Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΑΡΑΣΠΟΡΙ ΣΗΤΕΙΑΣ ... ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Πολιτιστικός Σύλλογος Παρασπορίου Σητείας
Β’ έκδοση - Ιούνιος 2013





Είναι ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 350 μ.,) του νομού Λασιθίου.
Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού, 83 χλμ. ΝΑ τουΑγίου Νικολάου. Υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Σητείας και έχει 70 κατοίκους (απογραφή 2011). 
Το Παρασπόρι είναι παλιό και ιστορικό χωριό. Στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται ο τάφος της μεγάλης οικογένειας των Κορνάρων.
Εδώ έγινε μια από τις σημαντικές ενέργειες της επανάστασης του1821 κατά την οποία οι επαναστάτες πολιόρκησαν τους Οθωμανούς και τους ανάγκασαν να παραδοθούν χωρίς να γίνει αιματοχυσία εκτός από τον φόνο του Χότζα του χωριού με την συμβολή του Επισκόπου Αμβρόσιου. Στο χωριό κατά την περίοδο τηςΤουρκοκρατίας κατοικούσαν αποκλειστικά Οθωμανοί (το 1834,15 οικογένειες και το 1881, 48 οικογένειες με 224 άτομα). Πάντως στην απογραφή του 1671 δεν αναφέρεται, ίσως γιατί και τότε κατοικείτο μόνο από Τούρκους και η απογραφή αυτή απογράφει
μόνο χριστιανικές οικογένειες που πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο(τζιτζιγιέ= ciziye). To 1583 απογράφεται στον Castrofylaca σανParaspori με 261 κατοίκους. Οι σημερινοί κάτοικοι στην πλειοψηφία τους είναι απόγονοι μικρασιατικών οικογενειών κυρίως απότα Αλάτσατα επαρχίας Σμύρνης, της Μικράς Ασίας. Στο χωριόόταν έγινε η ανταλλαγή πλυθυσμών υπήρχαν δύο οικογένειες, του Γαλετάκη (ντόπιοι Έλληνες) και του Κουκλάκη που ήταν Τούρκος αλλά μετά που έφυγαν οι Τούρκοι βαπτίσθηκε Χριστιανός.Το Παρασπόρι αποτελείτο από δύο συνοικισμούς, το Πάνω και κάτω Χωριό. Στη θέση «Κάτω Βρύση» σε μια εξαιρετικής ομορφιάς τοποθεσία, διατηρείται η οθωμανική κρήνη του χωριού, ενώ στο κέντρο του χωριού υπήρχε τζαμί το οποίο έχει καταστραφεί.

Προέλευση ονομασίας

Υπάρχουν αρκετές εκδοχές για την προέλευση της ονομασίαςτου χωριού που αρχικά ονομαζόταν «Άγιος Γεώργιος». Οι κυριότερες είναι:
Το 1821 προκειμένου οι Τούρκοι να προλάβουν την γενίκευσητης ελληνικής επανάστασης και στην Κρήτη, σχεδίασαν σφαγές σε όλο το νησί. Ο τοπάρχης (διοικητής) της Σητείας Ιμπραήμ Αφεντακάκης έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να συγκεντρώσουν αρκετούς Έλληνες από τα χωριά Αχλάδια, Ζήρος, Τουρτούλοι, Χοχλακιές και τις γύρω από αυτά περιοχές και να τους εκτελέσουν. Στις 29 Ιουνίου 1821 σφαγιάσθηκαν περίπου 1000 άτομα.
Οι Έλληνες κάτοικοι του Παρασπορίου μόλις πληροφορήθηκαν την σφαγή στα Αχλάδια, έφυγαν από το χωριό. Όταν οι Τούρκοι επισκέφθηκαν το χωριό και έμαθαν για την φυγή των Ελλήνων, είπαν ότι παρασπόρισαν και έτσι ονομάστηκε το χωριό Παρασπόρι. Παρεμφερής με την προηγούμενη είναι η παρούσα εκδοχή. 
Την  περίοδο της επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού αποφάσισαν να θανατώσουν τους Έλληνες κάτοικους. Την πρόθεση τους αυτή γνωστοποίησε το προηγούμενο βράδυ της προγραμματισμένης σφαγής στους Έλληνες, ένας Τούρκος που είχε φιλία μαζί τους, οι οποίοι όταν το έμαθαν έφυγαν από το χωριό. 
Οι Τούρκοι που το έμαθαν την επόμενη μέρα, είπαν ότι παρασπόρισαν και προέκυψε 
η ονομασία. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν κυρίως Τούρκοι αλλά και Έλληνες. Επειδή στο χωριό δεν κατοικούσαν μόνο γνήσιοι Έλληνες ή γνή- σιοι Τούρκοι ονομάστηκε Παρασπόρι (Παρα-σπορά). Η ονομασία του χωριού οφείλεται σε κάποιον άρχοντα του χωριού. Ίσως να είναι και η πιο πιθανή αφού το χωριό εμφανίζεται στις απογραφές των Ενετών (πριν τους Τούρκους) ως Παρασπόρι.




