Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΚΡΗΤΙΚΑ ΑΞΕΜΟΥΡΙΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΑΚΑΚΗ

 Ο Ανδρέας Λενακάκης είναι φιλόλογος. Έπειτα από πολυετή καταγραφή στο νησί της Κρήτης, κατάφερε να συγκεντρώσει ελευθερόστομα τραγούδια, μαντινάδες, παροιμίες, ευτράπελες διηγήσεις και γενικά όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού αθυρόστομου λόγου. Έτσι καταφέρνει να καλύψει τη χρονική περίοδο σχεδόν δύο αιώνων. Ο καλαίσθητος τόμος με τίτλο Κρητικά αξεμούριστα κυκλοφορεί από τον κρητικό (με έδρα το Ηράκλειο) εκδοτικό οίκο Mystis.


Όπως σήμερα, έτσι και στην αρχαιότητα τα ονόματα για τον προσδιορισμό των αιδοίων ήταν πολλά. Ο καθηγητής Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης καταγράφει ένα μακρύ κατάλογο αυτών των ονομάτων:
    «Οι επίκοινες ονομασίες των μορίων είναι κυρίως ευφημισμοί: αἰδοία, αἰδώς, ἀπόκρυφα,ἄρθρα, μόρια, φύσις. Συνήθεις μεταφορές είναι: τά γέρα  (βασική σημασία «περίφραγμα»), ὁκέλης  «άλογο», ἡ κτείς  «χτένα», ὁ κύων, τό μύσχον, ὁ ταῦρος και τό επείσιον  «ηβική χώρα».
     Για το ανδρικό μόριο κοινολεκτούμενα είναι ἡ σάθη και ἡ πόσθη και (τα φορτικότερα) πέος, κωλῆ, ψωλή (-ός). Οι συνηθέστεροι ευφημισμοί είναι: ἀνδρεῖον, ἀνώνυμον, γονή  «γεννητικό όργανο», τό δεῖνα, ἐκεῖνο, πρᾶγμα  κ.λ.π.
     Σε μεταφορική χρήση εμφανίζονται: α. ζώα και όργανα ζώων όπως ζῷον, οὐρά, κέρκος «ουρά», σκορπίος. β. φυτά και καρποί, όπως βάλανος, ἐρέβινθος «ρεβίθι», καυλός«στέλεχος φυτού», ξύλον. γ. εργαλεία όπως ἄγκυρα, ἄροτρον, γνώμων, ἔμβολον, ἐρετμόν«κουπί», ἱστός, κέντρον, κοντός, πάτταλος «πάσσαλος», ποδάριον, ῥόπτρον, σίφων«σωλήνας», σκεῦος, σκυτάλη. δ. οπλισμός: δόρυ, κορύνη, ξίφος, ὅπλον, ῥόπαλον, τρύπανον. ε. άλλα μέρη του σώματος: δέμας «σώμα», εντέριον, νεῦρον, πος, σάρξ, σῶμα, φλέψ.

     Το όργανο των μικρών παιδιών ονομάζεται ὄφις, σαύρα, ληκκώ…….
      Για το γυναικείο μόριο οι κυριολεξίες είναι: κύσθος, κυσός καί ὕσσακος (slang). Συνήθεις μεταφορές είναι ονόματα από το ζωικό και φυτικό βασίλειο: ἀηδονίς, δελφάκιον«γουρουνάκι», κένταυρος, χοῖρος, ἄκανθα, κῆπος, κόκκος, λειμών, λόχμη, μύρτον  (slahg),σέλινον, σῦκον  κ.α. Επίσης χρησιμοποιούνται ονόματα εργαλείων, φαγητών, σκευών, αρχιτεκτονικών μελών, σχημάτων και γεωφυσικών φαινομένων: ἄμβων «το χείλος σκεύος»,ἐσχάρα «εστία», μέλαθρον, πύλη, ὀπτάνιον  «φούρνος», τρυβλίον, δέλτα, ἰσθμός, κόλπος, λάκκος, νάπος  «χαράδρα», πεδίον, πέλαγος, ἁλμυρόν, μᾶζα, πλακοῦς, πόπανον«στρογγυλή πίτα».
     Η προσπάθεια να καταγραφούν τα ονόματα, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, των αιδοίων του κρητικού ιδιώματος απέδωσε έναν αρκετά μακρύ κατάλογο.

