίγαγρων στα κοντινά βουνά. Πράγματι τα Χανιά είναι κέντρο κτηνοτροφίας, περιβάλλονται από εύφορες εκτάσεις, ενώ κατά την αρχαιότητα αναφέρεται η ύπαρξη χρυσωρυχείων στα κοντινά όρη Βερέκυνθος (Μάλαξα).
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.
Η Porta del Colombo με την επιγραφή του Ρέκτορα Nicolaus Venerio (1625)
Η Porta del Colombo με την επιγραφή του Ρέκτορα Nicolaus Venerio (1625)
Μετά από την Τετάρτη Σταυροφορία και τη διανομή των εδαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1204, η Κρήτη δίδεται στο Βονιφάτιο, Μαρκήσιο του Μομφερά. Αυτός με τη σειρά του προτιμά να την πουλήσει στους Βενετούς για 1000 ασημένια μάρκα.
Οι Βενετοί ανάμεσα στα 1204 και 1211 επιχειρούν να εδραιώσουν την παρουσία τους στην Κρήτη απέναντι στους ντόπιους, αλλά και στους Γενουάτες, που με επικεφαλής τον Κόμη της Μάλτας Ερρίκο Πεσκατόρε έσπευσαν να την καταλάβουν για λογαριασμό τους. Η αμφισβήτηση της εξουσίας των Βενετών, τουλάχιστον στο δυτικό τμήμα της Κρήτης, συνεχίστηκε έως το 1252, οπότε και αποικίστηκε και η περιοχή των Χανίων.
Επίκεντρο της επανάστασης του 1230 έως το 1236, που έγινε με την υποκίνηση των αρχοντορωμαίων Σκορδύληδων, Μελισσηνών και Δρακοντόπουλων και με την ενίσχυση των στρατευμάτων της αυτοκρατορίας της Νικαίας, ήταν το φρούριο του Αγίου Νικολάου κοντά στον ομώνυμο ναό στα Κυριακοσέλια Αποκορώνου. Το 1252 οι Βενετοί καταφέρνουν να επιβληθούν οριστικά και στην περιοχή των Χανίων.
Οικόσημο στο μέγαρο της οδού Ζαμπελίου
Οικόσημο στο μέγαρο της οδού Ζαμπελίου
Τότε γίνεται και η διανομή της περιοχής σε αποίκους από τη Βενετία. Τα Χανιά ορίζονται ως έδρα του Ρέκτορα της περιοχής, ενώ οι φρούραρχοι της υπαίθρου, οι «καστελάνοι», εδρεύουν στα επαρχιακά φρούρια με περιοχές ευθύνης ανάλογες με τις σημερινές επαρχίες. Ένα πολύτιμο ντοκουμέντο, η Concessio Canee, facia per dominum Maurocenum, Ducem Venecie, et eius Successores, fidelibus Venetis. 1252. Die 29 mensis Aprilis. (Παραχώρηση των Χανίων, που έγινε από τον κύριο Μαρίνο Μοροζίνη, Δόγη της Βενετίας και τους διαδόχους του προς πιστούς Βενετούς. 1252. 29 μηνός Απριλίου), περιέχει ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες για την πόλη και το σημερινό νομό Χανίων. Συγκεκριμμένα αναφέρεται ότι η περιοχή των Χανίων «ήτις άρτι κατέστη ελευθέρα», «από την ρίζαν της Φλακής μέχρι της άλλης θαλάσσης προς νότο και εκείθεν μέχρι του Ακρωτηρίου Σπάθα» με τις νήσους Γαύδοι, διαιρείται σε 90 «καβαλαρίες» από τις οποίες οι 15 παραμένουν στην ιδιοκτησία του Δημοσίου και οι 75 μοιράζονται στους Βενετούς αποίκους.
Η Ruga Magistra, σημερινή οδός Χάληδων από το λιμάνι (τέλη 19ου αιώνα).2. Ο προμαχώνας Santa Lucia πριν από την κατάχωση. (ΦΩΤ. G. GEROLA) 3. Ερείπια υστερογοτθικού μεγάρου στις αρχές του αιώνα. (ΦΩΤ. G. GEROLA) 4. Το μέγαρο Premarin στην αρχή του Corso στο Καστέλι. (ΦΩΤ. G. GEROLA)
Η Ruga Magistra, σημερινή οδός Χάληδων από το λιμάνι (τέλη 19ου αιώνα).2. Ο προμαχώνας Santa Lucia πριν από την κατάχωση. (ΦΩΤ. G. GEROLA) 3. Ερείπια υστερογοτθικού μεγάρου στις αρχές του αιώνα. (ΦΩΤ. G. GEROLA) 4. Το μέγαρο Premarin στην αρχή του Corso στο Καστέλι. (ΦΩΤ. G. GEROLA)» title=»Η Ruga Magistra, σημερινή οδός Χάληδων από το λιμάνι (τέλη 19ου αιώνα).2. Ο προμαχώνας Santa Lucia πριν από την κατάχωση. (ΦΩΤ. G. GEROLA) 3. Ερείπια υστερογοτθικού μεγάρου στις αρχές του αιώνα. (ΦΩΤ. G. GEROLA)4. Το μέγαρο Premarin στην αρχή του Corso στο Καστέλι. (ΦΩΤ. G. GEROLA)
Ταυτόχρονα δίδεται η εντολή να «ανοικοδομηθεί η πόλη των Χανίων», της οποίας ο χώρος διανέμεται με τον ίδιο τρόπο. Η χρήση της λέξης «ανοικοδομηθεί» βεβαιώνει ότι υπήρχε στη θέση αυτή κάποια πόλη. Κατά τους πρώτους αιώνες της Βενετοκρατίας η πόλη των Χανιών – η δεύτερη σε σημασία του Βασιλείου της Κρήτης – περιοριζόταν στον οχυρωμένο λόφο του Καστελιού. Το βυζαντινό τείχος επισκευάστηκε σε πολλά σημεία, διατηρώντας το αρχικό του περίγραμμα, ορατό ακόμη έως σήμερα.