Ο αποκλεισμός του χωριού Παρασπορίου από τους Έλληνες επαναστάτες
κατά την Οθωμανική περίοδο

Το Παρασπόρι βρίσκεται μεταξύ των χωριών Χαμέζι, Αχλάδιακαι Σκορδίλο σε περίοπτη θέση. Αποτελείται από δύο συνοικισμούς και κατοικούνταν αποκλειστικά από Οθωμανούς, οι οποίοι  κατά την απογραφή του 1881 ανέρχονταν σε 224.
Ο αποκλεισμός του Παρασπορίου έγινε εξ’αρχής με τα άλλα χωριά της επαρχίας Σητείας. Παρά την στενή πολιορκία από πολλούς επαναστάτες, δεν μπορούσαν να το καταλάβουν, λόγω της θέσεως του αλλά και της γενναίας άμυνας που επέδειξαν οι
Οθωμανοί υπό την αρχηγία του γενναίου και ευφυέστατου Μουσταφά Βρουβάκη. Πολλές φορές προτάθηκε στους αμυνόμενους να παραδώσουν τα όπλα υπό τον όρο να οδηγηθούν με ασφάλεια στη Σητεία, αλλά οι Οθωμανοί που είχαν συγκεντρωθεί στον νότιο συνοικισμό, έχοντας άφθονα τρόφιμα πολεμοφόδια και νερόπου έτρεχε δίπλα στο χωριό, αρνούνταν και συνέχιζαν να υπερασπίζονται τις θέσεις τους, επί πολλές ημέρες. Στη διάρκεια τη ανταλλαγής πυροβολισμών οι Οθωμανοί σκότωσαν τους καταγόμενους από το Χαμέζι Νικόλαο Γαλετάκη και από τα Έξω Μουλιανά Κωνσταντίνο Βερυγάκη.







Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Παρασπορίου και συγκεκριμένα στις 5 Φεβρουαρίου, κατέπλευσαν στη Σητεία Ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία και την επόμενη μέρα αποβίβασαν στην πόλη αγήματα και έθεσαν τους Οθωμανούς υπό τηνπροστασία τους. Στις 7 Φεβρουαρίου έλληνες αξιωματούχοι πήγαν στο οθωμανικό νεκροταφείο που βρίσκονταν λίγο έξω από την πόλη προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για το σκοπό της παρουσίας των Ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι Οθωμανοί όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία των ελλήνων, ειδοποίησαν τους αρχηγούς των
Ευρωπαϊκών δυνάμεων θέλοντας να επωφεληθούν την ευκαιρία και να ζητήσουν από τους έλληνες την άρση του αποκλεισμού των χωριών από τους επαναστάτες. Λίγη ώρα αργότερα, Γάλλος αξιωματικός πήγε προς την πλευρά που βρίσκονταν οι έλληνες αξιωματούχοι και μετά τον χαιρετισμό τους ρώτησε για την τύχη των πολιορκούμενων Οθωμανών στο χωριό Συκιά. Οι έλληνες απάντησαν ότι επήλθε πλήρης καταστροφή εξηγώντας τα αίτια αυτής. Ωστόσο ο Γάλλος αξιωματικός δεν ήθελε να ακούσεικαμία δικαιολογία λέγοντας «δεν εξετάζω τα αίτια, αρκεί ότι χύ-θηκε αίμα τόσων ανθρώπων». Στη συνέχεια ζήτησε πληροφορίες για τις πολιορκίες στο Παρασπόρι και τη Ρουκάκα. Οι έλληνες απάντησαν ότι οι πολιορκίες συνεχίζονταν επειδή οι Τούρκοι αρνούνται να παραδοθούν. Τότε παρακάλεσε να μεταβεί στο Παρασπόρι αντιπροσωπεία στην οποία θα μετέχει ο Επίσκοπος και να ενεργήσουν για την λύση της πολιορκίας και της μεταφοράς των πολιορκούμενων στο Πισκοκέφαλο όπου θα σταλεί Γάλλος αξιωματικός για να τους παραλάβει. Οι έλληνες δεσμεύτηκανότι θα ενεργήσουν όπως επιθυμεί ο Γάλλος αξιωματικός και το πρωί της επόμενης μέρας πήγε στο Πισκοκέφαλο ο Επίσκοπος Αμβρόσιος και με τον Μιχαήλ Κολυβάκη και άλλους έλληνες με-τέβηκε στο Παρασπόρι. Εκεί συναντήθηκαν με τους Έλληνες και τους Τούρκους και τους ανακοίνωσαν τον σκοπό της παρουσίας τους. Οι Χριστιανοί δέχονταν να λύσουν την πολιορκία και να αφήσουν τους Οθωμανούς ελεύθερους αλλά υπό τον όρο να παραδώσουν τα όπλα. Οι Τούρκοι όμως έχοντας πληροφορηθεί τι συνέβη στα Έξω Μουλιανά και στα Αχλάδια, αρνήθηκαν να παραδοθούν στους ντόπιους επαναστάτες δείχνοντας σαφή έλλειψη εμπιστοσύνης και δέχονταν να παραδοθούν μόνο στους Ευρωπαίους στρατιώτες. Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων συνεχίστηκε η πολιορκία στη διάρκεια της οποία σκοτώθηκε ο χότζας. Η αντιπροσωπεία μετά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις επέστρεψε στο Πισκοκέφαλο όπου περίμενε ο Γάλλος αξιωματικός μαζί με τον υποπρόξενο της Γαλλίας στο Ρέθυμνο, Ανδρέα Σαουνάτσο.
Στη συνέχεια έγινε νέα συνεννόηση μεταξύ του διοικητή των εν Σητεία Διεθνών Δυνάμεων, του Επισκόπου Αμβροσίου και των μελών της νεοεκλεγείσας Διοικητικής Επιτροπής, να μεταβούν ξανά στο Παρασπόρι συνοδευόμενοι από γαλλικό ναυτικό απόσπασμα, προς λύση της πολιορκίας και μεταφοράς των Οθωμανών στη Σητεία υπό την προστασία των Γάλλων στρατιωτών. Την 10η Φεβρουαρίου έγινε η μετάβαση στο Παρασπόρι. Οι έλληνες επέμεναν στην παράδοση των όπλων από τους τούρκους, οι οποίοι ενθαρρυμένοι από την παρουσία των Γάλλων στρατιωτών δέχθηκαν και οδηγήθηκαν με ασφάλεια στη Σητεία.