Ονόματα για τα γεννητικά όργανα
Για άντρες
  1. απόκρυφα, τα
  2. βγοδώματα, τα
  3. μπράτη, τα
  4. μπρατολοΐδια, τα
  5. μπρατσολοΐδια, τα
  6. περιουσιακά στοιχεία, τα
  7. ψωλάρχιδα, τα

Για γυναίκες
  1. πρεπιά, τα
  2. απόκρυφα, τα

Ονόματα για τους όρχεις
  1. αβγά, τα
  2. αζβάχια, τα
  3. αμελέτητα, τα
  4. αρχίδια, τα
  5. αχαμνά, τα
  6. βαρίδια, τα
  7. βολαράκια, τα  
  8. γκογκόφια, τα
  9. ζουβάχια, τα
  10. καμπανέλια, τα
  11. καρύδια, τα
  12. μπράτη, τα

Ονόματα του πέους
Για άνδρες:
  1. αγγούρι, το
  2. αποκουμπιστήρι, το
  3. απαυτένη, η
  4. απαυτή, η
  5. αποτέθοια, η
  6. βίλλος, ο
  7. γκλαμπουντάνα, η
  8. εργαλείο, το
  9. καμπανός, ο
  10. κοκόνα, η
  11. κόκορας, ο
  12. κοπανιστήρι, το
  13. κουκί, το
  14. κουκουμιστήρι, το
  15. κουλό, το
  16. κουλούκι, το
  17. κουμπούρα, η
  18. κουμπούρι, το
  19. κρέας , το 
  20. κωλί, το
  21. κώλος, ο
  22. μαρκούτσι, το
  23. μάτσα, η
  24. ματσόλα, η
  25. ματσούκι, το
  26. μπάμια, η
  27. μπαμιές, ο
  28. μπαϊλού, η
  29. μπίκος, ο
  30. μπικωτή, η
  31. μπιστόλα, η
  32. μπιτσάκος, ο
  33. μπούτσος, ο
  34. μπροστινός, ο
  35. νεύρο, το
  36. ξερή, η
  37. οριά, η
  38. παλαμίδα, η
  39. παλούκι, το
  40. πανιστής, ο
  41. παντέρμη, η
  42. παπάς, ο
  43. πεδούλι, το
  44. πετεινός, ο
  45. πίρος, ο
  46. πουλάδα, η
  47. πράμα, το
  48. στελιάρι, το
  49. συντριβίδι, το
  50. σφεντύλι, το
  51. σφίχτης, ο
  52. σφόντυλος, ο
  53. τσουτσούνα, η
  54. φύσεκας, ο
  55. φυσέκι, το
  56. φύση, η
  57. χουρμπέτα, η
  58. ψωλή, η
  59. ψώλος, ο
  60. ψωλαρίνα, η

Για παιδιά:
  1. κοκόνα, η
  2. κοκόνι, το
  3. κοκονιό, το
  4. λιλί, το
  5. λιλίδι, το
  6. μπιστολάκι, το
  7. μπιστόλι, το
  8. πουλί, το
  9. τσουτσούνι, το
  10. τσουτσουνιό, το
  11. ψωλιό, το


Ονόματα του αιδοίου
  1. απ’ αυτό τζη, το
  2. αραχνιασμένο, το
  3. βασιλική τρύπα, η
  4. γατάκι, το
  5. κανί, το
  6. καπάκι, το
  7. καπράκι, το
  8. κατσούλα, η
  9. κατσούλι, το
  10. κουσκούνι, το
  11. κουτί, το
  12. λαγός, ο
  13. λαγοπουλί, το
  14. μουνί, το
  15. μπουγαδοτσίκαλο, το
  16. παντέρμο, το
  17. πατατάκι, το
  18. πιτί, το
  19. πουλαδάκι, το
  20. πουλί, το
  21. πουτί, το
  22. πράμα, το
  23. ρημαγμένο, το
  24. σκιστό, το
  25. ταμπακοθήκη, η
  26. τρυπαλάκι, το
  27. φουρνάκι, το
  28. χαβάνι, το
  29. χύστος, ο

Ονόματα του πρωκτού
  1. κοκόλης, ο[13]
  2. κώλος, ο
  3. μάστορας, ο
  4. νικολής, ο[14]
  5. πάτος, ο
  6. πισινός, ο
  7. φάρδος, το

Ονόματα του αυνανισμού
1.      γρόθος, ο
2.      μαλακία, η
3.      παίξιμο, το
4.      ψωλόβροντος, ο

Συνώνυμα της λέξης ομοφυλόφιλος
  1. ασερνικοθήλυκος, ο
  2. γάλος, ο
  3. θηλυκασέρνικος, ο
  4. λελές, ο
  5. λελέσος, ο
σερνικαθήλυκος, ο



Κοπιδάκης 2007, σελ. 209-210
Λέγεται η φράση για παιδιά: «δώσε του να δοκιμάσει, γιατί ζηλεύει και θα πέσει το κουκί ν-του»
 Σε αγωγή του 1903 κάποιος κατηγορείται γιατί «έδεσε το κρέας του κατηγόρου στο στιβάνι, ενώ αυτός κοιμόταν».
 το πλαστικό ή ξύλινο σφυρί
με μειωτική διάθεση
με μειωτική διάθεση
κατ’ αναλογία με τον πανιστή, το εργαλείο που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό του ξυλόφουρνου.
Κατά λέξη σημαίνει πόσθη
Καταγράφηκε στα Βορίζα Καινουργίου
 Κοντοσόπουλος 2006, σελ. 21
 Πάγκαλος 1955, τομ. 4ος, σελ. 161
Κοντοσόπουλος 2006, σελ. 21
 Υποκοριστικό του ονόματος Νικόλαος > Νικολής > Κοκόλης
Γι’ αυτό το λόγο λέγεται σκωπτικά η φράση: τ’ Αγίου Νικολάου γιορτάζει όλος ο κόσμος.
Συνήθως λέγεται για τα ζώα
 Σε αγωγή του 1903 κάποιος κατηγορείται γιατί αποκάλεσε κάποιον λελέσο.