Η Porta Retimiotta σε αναπαράσταση του G. Gerola.
Η Porta Retimiotta σε αναπαράσταση του G. Gerola.
Σταδιακά η πόλη εξαπλώνεται γύρω από το τείχος και σχηματίζονται οι «εξώβουργοι», συνοικίες των κατώτερων κοινωνικών τάξεων.
Κατά το 14ο αιώνα μαρτυρείται η κατασκευή ενός εξωτερικού τείχους, που περιέβαλε το τμήμα αυτό της πόλης. Μέχρι σήμερα πάντως δεν έχουν εντοπιστεί ίχνη του.
Μέσα στην πόλη κατά την πρώτη αυτή περίοδο, υπερίσχυε το καθολικό στοιχείο, σε αντίθεση με την ύπαιθρο, όπου η υπεροχή των ορθοδόξων ήταν συντριπτική. Οι εθνικές και θρησκευτικές διαφορές επηρεάζουν δυσμενώς τις μεταξύ τους σχέσεις.
Οι κατακτητές ασκούν ισχυρή καταπίεση στο ντόπιο πληθυσμό, ο οποίος με τη σειρά του αντιδρά έντονα με την υποστήριξη του εθνικού του κέντρου, της Κωνσταντίνου πόλης. Είναι πολύ συχνές οι επαναστάσεις με την καθοδήγηση των αρχοντορωμαίων και του ορθόδοξου κλήρου. Στην πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στα δυο πληθυσμιακά στοιχεία. Η πτώση, ωστόσο, της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους το 1453, στερεί τους Κρητικούς από το πολιτικό τους κέντρο, παρόλο που συνεχίζει να παραμένει αμείωτη η επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το γεγονός αυτό, η ολοένα αυξανόμενη απειλή της τουρκικής κατάκτησης, η άνοδος της αστικής τάξης σε βάρος της φεουδαρχίας, η μακροχρόνια συμβίωση και οι επαφές με τη Βενετία, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την προσέγγιση των δυο λαών.

Βενετοκρατία (1252 – 1645)

Η κυβέρνηση από το πρώτο μισό του 16ου αιώνα κυρίως και μετά κάνει συνεχείς ενέργειες προσεταιρισμού των Κρητικών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον τη Βενετία ως φυσικό προστάτη και σύμμαχο στην κοινή απειλή.
Λιμένας της Σούδας. (ΣΧΕΔΙΟ F. BASILLICATA,1618)
Λιμένας της Σούδας. (ΣΧΕΔΙΟ F. BASILLICATA,1618)
Μέσα στο κλίμα αυτό αναπτύσσεται και η πόλη των Χανίων, της οποίας η σημασία και εξαιτίας της παραθαλάσσιας θέσης της, συνεχώς μεγαλώνει για τη Βενετία, καθώς μάλιστα περιορίζονται οι κτήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο από την προέλαση των Τούρκων.
Τα Χανιά αποτελούν τη διέξοδο μιας πλούσιας αγροτικής ενδοχώρας και το λιμάνι αποτελεί σημαντικό κέντρο εμπορίου και προστασίας του στόλου. Οι επαφές με τη Βενετία δημιουργούν τις κατάλληλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός τοπικού πολιτισμού, έντονα επηρεασμένου από τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις του κέντρου, με κάποιες τοπικές ιδιορρυθμίες και έντονη τη σφραγίδα του τοπικού στοιχείου. Πρόσωπα, όπως ο μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (Βενετίας) Γαβριήλ Σεβήρος, οι αδελφοί Ιερεμίας και Λαυρέντιος Τζαγκαρόλοι, ο ιατρός Ιωάννης Χαρτοφύλακας, ο Μητροφάνης Φασιδώνης και πολλοί άλλοι αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις κοινής αποδοχής και από τις αρχές και από το ντόπιο πληθυσμό.
Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται για την αναδιοργάνωση των μοναστικών κοινοτήτων, σε μια εποχή που η θρησκευτική πολιτική των Βενετών έχει γίνει περισσότερο φιλελεύθερη.
Στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα δρα στα Χανιά μια σημαντική ομάδα ζωγράφων φορητών εικόνων, των οποίων τα έργα δείχνουν έντονες επιδράσεις από εικονογραφικά πρότυπα των Φλαμανδών χαλκογράφων, τα οποία προσαρμόζουν στους παραδοσιακούς τρόπους της Κρητικής Σχολής.