Ετυμολογία

Παρασπόρι: Μέρος τσιφλικιού που καλλιεργείται δίχως ρόγα
(ρόγα: ετήσιος μισθός υπηρέτη σε αγρότες, κτηνοτρόφους).
• Ο όρος παρασπόρι είναι καθαρά γεωργικός, σημαίνει μικρή σπορά, μικρή έκταση σπαρμένης γης. Και συγκεκριμένα: όταν κάποιος έδινε τα χωράφια του μισακά ή τριτάρικα στο σέμπρο του και ιδίως όταν το χωράφι ήταν χρόνια ακαλλιέργητο και άγριο, τότε έλεγε στο σέμπρο: « πάρε αυτό το κομμάτι γης, ημέρεψέ το, και ότι κάμει
είναι δικό σου». Αυτό το κομμάτι το λένε παρασπόρι.
• Ο Π. Ν. Παπαρούνης στο έργο του «Τουρκοκρατία» (σελ.223) γράφει: Οι περισσότεροι Έλληνες της υπαίθρου δούλευαν στα ξένα κτήματα και τέσσερις ήταν οι τρόποι αμοιβής τους: το τριτάρικο, το μισακάρικο, η αποκοπή και το παρασπόρι.
• Στο τριτάρικο ο καλλιεργητής τα έβαζε όλα, σπόρο και δουλειά, και έδινε το 1/3 της παραγωγής στον αφέντη.
• Στο μισακάρικο ή συντροφικό ή σεμπριά, ο δουλευτής ή σέμπρος
ή κολίγας (με την οικογένειά του) έβανε τη δουλειά, ο ιδιοκτήτης έβανε το σπόρο και μοιράζονταν την παραγωγή μισή-μισή.
• Στην αποκοπή ή γεώμορο ο δουλευτής πληρωνόταν ένα ποσό σε γρόσια ή σε είδος, για να καλλιεργήσει την έκταση που συμφωνούσαν.
• Τέλος η χειρότερη συμφωνία ήταν του παρασποριάρη, μια λέξη που ακόμη και σήμερα λέγεται περιφρονητικά για το δουλευτή και σημαίνει τον άνθρωπο που δεν έχει ούτε χωράφι ούτε σπόρο. Ήταν ο ραγιάς που με το ζευγάρι του δούλευε από το πρωί ως το βράδυ στα ξένα χωράφια. Ο αφέντης τού έστελνε το κολατσιό και το γιόμα και σαν τέλειωνε το βράδυ, του έδινε το μεροκάματο που είχαν συμφωνήσει, κατά κανόνα σε είδος, τόσο λίγο όμως, που ήταν το παρασπόρι, δηλαδή ότι περίσσευε από το σπόρο της ημέρας.



Μαντινάδες για το χωριό

Ήλιος πολύς, λίγο νερό και χώμα κατά τόπους,
είναι το Παρασπόρι φίλοι μου μα βγάνει σκιάς ανθρώπους.

Μικρό είναι το χωριό μας μια σταλίτσα τόπος,
μα έχει βγάλει ορισμένους σημαντικούς ανθρώπους.

Εγώ αγαπώ ένα χωριό που έχει καλούς ανθρώπους,
είναι το Παρασπόρι μας ζωής ονείρου τόπος.

Ρακί πολύ, λίγο νερό και μια μικρή μας κόρη,
εάν τα ενώσεις όλα αυτά κάνουν το Παρασπόρι.

Όλα τση Στειας τα χωριά εάν τα συνδυάσεις,
δεν κάνουν το παρασπόρι μας όπως και αν το κοιτάξεις.

Το όνειρο κάθε αντρός είναι να παντρευτεί μια κόρη,
που να κρατούν οι ρίζες τσοι από το Παρασπόρι

Από τη Στεια έφυγα και ζω στο Παρασπόρι
και η αιτία ήτανε μια όμορφη κανακεμένη κόρη.

O έρωτας σου με ‘κανε κανακεμένη κόρη
να καταλιώ ποσότητες ρακί στο Παρασπόρι.

Εγώ αγαπώ βρε μια μικρή κανακεμένη κόρη,
άπου κρατούν οι ρίζες τσοι από το Παρασπόρι.

Άμα περνάς από το χωριό τ’ όμορφο Παρασπόρι
να χαιρετήσεις μια μικρή κανακεμένη κόρη.

Ο έρωτας τση με ‘κανε και ζω στο Παρασπόρι
αναθεμάσε όμορφη κανακεμένη κόρη.

Μια κοπελιά ‘γαπω κρυφά κανακεμένη κόρη
απου ‘ναι αψ’ ομορφότερες σ’ όλο το Παρασπόρι.

Δασκάλεψα τα μάτια μου ψώματα να τσι λένε
κι’ απο μπροστά τζις να γελούν και πίσω τζις να κλαίνε

Στο Παρασπόρι επέρασα τα πιο καλά μου χρόνια,
εκιά θα ζω θα περπατώ μέχρι να κάνω εγγόνια.