                                                      ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

1.      «Ανεμασεί σαν τη γαϊδάρα»: Λέγεται για γυναίκα που απροκάλυπτα αναζητά σεξουαλικό σύντροφο. Από τη χαρακτηριστική κίνηση που κάνει με το στόμα της η γαϊδούρα σε οίστρο.
2.      «Άντες να κάμομε μια δούλα»: Προτροπή για ερωτική συνεύρεση.
3.      «Αυτή κάνει μόνο για πλάνος»: Λέγεται για τις άσχημες γυναίκες. Πλάνος (το) (<πλανώ = παραπλανώ) ονομάζεται η γαϊδούρα ή φοράδα, που χρησιμοποιείται για τον ερεθισμό των αντίστοιχων αρσενικών γαϊδάρων και αλόγων, αλλά τελικά, κλείνοντας τους οι άνθρωποι τα μάτια με ύφασμα, τα αντικαθιστούν την τελευταία στιγμή τοποθετώντας στη θέση του άλλο θηλυκό ζώο, φοράδα και γαϊδούρα αντίστοιχα, για να γεννήσουν μουλάρια. Το πλάνος είναι επομένως το ομοειδές ζώο που αντικαθιστάται την τελευταία στιγμή με κάποιο άλλο, όχι το ίδιο ποθητό Στη φράση μας χρησιμοποιείται, ειρωνικά, με την αντίθετη σημασία.
4.      «Από το μουνί στον κώλο»: Φράση συνώνυμη του «πολύ κοντά», που λέγεται ως απάντηση σε ερώτημα αν μια απόσταση είναι μακρινή ή κοντινή.
5.      «Αυτός θυμίζει και θαρρεί πως καυλώνει»: Λέγεται όταν σε κάποιον αμφισβητείται ο ανδρισμός του. Σαφής η διάκριση των ρημάτων για το θηλυκό (θυμίζω) και το αρσενικό (καυλώνω).
6.      «Βάνει σαν τον κώλο ν-του / κώλο τζη»: Όταν κάποιος/α φλυαρεί διαρκώς.
7.      «Γιά μιλεί, γιά κλάνει, το ίδιο κάνει»: Όταν κάποιος είναι ανυπόληπτος και δεν έχουν ενδιαφέρον τα λόγια και οι απόψεις του.
8.      «Γλιτσολογά σαν την αίγα»: Φράση που λέγεται για να προσδιορίσει συμπεριφορά γυναίκας που εκφράζει με τη στάση και τη συμπεριφορά της την απροκάλυπτη ερωτική της διάθεση και αναζήτηση.  Το ρήμα γλιτσολογώ χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την αίγα η οποία βρίσκεται σε περίοδο οίστρου, από τα υγρά (γλίτσα) που εμφανίζονται στο αιδοίο του ζώου.
9.       «Γυρεύγει σαν το τραγάκι»: Λέγεται για τους νεαρούς εφήβους. Το ρήμα γυρεύωπροσδιορίζει τη χαρακτηριστική αναζήτηση ερωτικού συντρόφου από ζώα σε οίστρο, συνήθως οικόσιτα,  με τη βοήθεια της όσφρησης.
10.  «Δεν καθίζει τον κώλο του σ’ ένα γύρο»: Συνώνυμο του «Δεν ησυχάζει».
11.  «Δος του κώλου σου αέρα»: Συνώνυο του «φύγε γρήγορα»
12.  «Εμπήκε ο διάολος στον κώλο ν-του»: Λέγεται για κάποιον που δεν συμπεριφέρεται σωστά, που χειροτέρεψε η συμπεριφορά του.
13.  «Είναι κώλος και βρακί»: Λέγεται για τους επιστήθιους φίλους, για ανθρώπους που βρίσκονται διαρκώς μαζί.
14.  «Έλα μουνί στον τόπο σου!»: συνώνυμο του «Σύνελθε!», «Έλα στα συγκαλά σου!»
15.  «Επήγε στου διαόλου τον κώλο»: Συνώνυμο του «Απομακρύνθηκε πολύ, πήγε σε άσχετο μέρος».
16.  «Επήρε την ψωλή τσ’ αελιάς»: Λέγεται για κάποιον που αδικήθηκε κατάφορα. Που σε κάποια μοιρασιά δεν πήρε τίποτα, όταν κάποιοι άλλοι παίρνουν το μερίδιό του.