Ο παλαιότερος από αυτούς είναι ο Αμβρόσιος μοναχός Έμπορος, του οποίου τα σωζόμενα στα Χανιά έργα προσδιορίζονται γύρω στα 1625.
Νησίδες και φρούριον Γραμβούσας. (ΣΧΕΔΙΟ F. BASILLICATA, 1618)
Νησίδες και φρούριον Γραμβούσας. (ΣΧΕΔΙΟ F. BASILLICATA, 1618)
Επηρεασμένοι από το έργο του Αμβροσίου είναι ο ιερομόναχος Νείλος, ο ηγούμενος της Χρυσοπηγής Φιλόθεος Σκούφος, ο Εμμανουήλ ιερέας Σκορδύλης, ο Θεόδωρος Πουλάκης, ο Κωνσταντίνος Παλαιοκαπάς και πολλοί άλλοι.
Οι περισσότεροι από αυτούς θα συνεχίσουν τη δραστηριότητα τους, μετά την άλωση των Χανίων το 1645, στη Βενετία, στα νησιά του Ιονίου, αλλά και του Αιγαίου Πελάγους.
Στην αρχιτεκτονική, τα υστερογοτθικά στοιχεία, τα οποία έχουν περάσει στην τοπική παράδοση — ακόμη και στην ορθόδοξη ναοδομία — θα παραχωρήσουν σταδιακά τη θέση τους στις επιδράσεις του συγχρόνου ρεύματος του βενετσιάνικου Μανιερισμού. Τα περισσότερα κτίσματα της πόλης ανακατασκευάζονται ή επισκευάζονται μετά τις συχνές καταστροφές, συμφωνά με τις νεότερες αρχιτεκτονικές τάσεις, οι οποίες και θα χαρακτηρίζουν πλέον τη μορφή της πόλης.
Τμήμα τοξωτού υπερθύρου με το οικόσημο της οικογένειας Molin. (ΣΥΛΛΟΓΗ 13ης ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ)
Τμήμα τοξωτού υπερθύρου με το οικόσημο της οικογένειας Molin. (ΣΥΛΛΟΓΗ 13ης ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ)
Με την κατασκευή των νέων οχυρώσεων κρίνεται απαραίτητη η αναμόρφωση του ρυμοτομικού σχεδίου των συνοικιών έξω από το Καστέλι, ενταγμένη στις δεσμεύσεις που δημιουργούν οι οχυρώσεις. Από το πρώτο μισό του 16ου αιώνα γίνεται επιτακτική για τη Βενετία η ανάγκη ενίσχυσης της οχύρωσης των πόλεων και άλλων σημαντικών θέσεων της Κρήτης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο αναπόφευκτος κίνδυνος της τουρκικής επίθεσης.
Η κυβέρνηση αναθέτει στον ειδικό για θέματα οχυρώσεων Βερονέζο μηχανικό Michele Sammichieli να σχεδιάσει και να κατασκευάσει τις νέες οχυρώσεις των πόλεων της Κρήτης, μεταξύ των οποίων και των Χανίων. Οι εργασίες κατασκευής αρχίζουν το 1538 και ολοκληρώνονται σταδιακά στο δεύτερο μισό του αιώνα με αρκετές ωστόσο ατέλειες και ελλείψεις. Το νέο τείχος σχηματίζει ένα ορθογώνιο, παράλληλο προς τη βραχώδη παραλία, ενισχυμένο στις γωνίες από καρδιόσχημους προμαχώνες, που καταλήγει στο λιμενοβραχίονα με το φάρο. Την πόλη περιβάλει πλατειά τάφρος.
Η οχύρωση των Χανίων ενισχύεται με εκτεταμένα οχυρωματικά έργα και στις νησίδες των Αγίων Θεοδώρων (Θοδωρού) από βορειοδυτικά και του Αγίου Νικολάου της Σούδας στην είσοδο του ομώνυμου κόλπου. Ακόμη μακρύτερα, στη βορειοδυτική άκρη της Κρήτης, θα οχυρωθεί η απομονωμένη νησίδα της Γραμβούσας με σκοπό αφενός την προστασία του πρώτου φυσικού λιμανιού που συναντούσε κάποιος φτάνοντας στην Κρήτη, αφετέρου τον έλεγχο του Κρητικού πελάγους και την έγκαιρη προειδοποίηση των άλλων φρουρίων.
Οικόσημο της οικογένειας των Τζαγκαρόλων. (ΣΥΛΛΟΓΗ 13ης ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ)
Οικόσημο της οικογένειας των Τζαγκαρόλων. (ΣΥΛΛΟΓΗ 13ης ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ)
Ταυτόχρονα γίνονται και εκτεταμένες εργασίες βελτίωσης του λιμανιού των Χανίων με καθαρισμό και εκβάθυνση του, ενίσχυση του λιμενοβραχίονα και βελτίωση των υπηρεσιών που παρείχε. Κατασκευάζονται συνολικά δεκαεπτά μεγάλα νεώρια για την εξυπηρέτηση των πλοίων του Βενετσιάνικου στόλου κατά τους χειμερινούς μήνες κυρίως. Βελτιώνεται ακόμη το δίκτυο ύδρευσης με την κατασκευή μεγάλων δεξαμενών μέσα στο φρούριο του Φιρκά και την επισκευή και επέκταση του υπόγειου υδραγωγείου στην πλατεία της Σπλάντζιας.