Κάτω Βρύση

Σε θαυμάσια τοποθεσία, λίγο προτού φθάσουμε στο χωριό Παρασπόρι ερχόμενοι από τη Σητεία, υπάρχει μεγάλη υπαίθρια πλατεία διαμορφωμένη στα νεώτερα χρόνια κατά καλαίσθητο τρόπο με κατασκευές με υλικό κυρίως τον πωρόλιθο. Στον όμορφο αυτό χώρο αναψυχής δεσπόζει και δροσίζει με το νερό της ενδιαφέρουσα κρήνη που είναι γνωστή με το όνομα «Κάτω Βρύση». Είναι του γνωστού οθωμανικού τύπου με το τόξο αφού στο Παρασπόρι κατοικούσαν αποκλειστικά Οθωμανοί (το 1834, 15 οικογένειες και το 1881, 48 οικογένειες με 224 άτομα). Πάντως στην απογραφή του 1671 δεν αναφέρεται, ίσως γιατί και τότε κατοικείτο μόνο από Τούρκους και η απογραφή αυτή απογράφει μόνο χριστιανικές οικογένειες που πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο  (τζιτζιγιέ= ciziye).





Αποτελείται από ένα δωμάτιο- δεξαμενή του οποίου το πίσω τμήμα εισέρχεται στο διαμορφωμένο πρανές και έτσι δεν είναι περίοπτο. Το ύψος της πρόσοψης που είναι κτισμένη από πωρόλιθο φθάνει το 1,65 μ. ως τις γούρνες, και το πλάτος της, το 1,94 μ.
Το ύψος του τυμπάνου του τόξου είναι 1,28 μ., όσο και το πλάτος του. Το ελαφρά προεξέχον τόξο στηρίζεται σε παραστάδες με επίκρανα, ύψους 0,58 μ. Στο επάνω μέρος του τυμπάνου υπάρχει θυρίδα 0,20 Χ 0,25 μ. και βάθους 0,22 μ. στο εσωτερικό της οποίας υπάρχει πωρόλιθος με παράσταση εξάκτινου αστεροειδούς κοσμήματος εγγεγραμμένου σε εξάγωνο και όλο αυτό σε κύκλο. Ο σημερινός κρουνός αναμφισβήτητα είναι νεότερος αφού κάτω από αυτόν διακρίνονται οι κλεισμένες σήμερα θέσεις των παλαιών. Κάτω από τον κρουνό υπάρχουν δύο γούρνες χαμηλού ύψους (0,25 μ.). Την πρόσοψη στέφει κορνίζα. Η κρήνη ανακαινίστηκε καλαίσθητα το 2010 με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Συλλόγου και δαπάνη του Δήμου Σητείας.




Μαντινάδες για την κάτω βρύση

Όποιος περνά και δε σταθεί να κατεβεί στη βρύση,
μόλις περάσει τη στροφή θα το μετανοήσει.

Γιατί εάν τα πόδια του κι’ αρθρώσεις του πονούνε,
αν κατεβεί και πιεί νερό ευθύς θα γιατρευτούνε.

Κι’ αν έχει πέτρα στη χολή γίνεται θαύμα μέγα,
γιατί η πέτρα ξεκολλά και πέφτει ομπρός στη φλέγα.

Μ’ αν είσαι πετραμύγδαλο με σιδερένια υγεία,
κατέβα, κάτσε, πιες νερό να νιώσεις ευτυχία.

Όποιος κι αν την επισκεφτεί δε θα το μετανιώσει,
πίνει και παίρνει αγνό νερό χωρίς να το πληρώσει.

Στίχοι Γεωργίου Εμμ. Πετρουλάκη
Κάθε που σκύβω για να πιώ βρύση απ’ το νερό σου,
φτερούγες κάνει ο λογισμός και φτερουγίζει ομπρός σου.

Και σε ‘ρωτά μα δεν ‘μπορεί απάντηση να πάρει,
απ’ το νερό π’ αδιάκοπα τρέχει στο κουτσουνάρι.

Ποιος σ’ έκτισε και πού ‘μπορεί να ‘ναι τώρα θαμμένος,
γιατί δεν άφησε όνομα και είναι ξεχασμένος;

Ποιο χρόνο και ποιά εποχή με δάκρυ ή με γέλιο,
ήσκαψε ‘δω τα χώματα κι ήβαλε και θεμέλιο;

Τούρκος τον εξανάγκασε βρύση μου να σε κτίσει,
ή μόνος του ο χριστιανός το ‘χε αποφασίσει;

Ποιος ήφερε απ ‘του Ψαθά πελέκια με μουλάρι,
και ποιος τα τοποθέτησε με ομορφιά και χάρη;

Ποιος τις φιγούρες σκάλισε τη γούρνα τη θυρίδα,
κ’ έδωσε τόση ομορφιά π’ αλλού ποθές δεν είδα.

Κι ενώ οι χρόνοι κι οι καιροί περάσανε μπροστά σου,
τίποτα δεν επήρανε από την ομορφιά σου.

Δίπλα στο γέρο- πλάτανο στέκεις και καμαρώνεις,
μ’ όσα γνωρίζεις δεν τα λες τα κρύβεις και τα χώνεις.

Πόσο ‘θελα να ‘χεις λαλιά και γλώσσα να μιλήσεις,
και όσα ξέρεις να τα ‘πεις να τα εξιστορήσεις.

Να μάθουμε το μάστορα που ‘δρωσε να σε κτίσει,
και να του ‘πούμε ο Θεός να το ‘ναι συγχωρήσει.

Ν’ αγιάσουνε τα κόκαλα που ‘χε στα δύο του χέρια,
που για χάρη σου δούλεψαν παλαιϊνά σεφέρια.

Κι αν ήταν Τούρκος ή Ρωμιός δε θα μασέ πειράξει,
αφού εσένα φρόντισε τόσο όμορφη να φτιάξει.

Τόσους αιώνες που ‘σαι εδώ στου χρόνου την πορεία,
είναι η κάθε πέτρα σου ολόκληρη ιστορία.

Πόσο ‘θελα να γνώριζα όλα τα μυστικά σου,
κι όσα ‘δαν τα πελέκια σου στο χρονοπέρασμά σου.