17.  «Επήρε ο κώλος του αέρα»: Συνώνυμο του «πήρε θάρρος, θάρρεψε». Συνήθως λέγεται επιτιμητικά: «Μην επήρε ο κώλος σου αέρα!» για να επαναφέρει κάποιον στην  τάξη, στο μέτρο.
18.  «Επιάσετε τη μαλλιαρή;»: Ερώτηση που λέγεται με σκωπτική διάθεση την πρωτομαγιά. Λέγεται και «Επιάσετε το μαγιόξυλο;», με σαφώς υπαινικτική σημασία. Η φράση λεγόταν κυριολεκτικά (μαλλιαρή πέτρα) και υπαινικτικά την ημέρα της Αναλήψεως, που άρχιζαν τα μπάνια τους οι Ηρακλειώτες.
19.  «Εσηκωθήκανε τ’ αγγούρια να γαμήσουν το μανάβη»: Λέγεται όταν κάποιος προσπαθεί να επιβληθεί  και να υπερκεράσει ανώτερό του.
20.  «Έστρωσε κώλο» ή με προτρεπτική σημασία «στρώσε κώλο!»: Συνώνυμο του «Προσπάθησε!».
21.  «Έχει τ’ αγγούρι στον κώλο» ή «του ‘βαλε τ’ αγγούρι στον κώλο»: Λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή όταν επωμίζεται μεγάλες ευθύνες.
22.  «Θεός αξεβράκωτος!»: Λέγεται όταν το φαγητό είναι πολύ νόστιμο, ως απάντηση σε ερώτηση σχετική με την ποιότητα του
23.  «Θυμίζει ωσάν τη σκύλα»: Λέγεται σε γυναίκες με απροκάλυπτη ερωτική διάθεση.
24.  «Θυμίζει ωσάν την αίγα» ή απλά «θυμίζει»: Λέγεται σε γυναίκες με απροκάλυπτη ερωτική διάθεση.
25.   «Κάνει μαλακία»: Συνώνυμο του αυνανίζεται
26.  «Κασταναλίκι δουλειά»: Συνώνυμο του γαμησοδουλειά  (Λασίθι).
27.  «Κάτσε τον κώλο σε μιαν άκρα!» Σημαίνει: Κάθισε στην άκρη!
28.  «Κολί ν-του, ραβδί ν-του»: Έκφραση δηλωτική της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας
29.  «Να την κάμω θέλει  και θα μπεμπερίζει ωσάν την αίγα»: Έκφραση απειλητικής ερωτικής διάθεσης. Από τη χαρακτηριστική κραυγή που βγάζουν οι αίγες την ώρα της σεξουαλικής συνεύρεσης. 
30.  «Να την κάμω θέλει και θα ξανοίγουνε τα πόδια τζη στα δοκάρια»: Έκφραση απειλητικής ερωτικής διάθεσης. Περιγράφει ερωτική σκηνή.
31.  «Να την κάμω θέλει ένα γ-κατσούνι»: Έκφραση απειλητικής ερωτικής διάθεσης. Από τη στάση που παίρνουν οι αίγες όταν έρχονται σε στάση αναπαραγωγής.
32.  «Νέφτι έχεις στον κώλο;»: Λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται υπ’ ατμόν, διαρκώς σε υπερένταση, όταν βιάζεται να φύγει.
33.   «Ξυει τ’ αρχίδια ν-του»: Λέγεται στις περιπτώσεις που κάποιος αδιαφορεί ή αδρανεί. Συνώνυμο του χασομερά.
34.  «Παίζει γρόθο»: Συνώνυμο του αυνανίζεται
35.  «Πεθιέται σαν την ψωλή»: Συνώνυμο του «Φυτρώνει όπου δεν τον σπέρνουν».
36.   «Στον καμπανό ν-του»: Συνώνυμο της έκφρασης αδιαφορίας «Στ’ αρχίδια του» («Εγώ του μιλώ κι αυτός με γράφει στον καμπανό ν-του!»)
37.  «Τα θέλει ο κώλος του /τση»: Λέγεται στις περιπτώσεις που κάποιος/α επιδιώκει κάτι που θα αποβεί σε βάρος του. Συνώνυμο του «Πάει γυρεύοντας».
38.  «Τηνε τρώει το κουσκούνι τζη»: Λέγεται για γυναίκες και είναι συνώνυμο της φράσης «Πάει γυρεύοντας» αλλά και για γυναίκα με εμφανή ερωτική διάθεση.
39.  «Τονε / τηνε τρώει ο κώλος του / τση»: Συνώνυμο του «Πάει γυρεύοντας».