Το νερό μεταφέρεται από τις πηγές του χωριού Περιβόλια στις δεξαμενές, περνώντας την τάφρο με υδατογέφυρα στη νοτιοδυτική πλευρά της. Αξιοποιούνται τα πολλά πηγάδια που υπήρχαν στην πόλη για την αντιμετώπιση πιθανής πολιορκίας. Ανάλογες ενέργειες γίνονται σε όλες τις πόλεις και τα φρούρια της Κρήτης.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions). 
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.

Καταληψη από τους Τούρκους

Παρά τις προσπάθειες, ωστόσο, των Βενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού ώστε να αντέξει σε πιθανή τουρκική επίθεση, το μέλλον είναι πλέον προδιαγραμμένο. Οι Τούρκοι καταβάλλουν έντονες προσπάθειες να κυριαρχήσουν στην πολύτιμη για τον έλεγχο της Μεσογείου Κρήτη. Μετά από μια ρευστή περίοδο που συνοδεύεται από επιδρομές, λεηλασίες, διπλωματικές και άλλες ενέργειες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι προσπάθειες και των δύο πλευρών να προσεταιριστούν το ντόπιο πληθυσμό, αρχίζει τελικά στα 1645 η εκστρατεία κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους.
Ο Τουρκικός στόλος φτάνει στο δυτικό μυχό του κόλπου των Χανίων και αποβιβάζει τα στρατεύματα κοντά στη Μονή Γωνιάς, την οποία καίνε και λεηλατούν. Ο στόλος προχωρεί προς την οχυρωμένη νησίδα των Αγίων Θεοδώρων και ο στρατός από την ξηρά ακολουθεί την ίδια πορεία.
Η οχύρωση του νησιού με δυο φρούρια, ένα χαμηλά προς την πλευρά της παραλίας και ένα στην κορυφή του λόφου, απέβλεπαν στον έλεγχο της προσέγγισης στην παραλία του Πλατανιά και στον έλεγχο του θαλάσσιου δρόμου προς την πόλη. Τα δυο φρούρια είχαν μια μικρή φρουρά 70 ατόμων, αδύναμη να συγκρατήσει τους επιτιθέμενους. Έτσι ο φρούραρχος Biagio Zulian προσποιήθηκε ότι παραδίδεται και άνοιξε την πόρτα του επάνω φρουρίου στους εχθρούς. Όταν πια αρκετοί από αυτούς είχαν μπει μέσα, ανατίναξε έναν υπόνομο με πυρομαχικά με αποτέλεσμα να σκοτωθούν μαζί με τους υπερασπιστές και 200 Τούρκοι. Χωρίς άλλα εμπόδια πλέον ο στρατός και ο στόλος προχώρησαν στην πολιορκία των Χανίων. Μετά από δίμηνη σκληρή πολιορκία, η πόλη παραδόθηκε στις 22 Αυγούστου 1645. Στη μικρή αντοχή της πόλης συνέτειναν το σχετικά αιφνιδιαστικό της επίθεσης και οι ατέλειες που υπήρχαν στη σχεδίαση και κατασκευή των οχυρώσεων.
Με βάση τα Χανιά οι Τούρκοι προχωρούν στην κατάληψη και της υπόλοιπης Κρήτης. Οι οχυρωμένες ωστόσο νησίδες της Γραμβούσας και της Σούδας θα παραμείνουν στα χέρια των Βενετών έως το 1692 και το 1715 αντίστοιχα, οπότε και παραδόθηκαν.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.

Τουρκοκρατία – Νεότεροι Χρόνοι(1645 έως σήμερα)

Τα «καταστήματα» της χριστιανικής κοινότητας μπροστά από την Τριμάρτυρη στις αρχές του αιώνα.
Τα «καταστήματα» της χριστιανικής κοινότητας μπροστά από την Τριμάρτυρη στις αρχές του αιώνα.
Ξύλινα σπίτια στην οδό Θεοτοκοπούλου
Ξύλινα σπίτια στην οδό Θεοτοκοπούλου
Με την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους διαμορφώνεται πλέον μια νέα κατάσταση. Οι νέοι κατακτητές, στην προσπάθεια τους να προσεταιριστούν το ντόπιο πληθυσμό, επαναφέρουν τον ορθόδοξο επίσκοπο Κυδωνιάς στην αρχαία του έδρα, αποκαθιστώντας έτσι την εκκλησιαστική τάξη. Μέσα στην πόλη μένει στα χέρια των χριστιανών μόνο ο μικρός ναός των Αγίων Αναργύρων, που θα λειτουργεί και ως καθεδρικός μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι μεγάλες εκκλησίες
και τα καθολικά των μονών των Βενετσιάνων, θεωρούνται λεία πολέμου και μετατρέπονται σε τζαμιά και οι μεγάλες περιουσίες περιέρχονται στους νέους κατακτητές.