Πόσοι αγάδες κάτσανε στο πετροπέζουλό σου,
κι εσβήσανε τη δίψα τους με το κρυγιό νερό σου.

Πόσες λιγνές χανούμισσες τη νύκτα με φεγγάρι,
βουτήξανε τα χείλη τους στο υγρό σου κουτσουνάρι.

Κι εβγάλανε το φερετζέ χωρίς ντροπή ομπρός σου,
κι εκαθρεφτιστήκανε στης γούρνας το νερό σου.

Εσύ μονάχα γνώρισες και τα’ ουρανού τα’ αστέρια,
την ομορφιά που κρύβανε κάτω απ’ τα τσεμπέρια.

Κράτατα ‘συ τα μυστικά μα ‘γω σαν σε κοιτάζω,
εύκολα στα πελέκια σου ‘μπορώ να τα διαβάζω.

Και ‘βρίσκω ακόμη πως εσύ μ’ άλλη καμιά δε μοιάζεις,
στην ομορφιά και στο νερό π’ αδιάκοπα μοιράζεις.

Κρυστάλλινο και δροσερό στο κουτσουνάρι τρέχει,
και όποιος σκύψει και το πιεί πρέπει να το κατέχει.

Αν έχει πέτρες ‘στα νεφρά και στη χολή χαλίκι,
φεύγουνε όλοι οι πόνοι του και γίνεται περδίκι.

Τ’ άλατα απ’ τα γόνατα κι από τα’ αγκώνες λειώνει,
κι όλα τα νεύρα του κορμιού γιατρεύει και ντρετώνει.

Από τα έγκατα της γης αιώνες αναβρύζει,
κι όλες τα’ αρρώστιες του κορμιού σκοτώνει και τσακίζει.

Βγάζεις τα’ αθάνατο νερό π’ αν το ‘βρισκε η Γοργόνα,
ο Μέγας Αλέξανδρος ήθελε ζει ακόμα.

Στίχοι Γεωργίου Εμμ. Πετρουλάκη 15-08-2010

Όποιου ανθρώπου η ζωή θέλει πολύ να ζήσει,
να έρθει να πιει λίγο νερό από την Κάτω Βρύση

Ιωάννης Γεωργ. Πρωτογεράκης


Εκκλησίες


 ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Βρίσκεται στα βορειοανατολικά όρια του χωριού. Πρόκειται για παλιά εκκλησία πιθανόν από την εποχή της ενετοκρατίας που καταστράφηκε από τους Οθωμανούς και ξανακτίστηκε πριν την ανταλλαγή πληθυσμών Μικρασιατών - Μουσουλμάνων. Στο προαύλιο της εκκλησίας όπου είναι το νεκροταφείο του χωριού, βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας των Κορνάρων. Είναι ο πολιούχος του χωριού.







Ιερός Ναός Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
Βρίσκεται σε ύψωμα νοτιοανατολικά απέναντι από το χωριό σε απόσταση 500 μέτρων. Επίσης πρόκειται για παλιά εκκλησία πιθανόν από την εποχή της ενετοκρατίας που καταστράφηκε από τους Οθωμανούς και ξανακτίστηκε από τους Μικρασιάτες.




Ιερός Ναός Αγίου Αλεξάνδρου
Βρίσκεται 900 μέτρα πριν από το χωριό στον δρόμο Αχλάδια- Παρασπόρι και πρόκειται για τον νεότερο Ναό του Χωριού. Ανεγέρθηκε με δαπάνη της Μαλάμως Γαλετάκη, στην μνήμη του υιού της Αλέξανδρου και του συζύγου της Εμμανουήλ. Εγκαινιάσθηκε από τον Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας Φιλόθεο Β΄ το 1986




Ιερός Ναός Αφέντη Χριστού

Πρόκειται για παλιό κατεστραμμένο Ναό από τον οποίο σώζονται μέρη της λιθόκτιστης τοιχοποιίας




ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Στο Παρασπόρι το δημοτικό σχολείο λειτούργησε σε δύο κτίρια, αρχικά εντός του κεντρικού δρόμου του χωριού (σημερινό Ιατρείο) και στη συνέχεια χτίστηκε νέο σχολείο πάνω από τον κεντρικό επαρχιακό δρόμο (σημερινό πολιτιστικό κέντρο – βιβλιοθήκη). 








Aπό το βιβλίο του Παναγιώτη Κασσιμάτη «Ιστορική Επισκόπισις της εν Κρήτη εκπαιδεύσεως» ιστορία των σχολείων της Κρήτης Αθήναι 1953, προκύπτει ότι το δημοτικό σχολείο Παρασπορίου το 1953 ήταν 1/ξ με 26 μαθητές και ιδρύθηκε ως κοινόν με το ΦΕΚ 180/25/9/1921. 
Χθες…