 Συνώνυμο του  «άλλη του δείξανε κι άλλη του μπήξανε». Εδώ ισχύει το αρχαιοελληνικόν «σβησθείσης λυχνίας πάσα γυνή Λαΐς». 
 Ξανθουδίδης 2002, σελ. 318
Η φράση αποτελεί κατάλοιπο αρχαίου εξορκισμού της μήτρας: «Σε εξορκίζω, μήτρα, …να μην αφήσεις ποτέ τον τόπο σου..», «Μήτρα, μείνε στον τόπο σου…», Graf 2004, σελ. 304-305 και «Μήτρα, …μένειν επί τω τόπω» Χανιώτης 2008, σελ. 50.
 Καψωμένος 2007, σελ. 63-64: «…στη θαυμαστή έκφραση θεός αξεβράκωτος, που καθιστά διαφανή την αρχαία καταγωγή του κώδικα: ξεβράκωτοι ήταν οι αρχαίοι θεοί, που συνδύαζαν χαρακτηριστικά τις ιδιότητες κάλλος-αγαθό-θείο. Σ’ αυτή την τριπλή εξίσωση στηρίζεται μια πλούσια εικονοπλασία, που υμνεί τη φυσική ομορφιά με εξιδανικευμένες μεταφορές και παρομοιώσεις…».
 Στην Κρήτη χρησιμοποιούνταν το ρήμα κάνω και όχι το παίζω. 
Πάγκαλος 1955, τομ. 4ος Β, σελ. 444

                                ΑΞΕΜΟΥΡΙΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

1.                           Ο άτυχος Γιάννης
    
    Το τραγούδι Α είναι το παλαιότερο της συλλογής. Καταγράφηκε από τον  Claude Fauriel και εκδόθηκε στο Παρίσι το 1824-1825 με τίτλο Ο άτυχος Γιάννης, (περιγελαστικό) Έχει όλα τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού κρητικού τραγουδιού. Κάποιοι στίχοι του παραπέμπουν σε άλλα δημοτικά τραγούδια (στίχ. 3, 6 και 8). Ο Γιάννης άλεσε στο μύλο, αλλά οι Εβραίοι, ως προσωποποίηση του κακού, του κλέβουν το αλεύρι. Η μητέρα του τον σκοτώνει. Κατά παράδοξο τρόπο, ενώ είναι πεθαμένος λειτουργεί η στύση του, την οποία θα εκμεταλλευθούν τρεις καλόγριες. Η θεματολογία του τραγουδιού βεβαιώνει την ιστορική διάρκεια του ελευθερόστομου τραγουδιού στην Κρήτη.
    Παραλλαγή πληρέστερη καταγράφει στην Ήπειρο ο Παν. Αραβαντινός σελ. 220, αρ. 367 και ο Μιχαήλ Λελέκος, αρ. 1-2, σελ. 5-6.

                                            Α

Ως είχαμεν το Γιάννη μας λουσμένο, κτενισμένο,
στο μύλο τον εστείλαμε να πά’ ν’ αλέσ’ αλεύρι.
Βρίχνει τσι πόρτες σφαλικτές και τα νερά κομμένα
Πηδά κι αφήνει τα νερά κι αλέθει και ξαλέθει.
Στο γάιδαρο το φόρτωσε, ξεκάπουλα καθίζει.                                                                5
Στο δρόμο τ’ απαντήχνουνε οι σκύλ’ οι Γεγουδαίοι.
Σαν πιάνουσι και δέρνου τον και παίρνουν  του τ’ αλεύρι.
Η μάνα του τονε θωρεί από το παραθύρι.
-Καλώς τονε, το Γιάννη μου, α μου βαστά κι αλεύρι.
-Το γέρο μαύρο σου βαστώ, μα πήραν το τ’ αλεύρι.                                                     10
Αρπά το σκορδοκόπανο, θέτει του πέντε – δέκα.
Άλλη κι α δεν τον έβλαψε, μα οι ομυαλοί του πέσαν
και θέτει και ψυχομαχεί, μον’ η μπαϊλού του στέκει.
Τρεις καλογράδες το γρικούν απού το μαναστήρι
κι αρπά η μια το θυμιατό κι η άλλη το λιβάνι                                                                15
και παν να τόνε θάψουνε το δάσκαλο το Γιάννη.
Προφταίνει μια κι αρπάχνει τη κι η άλλη τριγυρίζει
κι η άλλη την εκούντησε, να σηκωθεί, να κάτσει.