Τυπικά σπίτια της όψιμης Τουρκοκρατίας στο Καστέλι
Τυπικά σπίτια της όψιμης Τουρκοκρατίας στο Καστέλι
Μέσα στα Χανιά, των οποίων τα τείχη επισκευάζονται, διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση. Οι Τούρκοι ζουν κυρίως στις ανατολικές συνοικίες Καστέλι και Σπλάντζια, στην οποία βρίσκεται και το κεντρικό τζαμί της πόλης, ο πρώην ναός του Αγίου Νικολάου των Δομηνικανών, τώρα Χιουγκάρ Τζαμισί (Τζαμί του Ηγεμόνα). Οι χριστιανοί έχουν τις κατοικίες τους κυρίως στη συνοικία Τοπανάς, στα δυτικά της πόλης, που πήρε το όνομα της από τη βενετσιάνικη πυριτιδαποθήκη (τουρκικά Top-Hane) στην αρχή της οδού Θεοτοκοπούλου και γύρω από το ναό των Αγίων Αναργύρων, όπου ήταν εγκατεστημένος ο επίσκοπος και διεξαγόταν οι κοινές δραστηριότητες της χριστιανικής κοινότητας. Στο Palazzo του Ενετού Ρέκτορα στο Καστέλι κατοικεί τώρα ο υπεύθυνος για τη διοίκηση της περιοχής των Χανίων Τούρκος πασάς.
Ξύλινα σπίτια στην οδό Θεοτοκοπούλου
Ξύλινα σπίτια στην οδό Θεοτοκοπούλου
Οι νέοι κατακτητές φροντίζουν, εκτός από τη μετατροπή των καθολικών εκκλησιών σε τζαμιά, για την οικοδόμηση και νέων, όπως το Κιουτσούκ Χασάν Τζαμισί (Τζαμί του μικρού Χασάν), ή Γιαλί Τζαμισί (το παραθαλάσσιο Τζαμί) στο λιμάνι. Επίσης, κατασκευάζονται και δημόσια λουτρά (Χαμάμ), από τα οποία τρία σώζονται μέχρι σήμερα, όπως και δημόσιες κρήνες, συνδεδεμένες συνήθως με τα τζαμιά, συμφωνά με τα καθιερωμένα στη μουσουλμανική θρησκεία. Σε γενικές γραμμές οι αλλαγές που επισημαίνονται στον τομέα της αρχιτεκτονικής αφορούν κυρίως στις νέες χρήσεις και το διαφορετικό τρόπο ζωής των Τούρκων σε σχέση με τους προηγουμένους κατακτητές. Πολλοί εξάλλου από αυτούς είναι Βενετσιάνοι ευγενείς, ή ορθόδοξοι που εξισλαμίστηκαν για να διατηρήσουν ταπρονόμια τους. Οι Τουρκοκρητικοί ακολουθούν μόνο σε ορισμένους εξωτερικούς τύπους τη νέα τους θρησκεία, ενώ διατηρούν πολλά από τα στοιχεία της παλιάς στην ιδιωτική τους ζωή. Μιλούν μόνον την τοπική διάλεκτο με ελάχιστες τουρκικές λέξεις, έχουν πολλές φορές ελληνικά επώνυμα, ντύνονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο των ντόπιων και διατηρούν όμοια ήθη και έθιμα με αυτούς, αντιμετωπίζοντας περιφρονητικά τους ανατολίτες ομόθρησκους τους.
Τυπικά σπίτια της όψιμης Τουρκοκρατίας στο Καστέλι
Τυπικά σπίτια της όψιμης Τουρκοκρατίας στο Καστέλι
Έτσι, και στον τομέα της αρχιτεκτονικής ελάχιστα θα αλλάξουν, καθώς χρησιμοποιούνται τα ίδια υλικά δομής, τα οποία έως ένα σημείο καθορίζουν και τις μορφές, οι ίδιες αρχιτεκτονικές επιδράσεις, ενώ κατασκευαστές είναι οι ίδιοι λαϊκοί τεχνίτες, που διαμορφώθηκαν κάτω από την επίδραση του βενετσιάνικου Μανιερισμού στα τέλη της προηγούμενης περιόδου. Η παράδοση αυτή θα συνεχιστεί έως τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε το ρεύμα του Νεοκλασικισμού έρχεται να ανανεώσει την υπάρχουσα παράδοση με τις καλλιτεχνικές τάσεις του ελευθέρου ελληνικού κράτους. Η νέα ηγετική τάξη εξακολουθεί κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας το φεουδαρχικό τρόπο ζωής της προκατόχου του.
Στον εύφορο κάμπο των Χανίων επισκευάζονται ή κτίζονται νέα συγκροτήματα αγροτικής εκμετάλλευσης και κατοικίας, τα «μετόχια», παράλληλα με τις κατοικίες που διαθέτουν οι γαιοκτήμονες μέσα στην προστατευμένη από τα τείχη πόλη. Οι συνθήκες για τους χριστιανούς κατοίκους είναι δύσκολες στην πόλη και στην ύπαιθρο. Αυτοί ασχολούνται κυρίως, μαζί με τους Εβραίους, με το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τη ναυτιλία. Στα Χανιά αναπτύσσεται σημαντική κίνηση γύρω από το εμπόριο λαδιού και τη σαπωνοποιία, τομείς στους οποίους διακρίνονται ιδίως οι Τουρκοκρητικοί.