Αναφορές στο Παρασπόρι

Τα χρόνια πέρασαν, μεγαλώσαμε και η παλιά παρέα χάθηκε σαν τα κάστρα που έφτιαχνε η κόρη μου μικρή, στην άμμο. Στην εφηβεία, κάθε βράδυ με ορμητήριο την παραλία της Σητείας, η ανεμελιά, η κιθάρα, τα πειράγματα και οι πλάκες ήταν στην  ημερήσια διάταξη. Μια ανεμελιά που πήρε την θέση της ο στρατός, οι σπουδές και η παλιοπαρέα σκόρπισε. Είχα πολλά χρόνια να πάω στα αγαπημένα εκείνα μέρη και ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής, μετά από προτροπή φίλων ώστε να συμμετάσχουμε στο τοπικό πανηγύρι που θα διοργάνωνε ο πολιτιστικός σύλλογος στο Παρασπόρι Σητείας. Μάλλον κάτι απροσδιόριστο ήθελε να ξανασμίξει την παλιοπαρέα. Ο Γιώργος, η Μαρία, η Λένα, ο Μανώλης ο adidas, η Δήμητρα, ο Βασίλης Λέκκας σχεδόν όλοι ήταν εκεί, άλλοι αλλαγμένοι με καραφλίτσα και κοιλίτσα, άλλες παντρεμένες τρελαμένες με παιδιά και άλλοι καλοδιατηρημένοι, σαν τον Αντώνη που μετανάστευσε για σπουδές για χρηματοοικονομικά στην Αμερική και τελικά έμεινε εκεί. Την ημέρα της συνάντησης ένα μπουκέτο από συναισθήματα γέμισε τα σωθικά, θυμίζοντας μας πως είναι να είσαι παιδί, το δε βράδυ στην παραλία τα αυτοσχέδια φαναράκια, τα τραγούδια του νέου κύματος, η κιθάρα και η ρακί βοήθησαν στο να ζήσουμε έστω και για λίγο, κάτι από το μαγικό εκείνο καλοκαίρι, του 1986.
(Πηγή: http://shark.capitalblogs.gr/showArticle.asp?id=33029).




Θραψανιώτες αγγειοπλάστες στο Παρασπόρι το 1929

Η Βεντέμα (απο την βενετσιάνικη λέξη vendemmis=συγκομιδή) ήτανε η εποχιακή μετακίνηση και παραμονή σε κάποιο μέρος της Κρήτης, των αγγειοπλαστών του Θραψανού, που άρχιζε στις γύρω στις 20 Μαΐου ενώ η επιστροφή τους φρόντιζαν να γίνει πρίν τις 14 του Σεπτέμβρη (μέρα γιορτής του Τίμιου Σταυρού πολιούχου
του χωριού). Η μετακίνηση αυτή γινόταν απόλυτα οργανωμένα, κατά ομάδες ή όπως τα λέγανε “τακίμια” (απο την τούρκικη λέξη τακίμι=σπείρα). Το τακίμι ήταν εξαμελής ομάδα και το αποτελούσαν: Ο “Mαστορας” με τους “Πουργούς” του δηλαδή, τον Σοτομάστορα, τον Τροχάρη που έκανε και τον καμινάρη, τον Ξυλά, τον Χωματά και τον Κουβαλητή.
Πηγή: Γράφτηκε από τον Γιώργος Εμμ. Πλουμάκης (http://www.ethrapsano.
gr/thrapsano-pottery-ceramics/thrapsano-vedema.html


Ο Μιχάλης Λαγουδάκης γεννήθηκε στη Σκοπή Σητείας την 28-4-1904. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν δεξιοτέχνης της λύρας μα και του βιολιού στη συνέχεια. Φυσικό ήτο να εμφυσήσει το πνεύμα της θείας μουσικής στο γιο του Μιχάλη, που από ηλικία
πέντε χρόνων έπαιζε ένα μικρό λυράκι και κάπου κάπου πήγαινε και μέχρι το απέναντι χωριό, το Παρασπόρι, και διασκέδαζε με το λυράκι του τις χανούμισσες στους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Εκείνες ευχαριστημένες του έριχναν μέσα στο λυράκι μικρά νομίσματα της εποχής, τα μετζίτια.
Στη συνέχεια έπιασε το βιολί και σ’ αυτό πρακτικά διοχέτευσε το μουσικό του ταλέντο.
Πηγή: http://www.grecian.net/music/artists/lagoudakismichalis.htm



Θρύλοι - Μυθοπλασίες

Λέγεται από κατοίκους του χωριού, ότι στο παρελθόν, μετά τα μεσάνυχτα ακούγονταν έντονα ήχοι που έμοιαζαν στο κτύπημα των πετάλων του αλόγου. Ο θρύλος “λέει” ότι ήταν τα πέταλα του αλόγου του Αγίου Γεωργίου, που κατέβαινε στο χωριό από τον ουρανό, έκανε τον γύρο του χωριού και στην συνέχεια έφευγε από την πλευρά της εκκλησίας προστατεύοντας έτσι τους κατοίκους του χωριού. Τα παλιά χρόνια η «τρομερή» για την εποχή αρρώστια χολέρα, είχε μολύνει πολλούς κατοίκους στα γύρω χωριά. Λέγεται ότι στο Παρασπόρι δεν μολύνθηκε κανένας επειδή οι εκκλησίες που περιβάλουν το χωριό, του Αγίου Γεωργίου (νεκροταφείο), των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αφέντη Χριστού και του κάτω Άι Γιώργη, σχηματίζουν σταυρό και θεωρήθηκε ότι ο «σταυρός» προστάτευσε τους κατοίκους του χωριού.


Ήθη - Έθιμα

Το Χριστόψωμο το έφτιαχναν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας ευχές. 
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων, την Ημέρα των Αγίων Δέκα, έσφαζαν τους χοίρους που είχαν ανατραφεί κυρίως με βελανίδια, χουμά και αποφάγια. Από το σφάξιμο του χοίρου δεν πετούσαν τίποτα. Από το κρέας παρασκεύαζαν λουκάνικα, ομαθιές, τσιλαδιά με τη χοιροκεφαλή, απάκια από λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, σύγκλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες και ταμαγείρευαν με πατάτες.
Τα έθιμα του χριστόψωμου και της σφαγής του χοίρου διατηρούνται και σήμερα από ορισμένες οικογένειες. Η «καλή χέρα» παραμένει ένα από τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς
όπου συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Το έθιμο του ποδαρικού καλά κρατεί, αφού είναι πολλοί αυτοί που ανήμερα της Πρωτοχρονιάς βάζουν στο σπίτι τους μια πέτρα για να είναι γερό, ενώ άλλοι πάλι μεταφέρουν νερό για να τρέχουν τα καλά
όλο τον χρόνο σαν το νερό. Στο παρελθόν οι χωριανοί ανήμερα της πρωτοχρονιάς όταν πήγαιναν στην Κάτω Βρύση για να πά ρουν νερό, άφηναν γλυκά και βασιλόπιτα στον θυρεό. Ο επόμενος χωριανός που πήγαινε, άφηνε τα δικά του και έπαιρνε αυτά που έβρισκε, κάνοντας έτσι «γλυκό» ποδαρικό στο σπίτι του, που θεωρούνταν γούρι για τον νέο χρόνο. Την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς οι γειτονιές πλημμυρίζουν από τις παιδικές φωνές που τραγουδούν τα κάλαντα.