 

                                         Β


Το Γιάννη μας επέψαμε στο μύλο να πά’ ‘λέσει
                      ντιριρίμ χοχόμ
και σαν τον είδε η μυλωνού, απάνω ντου καθίζει
και δεν τον επαραίτησε μέχρι η ψυχή ντου ‘α φύγει.
                      ντιριρίμ χοχόμ
Σαν το ‘μαθ’ η γυναίκα ντου, αρχίνιξε να κλαίει
και μες στο μοιρολόι τζης τούτα τα λόγια λέει:
                      ντιριρίμ χοχόμ
Μην τονε θάψετε βαθιά μόνο απάνω απάνω,
να φαίνετ’ η ψωλάρα ντου δυο πιθαμές απάνω
                      ντιριρίμ χοχόμ
Δυο καλογρές το ‘κούσανε ‘πό ‘να μοναστηράκι
και παίρνει η μια το θυμιατό κι η άλλη το λιβάνι
να πά’ να θυμιατίσουνε τον ψωλαρά το Γιάννη.
                      ντιριρίμ χοχόμ

ή

Τρεις καλογρές το ‘κούσανε ‘πό ‘να μοναστηράκι
και παίρνει η μια το θυμιατό κι η άλλη το λιβάνι
κι η τρίτη επαλουκώθηκε κι έκατσενε στου Γιάννη.
                      ντιριρίμ χοχόμ



2.                              Ο Μουνοβοσκός

     Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι από τα παλαιότερα αυτής της συλλογής. Η Α παραλλαγή έχει δημοσιευθεί από τον Jannarakis το 1876 (σελ. 196, αρ. 259).  Ο Jannarakis αποφεύγει τη γραφή των ελευθερόστομων λέξεων. Αντί αυτών χρησιμοποιεί αποσιωπητικά, όπως και στον τίτλο: Ο …βοσκός. Η θεματολογία του έχει σχέση με την κτηνοτροφική Κρήτη: το αρσενικό σε ρόλο βοσκού (επι)βλέπει αιδοία.
     Η  Μαίρη Κουκουλέ δημοσιεύει ένα δίστιχο, αρ. 23, και ο Βαγγέλης Καραγιάννης, σελ. 82 παραλλαγή από τη Μυτιλήνη. Είναι το τραγούδι της συλλογής με την μικρότερη διασπορά στον Ελλαδικό χώρο.

                                     Α

Εννιά ……, στειρό….. μ’ εβάλανε να βλέπω
Και παίρνω τα και πάω τα σ’ την κατσουρή μαδάρα
Να κάνω κατσουρόν τυρί και κατσουρή μαλάκα.
Και κάνω σιδερόκουρτα να τα κουλουκουρίσω.
Μα ‘να  ….., στειρό….., μου σπα την κούρτα  φεύγει,                                                   5
Πηδώ καβαλικεύγω το κ’ εις τον Πετρέ με ρίχνει
Και σπα μου τρία κόκκαλα και τη ραχοκοκκάλα
Και να μου λείπαν τ’ άρματα σπασμένα μου ‘χε κι άλλα.

                                        Β

Εννιά μουνιά στειρόμουνα μου δώκανε να βλέπω,
τα τέσσερα να τα πηδώ, τα πέντε να τ’ αρμέγω.
Ένα μουνί στειρόμουνο δεν θέλει να μαντρίσει.
………………………………………………….
Πηδοκαβαλικεύγω το, στη Μεσαρά με βγάνει.
…………………………………………………
Τρία κόκαλα μου ‘σπασε και τη ραχοκοκάλα,                                                                5
α’ μού ‘λειπεν ο ψώλαρος, ‘θελα μου σπάσει κι άλλα.

                                         Γ

Εννιά μουνιά στειρόμουνα μου δώκανε να βλέπω
κι επήγα και τα φύλαγα στη Ζουριδοκεφάλα,
να τρώνε ζουριδόχορτο, να κατεβάσουν  γάλα.

                                         Δ

Εννιά μουνιά στείρα μουνιά μου δώκανε να βλέπω,
για να γαμώ τα τέσσερα  και τ’ άλλα να τα βλέπω.
Μα ένα μουνί, στείρο μουνί πεθιέται από ‘να βράχο,
Πηδώ, καβαλικεύγω ντο και βάνω ντο από κάτω
και μου ‘σπασε εννιά πλευρά και τη ραχοκολάλα,                                                          5
και να ‘χα μου λείπει η ψωλή ‘θαλα μου σπάσει κι άλλα