Η Χριστιανική συνοικία γύρω από την Τριμάρτυρη μετά την πυρκαγιά του 1897. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Η Χριστιανική συνοικία γύρω από την Τριμάρτυρη μετά την πυρκαγιά του 1897. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Η μεγάλη Επανάσταση του 1821 προκαλεί ένα ισχυρό κραδασμό στις σχέσεις των δύο λαών. Στην πόλη των Χανίων, όπου έχει συγκεντρωθεί το σύνολο σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της υπαίθρου, οργανώνονται μεγάλες σφαγές του χριστιανικού στοιχείου.
Ο επίσκοπος Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης και ο δάσκαλος ιεροδιάκονος Καλλίνικος από τη Βέροια, απαγχονίζονται στο μεγάλο πλάτανο της Σπλάντζιας. Μετά το τέλος της Επανάστασης, η Κρήτη παραχωρείται στον Αιγύπτιο ηγεμόνα Μεχμέτ Αλή έως το 1841, οπότε και επανέρχεται στην τουρκική εξουσία. Στο διάστημα αυτό γίνονται στην Κρήτη πολλά δημόσια έργα. Τότε ανακατασκευάστηκε και ο Φάρος με τη μορφή μιναρέ, επάνω στη βενετσιάνικη βάση στην είσοδο του λιμανιού. Από την περίοδο αυτή οι συνθήκες για τους χριστιανούς βελτιώνονται συνεχώς, συχνά, ωστόσο, υπάρχουν προβλήματα καταπίεσης, ενώ η δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους προκαλεί τους κατοίκους του νησιού σε συνεχείς επαναστάσεις προκειμένου να επιτευχθεί ο μόνιμος εθνικός τους στόχος, η ένωση με την Ελλάδα. Από το 1850 μεταφέρεται στα Χανιά η έδρα του Τούρκου διοικητή της Κρήτης, ο οποίος εδρεύει σε ένα ογκώδες πολυώροφο οικοδόμημα, το «κονάκι», κτισμένο κατά ένα μέρος στη θέση του βενετσιάνικου Palazzo.
Παράταξη αυστριακών στρατευμάτων στην κλειστή πλατεία Μαυροβουνίου στο Συντριβάνι. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Παράταξη αυστριακών στρατευμάτων στην κλειστή πλατεία Μαυροβουνίου στο Συντριβάνι. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Το 1878 υπογράφεται η Σύμβαση της Χαλέπας, που παίρνει το όνομα της από το ομώνυμο αριστοκρατικό προάστιο σία ανατολικά της πόλης.
Με τη Σύμβαση αναγνωρίζονται περισσότερα δικαιώματα στους χριστιανούς και ορίζεται ομόθρησκος τους Γενικός Διοικητής Κρήτης, που προέρχεται συνήθως από τους αριστοκρατικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης. Την εποχή αυτή το «Κρητικό Ζήτημα» έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις και αποτελεί ένα από τα ακανθώδη προβλήματα στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας με έντονη ανάμιξη και των «Μεγάλων Δυνάμεων» της εποχής. Στα Χανιά εδρεύουν προξενεία και στρατεύματα των ευρωπαϊκών χωρών και αναπτύσσεται υψηλού επιπέδου διπλωματία. Οι κοινωνικές συνθήκες για τους κατοίκους αλλάζουν σημαντικά και δυναμώνει μια ντόπια αστική τάξη με διασυνδέσεις τόσο με το ελεύθερο κράτος, όσο και με τις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με πολλές από τις οποίες υπάρχει κατευθείαν συγκοινωνία και ανεπτυγμένο εμπόριο. Η οργάνωση της χριστιανικής κοινότητας σιους τομείς της θρησκείας, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της εθνικής αποκατάστασης ισχυροποιείται, αντίθετα με τη μουσουλμανική που φθίνει κυρίως στην ύπαιθρο. Με το πέρασμα των χρόνων και τις διαρκείς εξελίξεις στο Κρητικό Ζήτημα, η ανάμιξη των «προστάτιδων» Δυνάμεων, όπως αποκαλούνται, γίνεται εντονότερη. Τα Χανιά μετατρέπονται σε μια πολυεθνική κοινωνία με σύγχρονο τρόπο ζωής, αντίθετο με τα έως τότε συντηρητικά ήθη του τόπου. Υπάρχει έντονη οικοδομική δραστηριότητα, αναπτύσσεται περισσότερο το εμπόριο με το εξωτερικό, υπάρχει πλούσια πολιτιστική και εκδοτική δραστηριότητα.