Απόκριες

Οι Απόκριες είναι στην Ελλάδα, όπως και σε όλο τον κόσμο, περίοδος ευ-
θυμίας και διασκέδασης. Πριν μπει η Μεγάλη Σαρακοστή, όπου οι χριστιανοί θα νηστέψουν και θα πενθήσουν για εφτά ολόκληρες εβδομάδες, όλοι αισθάνονται την ανάγκη να διασκεδάσουν, να κάνουν κάθε είδους τρέλα. Οι Απόκριες, το Τριώδιο, ξεκινούσαν με τύμπανα, ταμπούρλα, τσαμπούνες και πυροβολισμούς από δημόσιο τελάλη που γύριζε στις γειτονιές. Οι Απόκριες διαρκούν 3 εβδομάδες. Η πρώτη εβδομάδα λέγεται Προφωνή γιατί τα παλιά χρόνια κάποιος προφωνούσε, δηλαδή διαλαλούσε πως έρχονται οι Απόκριες. Αποκριά θα πει φαγοπότι και πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η προμήθεια του σφαχτού που θφάνε και θα γλεντήσουν. Παλιά κάθε οικογένεια έπρεπε να σφάξει ένα ζώο, κυρίως γουρούνι. Ακόμα και ο πιο φτωχός έπρεπε να βρει χρήματα ακόμη και να πουλήσει το σακάκι του για να φάει κρέας, δηλαδή να κάνει Αποκριά.



Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή επειδή τρώμε κάθε μέρα κρέας ακό-
μη και την Τετάρτη και Παρασκευή. Η Τρίτη εβδομάδα λέγεται Τυρινή γιατί το κύριο συστατικό του φαγητού είναι το τυρί. Επίσης λέγεται και μακαρονού γιατί τρώμε πολύ τα μακαρόνια. Η προτίμηση αυτή στα ζυμαρικά δε φαίνεται άσχετη με τη δοξασία ότι
την αποκριατική περίοδο οι ψυχές βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο. Αρχικά η
λέξη μακαρόνια σήμαινε τροπάρια μακαριστικά, αναπαύσιμους μακαρισμούς
σε περίδειπνα που πρόσφεραν ζυμαρικά χειροποίητα. Οι απλοί όμως άνθρωποι δεν άργησαν να συσχετίσουν τα ζυμαρικά με τους μακαρισμούς και τις ψυχές κι έμεινε η ονομασία μακαρόνια.




Η αρχή του Τριώδιου γίνεται αισθητή κυρίως από την Τσικνοπέμπτη, την
Πέμπτη της Κρεατινής. Είναι η μέρα που ο καθένας ακόμη και ο πιο φτωχός θα τσικνώσει την γωνιά του, δηλαδή θα ψήσει κρέας στη φωτιά και η τσίκνα του ψητού θα μοσχοβολήσει στη γειτονιά.Την Τσικνοπέμπτη οι άνθρωποι τρώνε , πίνουν, τραγουδούν, ντύνονται μασκαράδες και χορεύουν όλοι μαζί.
Η πιο σπουδαία μέρα της Αποκριάς είναι η Κυριακή της Τυρινής, δηλαδή η τελευταία μέρα της Αποκριάς. Όλη η μέρα περνά με μασκαράδες που πηγαινοέρχονται στα σπίτια γλεντούν και τραγουδούν. Η μέρα αυτή λέγεται και Τρανή Αποκριά. «Τσι Μεγάλες Αποκρές κουζουλαίνονται και οι γρες».
Παλιά όταν άρχιζε να νυχτώνει αυτή την ημέρα άναβαν φωτιές στις πλατείες των χωριών και οι άνθρωποι φωτίζονταν από τη φωτιά, χόρευαν και τραγουδούσαν. 
Το έθιμο με τις φωτιές υπάρχει σε πολλά μέρη της Ελλάδας και στηρίζεται στην αρχέγονη πίστη ότι η φωτιά κρύβει μέσα της τη δύναμη που μεταδίδεται σε όποιον έρθει μαζί της με κάποια ιεροτελεστική σχέση. Την Κυριακή της Τυρινής τρώγανε μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατό πιτες και σούπα με χορταρικά και τυρί.. Χόρευαν με αστεία τραγούδια όπως «Πώς το τρίβουν το πιπέρι» και παίζουν αστεία παιχνίδια, όπως ο μάγος, το δαχτυλίδι, ο λέλεκας, η σκλάβα, το μουντζούρωμα.