3.                                            Η Θοδώρα


       Το τραγούδι είναι γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα σε συντομότερες ή εκτενέστερες παραλλαγές και είναι καταγεγραμμένο ήδη στις πρώτες συλλογές δημοτικών τραγουδιών (το 1866 από τον Γ. Χασιώτη, Συλλογή των κατά την ήπειρον Δημ. Ασμάτων, και το 1881 από τον Αθ. Οικονομίδη, Τραγούδια του Ολύμπου).
       Στη διαδρομή προς το μύλο το τυχαίο πέσιμο της θείας αποκαλύπτει μέρη του σώματός της, τα κάλλη, που αναστατώνουν το νεαρό ανιψιό. Η σεξουαλική έλξη που αισθάνεται ο ανιψιός προς την μεγαλύτερης ηλικίας, πλην όμως σεξουαλικά ποθητή, θεία είναι έντονη. Η τελευταία ενδίδει με ευκολία στο κάλεσμα του σώματος, για να επανέλθουν στη συνέχεια στην αρχική κοινωνική τάξη: «κι ύστερα ‘μαι πάλι θεια σου». Η ερμηνεία που δίδει η Μιχαήλ είναι ότι «η έκφραση άμεση, ωμή και φυσικά χυδαία» έχει «αποτέλεσμα τον εξευτελισμό της συγγένειας θείας και ανιψιού, που κανονικά είναι από τις πιο σεβαστές που δέχεται ο ελληνικός λαός» Το τραγούδι, πιστεύω, δεν έχει σκοπό να προσβάλλει τους συγγενικούς δεσμούς, αλλά θίγει ευθέως ένα θέμα ταμπού της Ελληνικής κοινωνίας, την αιμομιξία. Θείες ή εξαδέλφες λιγότερο ή περισσότερο μακρινές προσέφεραν συχνά τις πρώτες σαρκικές εμπειρίες (βλ. κεφ. Εισαγωγή).
     Το τραγούδι ολοκληρώνεται με ένα εύρημα, όχι για να φανεί η πονηριά του ανιψιού και η βλακεία του θείου, αλλά για να προκληθεί το ενδιαφέρον του ακροατή, καθώς ή πράξη έχει ήδη τελειώσει και ουσιαστικά το τραγούδι έχει ολοκληρωθεί, όπως συμβαίνει στις παραλλαγές Γ και Δ. Ο διάλογος ανιψιού και θείου, ο οποίος όλως τυχαίος είναι οπλισμένος, οι δικαιολογίες του ανιψιού και οι προτροπές του θείου απελευθερώνουν το γέλιο, το οποίο κορυφώνεται με μια μορφή «σατιρικής ειρωνείας». Τα λόγια του παρερμηνεύονται από τους ακροατές οι οποίοι, αντίθετα από τον ίδιο, έχουν επίγνωση της κατάστασης.
    Αξίζει να τονιστεί η ενσωμάτωση του τραγουδιού στον τόπο, καθώς κάποιες περιοχές προσδιορίζουν με δικό τους τοπωνύμιο το σημείο στο οποίο φέρεται ότι εξελίσσεται το γεγονός (στου Πανασού το Δέτη, στου Μπαμπαλή το Δέτη, Βουλισμέν’ Αλώνι κ.ά.
       Παραλλαγές δημοσιεύονται από τον Παπαγρηγοράκη, αριθμ. 197, την Ειρήνη Σπανδωνίδη, αριθμ. 63, τον Πιτυκάκη, σελ. 95 και 201, την Κουκουλέ, αρ. 287, 669, 670, 671, 672, 741, 1087, 1088, 1089, 1089β, τον Φίλιππο Βλάχο, αρ. 6, τον Βαγγέλη Καραγιάννη, σελ. 77-78, το Γιώργη Μελίκη, τομ. Α. σελ. 238, 242-243, 246-247. Σε μια μόνο παραλλαγή (παραλλαγή ΙΒ) η θεια ονομάζεται Βασίλω, προφανώς εισαχθείσα παραλλαγή από την ηπειρωτική Ελλάδα (Γαρεφαλάκης 1995, σελ.  169).

                        Α

Με τη θεια μου τη Θοδώρα
επηγαίναμε στη χώρα
κι ήλεγε μου κι ήλεγα τζη
κι ήκανε μου κι ήκανα τζη.
Και στου Πανασσού το δέτη                                                                                          5
τη φωτίζει ο Θιος και πέφτει.
-Άχι θεια μου, τέθοια κάλλη,
άχι θεια μου, να ‘σουν άλλη.
Και με πιάνει απού το μπέτη,
κι από πάνω τζη με θέτει.                                                                                              10
-Κάμε, γιε μου, τη δουλειά σου
κι ύστερα ‘μαι πάλι θεια σου.
Κι εγώ διπλογονατίζω
και το φύσεκα γεμίζω
και τση παίζω μια στα σκέλια                                                                                       15
και ξεραίνεται στα γέλια
και τση παίζω μια με τρόπο
ακριβώς στον ίδιο ν-τόπο.
Να κι ο μπάρμπας μου από πέρα
κι ακονίζει μια μαχαίρα.                                                                                                20
-Είντα κάνεις, μπρε, τση θειας σου
κι είν’ τα πόδια τζη στ’ αυθιά σου;
-Πόνος, μπάρμπα, τηνε πιάνει
και την πλάκωσα να γιάνει.
-Πλάκωνε τηνε, παιδί μου,                                                                                            25
απού να ‘χεις την ευκή μου.
Πέρασ’ ύστερα από πέρα
γιατί με κρατεί και μένα