Η δυτική λεκάνη του λιμανιού στα τέλη του 19ου αιώνα
Η δυτική λεκάνη του λιμανιού στα τέλη του 19ου αιώνα
Κατά τον Ιανουάριο του 1897, σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης από τους Τούρκους και η πυρπόληση των χριστιανικών συνοικιών, δημιουργούν μεγάλη αναταραχή και επισπεύδουν τον ερχομό της αυτονομίας του νησιού. Με την ίδρυση της ημιαυτόνομης «Κρητικής Πολιτείας» στα 1898 υπό τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας, τα Χανιά γνωρίζουν τη μεγαλύτερη ακμή στην ιστορία τους, ως πρωτεύουσα της Κρήτης και ζουν έντονα κάτω από τις νέες συνθήκες. Μέσα στο ιδιόρρυθμο αυτό κλίμα ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για την ένωση με την Ελλάδα, κυρίως μετά από την Επανάσταση του Θερΐοσου το 1905, όπου αναδείχθηκε και η ηγετική μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου. Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 γίνεται και τυπικά η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, με συμβολική ύψωση της ελληνικής σημαίας στο ιστορικό φρούριο του Φιρκά. Από τότε, η Κρήτη ακολουθεί τις τύχες του ελληνικού κράτους και τα Χανιά ξαναγίνονται σιγά-σιγά μια απλή επαρχιακή πόλη.
Η ψαραγορά ατό λιμάνι.
Η ψαραγορά ατό λιμάνι.
Στην πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, η πόλη των Χανιών περιορίζεται στα όρια των Ενετικών οχυρώσεων. Σταδιακά, ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, αρχίζει να αναπτύσσεται και το χωριό της Χαλέπας στα ανατολικά υψώματα της πόλης, έξω από τα όρια των οχυρώσεων. Οι πλουσιότεροι κάτοικοι των Χανίων προτιμούν τη Χαλέπα, όπου και το κλίμα είναι καλύτερο και υπάρχει άνετος χώρος για μεγάλες κατοικίες με κήπους. Η παλιά πόλη έχει εξαντλήσει τα πολεοδομικά της περιθώρια με τα στενά δρομάκια και τη μεγάλη έλλειψη ελευθέρων χώρων, καθώς και τους κίνδυνους που υπάρχουν για τη ζωή και την ασφάλεια των χριστιανών κατοίκων κάθε φορά που κλείνουν οι μεγάλες πύλες και οι μουσουλμάνοι της υπαίθρου συγκεντρώνονται στην πόλη, εξαιτίας κάποιας από τις συχνές εξεγέρσεις. Τα προξενεία των Ξένων Δυνάμεων προτιμούν εξάλλου την περιοχή της Χαλέπας, όπου και μετατοπίζεται το κέντρο της διπλωματικής ζωής.
Ο ραββίνος Εβλαγόν ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον βασιλέα Κωνσταντίνο στη Μεγάλη Συναγωγή. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Ο ραββίνος Εβλαγόν ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον βασιλέα Κωνσταντίνο στη Μεγάλη Συναγωγή. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα γίνεται έντονη η παρουσία του νέου ρεύματος του Νεοκλασικισμού, που φτάνει από την Ευρώπη με τους Βαυαρούς βασιλείς στην ελεύθερη Ελλάδα. Η μέχρι τότε τοπική παράδοση, η οποία έχει τις αρχές της στο επίσης κλασικιστικό ρεύμα της όψιμης Βενετοκρατίας, δεν δυσκολεύεται να αποδεχτεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Πιστοποιείται μια εξελισσόμενη αποδοχή των επιδράσεων του νέου αυτού ρεύματος με κάποιες ιδιορρυθμίες στη μουσουλμανική κατοικία, αλλά και με αναβίωση εκλεκτικά στοιχείων της βενετσιάνικης αρχιτεκτονικής. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν το τουρκικό περίπτερο στην πλατεία της Σπλάντζιας — έργο του τέλους του 19ου αιώνα — δείγμα μουσουλμανικού εκλεκτικισμού και ο όροφος του σχολείου της χριστιανικής κοινότητας, επά νω από το παλιό νεώριο, του οποίου το δίλοβο παράθυρο ακολουθεί γοτθίζουσα μορφή, συνήθη στα βενετσιάνικα κτίσματα. Δημόσια κτίρια, όπως το νέο Διοικητήριο, δίπλα στο πυρπολημένο τουρκικό κονάκι, ο νέος καθεδρικός ναός των Εισοδίων, η Τριμάρτυρη και τα «καταστήματα» της χριστιανικής κοινότητας που την περιέβαλαν, ακολουθούν και αυτά τη σύγχρονη αρχιτεκτονική. Νεοκλασικές επιδράσεις διακρίνουμε και στην πρόσοψη του Τζαμιού του Κιουτσούκ Χασάν στο λιμάνι, που αναμορφώνεται εξωτερικά, χάνοντας σε ένα βαθμό την ανατολίτικη εντύπωση που έδινε.
Διαβατικό στην οδό Βενέρη.
Διαβατικό στην οδό Βενέρη.
Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας η παλιά πόλη ασφυκτιά μέσα στα τείχη της, ενώ η νέα έχει ήδη καταλάβει πολλαπλάσια έκταση και μετατοπίζεται σταδιακά το κέντρο βάρους σε αυτήν. Η πολεοδομική νομοθεσία επιχειρεί τον εκσυγχρονισμό της επιβάλλοντας την κατεδάφιση των ξύλινων κιοσκιών και των άλλων κατασκευών, που αλλοιώνουν τον πολεοδομικό ιστό, ενώ επιχειρούνται, όπου είναι δυνατό, διαπλατύνσεις και εκσυγχρονισμός δρόμων και πλατειών.
Η αναγκαιότητα πλέον των οχυρώσεων έχει ξεπεραστεί και από την εξέλιξη της πολεμικής τέχνης και από την ασφυκτική ανάπτυξη της νέας πόλης γύρω από την παλιά. Έτσι επιχειρείται η κατάργηση τους με διανοίξεις μεγάλων ρηγμάτων για τη συνένωση των δρόμων, καταχώσεις τμημάτων της τάφρου και κατεδαφίσεις άλλων τμημάτων για εκτέλεση έργων. Κατεδαφίζεται η κεντρική πύλη στη νότια πλευρά και οι γειτονικοί επιπρομαχώνες του μεγάλου προμαχώνα Piatta Forma ισοπεδώνονται για να επιχωματώσουν την τάφρο και να κτιστεί πάνω της η εντυπωσιακή Δημοτική Αγορά με τις τέσσερις κεραίες του σταυρού στραμμένες στα κυρία σημεία του ορίζοντα. Οι μεγάλοι ελεύθεροι χώροι που θα δημιουργούνταν από την κατεδάφιση των τειχών και την αξιοποίηση της τάφρου περιορίστηκαν σημαντικά από συνεχιζόμενες για πολλές δεκαετίες καταπατήσεις και άλλες λανθασμένες ενέργειες.
Mνημειακή κλίμακα σε σπίτι του λιμανιού (18ος αιώνας)
Mνημειακή κλίμακα σε σπίτι του λιμανιού (18ος αιώνας).
Το 1941 τα Γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν την πόλη προξενώντας μεγάλες καταστροφές κυρίως στις περιοχές Καστέλι, Σπλάντζια και Χιόνες. Οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν στην περιοχή του Καστελιου, όπου ήταν συγκεντρωμένα και τα σημαντικότερα δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη Γερμανική Κατοχή και μέσα στα πλαίσια των τότε αντλήψεων, συντάχθηκε ένα νέο ρυμοτομικό σχέδιο για την παλιά πόλη, το οποίο εξαφάνιζε τον ιστορικό πολεοδομικό ιστό και προέβλεπε την κατεδάφιση ενός μεγάλου αριθμού από σπίτια και μνημεία με αναδασμό των οικοπέδων που θα προέκυπταν. Σε ορισμένα τμήματα της πόλης, όπου εφαρμόστηκε το νέο ρυμοτομικό σχέδιο, οι συνέπειες ήταν καταστροφικές για τη μορφή της.
Η άφιξη του Αρμοστή Κρήτης Αλ. Ζαίμη στο λιμάνι το Σεπττέμβριο του 1906.
Η άφιξη του Αρμοστή Κρήτης Αλ. Ζαίμη στο λιμάνι το Σεπττέμβριο του 1906.
Αρκετά μεμονωμένα μνημεία, όπως οι πύλες του βυζαντινού τείχους, οι υπόγειες θολωτές κρήνες της Σπλάντζιας, τα καταστήματα της χριστιανικής κοινότητας και πολλά άλλα κατεδαφίζονται από τις τότε Δημοτικές Αρχές της πόλης για τον «εκσυγχρονισμό» της. Το 1965 χαρακτηρίζεται «ιστορικό διατηρητέο μνημείο» το τμήμα των Χανιών που περικλείεται από τις οχυρώσεις και αρχίζει μια έντονη προσπάθεια διατήρησης και ανάδειξης της, κυρίως από την τελευταία δεκαετία.
Πηγή: Μιχάλης Ανδριανάκης, «Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ» (Εκδόσεις ΑΔΑΜ Editions).
Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα και απαγορεύεται η οποιαδήποτε αντιγραφή τους ή αναδημοσίευση τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του.
Η άμαξα του πρίγκιπα με τη συνοδεία  της κρητικής χωροφυλακής κατεβαίνει από το Corso του Καστελίού. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)
Η άμαξα του πρίγκιπα με τη συνοδεία της κρητικής χωροφυλακής κατεβαίνει από το Corso του Καστελίού. (ΦΩΤ. Π. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ)

http://www.dlx.gr/
ΠΡΟΣΩΠΑ
Ήθελα να μούνα γιατρός ώσαν το Γιαμαλάκη
Ακροστιχίδα του Οκτώβρη - του Κωστή Λαγουδιανάκη
Ο τυροκόμος Παύλος Παλιεράκης και το κατάστημα Έγγαλο στην Αθήνα απο το 1968
ΘΕΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ και ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Νέα δεδομένα στην αφαίρεση του καταρράκτη - του Βασιλείου Κοζομπόλη
Οι μεταβολές στη λειτουργία του θυρεοειδούς - του Δημητρίου Γιάλβαλη
Καρκίνος του πρωκτού - τα πρώτα συμπτώματα

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