                       Β

Με τη θεια μου τη Θοδώρα
επηγαίναμε στη χώρα
κι ήλεγε μου κι ήλεγα τζη
κι έπιανε μου κι έπιανα τζη.
Και στου Πανασσού το δέτη                                                                                           5
τη φωτίζει ο Θιός και θέτει.
Σκύφτω, διπλογονατίζω
την κουμπούρα μου γεμίζω.
Και τση θέτω δυο στα σκέλια
και λιγώνεται στα γέλια.                                                                                                10
Και τση θέτω τρεις στον κώλο
με τρακόσα δράμια ψώλο.
Να το μπάρμπα μ’ από πέρα
με τη γαλανή μαχαίρα.
-Είντα κάνεις, μπρε, τση θειας σου                                                                               15
κι είν’ τα πόδια τζη στ’ αφθιά σου;
-Πόνος, μπάρμπα, τηνε πιάνει
και την πλάκωσα να γιάνει.
-Πλάκωνε τηνε παιδί μου
απού να ‘χεις την ευκή μου                                                                                           20
και κιαμιά φορά θα γιάνει
και ραέτι θα σου κάνει.




Fauriel 1824, τομ. Β, σελ. 29, αρ. 30
 Πληροφ. Αναστασία Γ. Σηφάκη, Αγία Παρακευή Πεδιάδος
Βλέπω στην κρητική διάλεκτο σημαίνει προσέχω, επιτηρώ: βλέπω πρόβατα = προσέχω πρόβατα
 Δημοσιεύεται από τον Jannarakis 1878, σελ. 196, αρ. 259. διατηρείται η ορθογραφία του πρωτότυπου.
 Πληροφ. Παπαδάκης Θεόφιλος, ετών 80, Σοκαράς Ηρακλείου
 Πληροφ. Βασίλης Γ. Χαρωνίτης, Ανώγεια Μυλοποτάμου.
 Στη διεύθυνση http://www.youtube.com/watch2v=q3oqpocYAmA υπάρχει βίντεο κάποιου ηλικιωμένου, πιθανολογώ λόγω προφοράς από τη δυτική Κρήτη, ο οποίος το απαγγέλει.
Μιχαήλ 1991, σελ. 42-43
Είναι η παραλλαγή που έμαθα στη Μεσαρά, όταν ήμουν παιδί.
Πληροφ. Γιάννης Αναγνωστάκης, συνταξ. Δάσκαλος, Φανερωμένη Ηρακλείου



ΚΛΗΔΟΝΑΣ

     Στο άνοιγμα του κλήδονα γίνεται το βράδυ της 24 Ιουνίου, ημέρα κατά την οποία εορτάζεται το γενέθλιο του  Ιωάννου του Προδρόμου. Σ’ αυτές τις εκδηλώσεις με  τον έντονο μαντικό και ερωτικό χαρακτήρα – τα κορίτσια θα μάθουν ποιον θα παντρευτούν – δίνεται η ευκαιρία να ειπωθούν πολλά ελευθερόστομα δίστιχα. Η αποφθεγματική φράση «αυτά τα λένε στον κλήδονα» εκφράζει ακριβώς την ελευθερία της έκφρασης και την  ανοχή σε κάθε είδους πείραγμα. Εδώ παρατίθενται μονάχα όσα δίστιχα αναφέρονται ρητά στο έθιμο του κλήδονα.


1. Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει η μηλιά με τ’ άνθη,
    να βγει η ψωλή με τα μαλλιά, που μ’ έβαλε στα πάθη.

2. Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει η χαριτωμένη,
    να βγει η ψωλή με τα μαλλιά σα νύφη στολισμένη.
3. Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει και η αγγούρα
    κι απού ‘ναι πρωτογόνατος, να τη βαστά σιγούρα.

4. Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει και το δικό μου
    και δε μπορώ να στέκω μπλιο από το θυμισμό μου.

5. Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει και το δικό μου
    γιατί να στέκω δε μπορώ από τον καυλωμό μου.

6. Ανοίξετε τον κλήδονα και στρώσετε τσι ψάθες
    κι α’ δε μου δώσετε μουνί, να σας το φάνε οι κάτες.

7. Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει και η ντομάτα,
    να βάλω τ’ αγγουράκι μου να κάμομε σαλάτα.




Το δίστιχο αποτελεί παράφραση του «ορθού» Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει ο χαριτωμένος κι από την πόλη έρχεται μάλαμα φορτωμένος.  Καταγράφεται από τον Μελίκη στη Μύρινα Λήμνου (τομ. Α, σελ. 109),  στη Θεσσαλονίκη (σελ. 214), στην Καβάλα (τομ. Α, σελ. 290) και στη Λέσβο (τομ. Β, σελ. 196, 199)





ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ Το πρόγραμμα τουριστικής προβολής - Ξενοδοχειακές επενδύσεις - Ποιοτική διαμονή σε ξενοδοχείο ............. ............. .............
ΠΡΟΣΩΠΑ Για τη Χαρούλα Βερίγου (Ζωή Δικταίου)- Νέο τραγούδι Ελευθερία ή θάνατος - Σοφία Μανουσάκη ............. ............. .............

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