 Πριν αρχίσει το φαγοπότι οι συγγενείς ζητούσαν συγχώρεση από τους πιο ηλικιωμένους κι αλληλοσυγχωρούνταν ώστε να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή καρδιά και ήσυχη συνείδηση. Κατόπιν οι γεροντότεροι σήκωναν κάποια από τα αγαθά του τραπεζιού ψηλά και έλεγαν ευχές π.χ. «άξια η τάβλα μας, άξια και τιμημένη.»  Το τραπέζι έπρεπε να μείνει στρωμένο και να ξεστρωθεί την επομένη για να πάει το στοιχειό του σπιτιού να φάει. Το ίδιο βράδυ συνήθιζαν να κάνουν μαντείες για να δουν ποιοι θα είναι οι τυχεροί της σαρακοστής κι όλου του έτους. Οι κοπέλες που δεν ήταν παντρεμένες έπαιρναν ψίχουλα ή ένα μακαρόνι από το γιορτινό τραπέζι και το έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιον θα παντρευτούν. Αντίστοιχα τα ανύπαντρα αγόρια βγαίναν έξω από το σπίτι και ξεφλούδιζαν ένα βραστό αυγό κοιτάζοντας τα αστέρια. Αν έβλεπαν κάποιο άστρο να κινείται την ώρα που το καθάριζαν τότε αυτό ήταν σημάδι πως θα παντρευτούν.
Η βραδιά έκλεινε με ένα έθιμο πανελλαδικά γνωστό, «τον χάσκα», «χασκάρη», «χάψαρο» ή «χάψαλο». Αυτό ηταν ένα παιχνίδι με ένα αυγό βραστο και
καθαρισμίνο που το έδεναν με μια κλωστή από το ταβάνι και το στριφογύριζαν.
Όποιος το έπιανε με το στόμα του, όπως αυτό γύριζε ήταν ο τυχερός.
Θεωρούσαν καλό να «βουλώσουν» το στόμα τους με αυγό και να το «ξεβουλώσουν» το Πάσχα πάλι με αυγό. Οι νοικοκύρες φύλαγαν το τυρί που περίσσευε από την Τυρινή και το έπαιρναν μαζί τους στην Ανάσταση κι όταν λεγόταν το «Χριστός Ανέστη» το μοίραζαν στους συγγενείς για να μην βγάζουν καλόγερους (κακά σπυριά).


Η Καθαρή Δευτέρα

Η Καθαρή Δευτέρα ονομάστηκε έτσι, επειδή οι χριστιανοί «καθαρίζονταν»
σωματικά και πνευματικά. Η Καθαρά Δευτέρα παρουσιάζεται σαν προέκταση και κορύφωμα της αποκριάτικής περιόδου με βασικά στοιχεία τη σάτιρα ,την αθυροστομία και τα αλληλοπειράγματα που γίνονται για το «καλό». Επέρασε η αποκριά με λύρες, με παιχνίδια και μπήκε η Σαρακοστή μ’ελιές και με κρομμύδια.
Την Καθαρά Δευτέρα σταματάμε να τρώμε κρέας και αρχίζει η νηστεία
που θα κρατήσει 40 μέρες, όσες δηλαδή και οι μέρες νηστείας του Χριστού
στην έρημο.

Η λαγάνα που συνηθίζουμε να καταναλώνουμε τη μέρα αυτή, παραπέμπει
στα «άζυμα» της Παλαιάς Διαθήκης. Ταυτόχρονα ξεκινά και η πνευματική
κάθαρση, όλοι οι χριστιανοί παρακολουθούν τις λειτουργίες της Σαρακοστής.
Από παλιά η Καθαρή Δευτέρα, πέρασε στην συνείδηση του λαού, σαν μέρα καθαρμού. Οι βυζαντινοί, την Καθαρή Δευτέρα την ονόμαζαν Απόθεση
-Από- δοση, και τελούσαν δρώμενα. Τραγουδούσαν σχετικά άσματα, από
τα οποία έχουν σωθεί μικρά μέρη μέχρι στις μέρες μας. «Ίδε το έαρ το καλόν
πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαρά και την ευημερίαν». Το πέταγμα του αετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Η Καθαρά Δευτέρα ταυτίζεται με τα Κούλουμα που είναι ομαδική έξοδος στην εξοχή με νηστήσιμα και θαλασσινά για διασκέδαση και φαγοπότι. Επειδή τα Κούλουμα γινόντουσαν αρχικά στην Αθήνα και μάλιστα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, γι’ αυτό λέγεται πως ετυμολογικά η λέξη Κούλουμα προέρχεται από τη λατινική λέξη columna, που σημαίνει κολόνα.








Χαρταετός

Την Καθαρή Δευτέρα, ο ουρανός, από άκρη σε άκρη στη Ελλάδα, γεμίζει με πολύχρωμα «πουλιά», τους χαρταετούς. Οι χαρταετοί ήταν γνωστοί και στην αρχαία Ελλάδα. Κατά την επικρατούσα άποψη, οι χαρταετοί είναι επινόηση των Ανατολικών λαών. Στις μέρες μας η κατασκευή του χαρταετού είναι εύκολη υπόθεση και το πέταγμα του αετού είναι ένα όμορφο παιχνίδι, ένα γραφικό έθιμο για μικρούς και μεγάλους που διατηρείτε μέχρι σήμερα.


Πάσχα

Η περίοδος του Πάσχα αλλά και η προετοιμασία που αρχίζει με την νηστεία της σαρακοστής είναι ιδιαίτερη. Τα κύρια φαγητά που παρασκευάζουν οι νοικοκυρές για τη Σαρακοστή του Πάσχα είναι τα άγρια χόρτα: καλίτσες (γλυκά πρώιμα άγρια ραδίκια), ασκολύμπροι (ασκόλυμπρα άγρια-αγκάθινα χόρτα), τζόχοι (ζοχοί), ψικοσιρίδες (πικρώδη άγρια χόρτα), χοιρομουρήδες (άσχημα στην εμφάνιση, όμως τα νοστιμότερα άγρια χόρτα), σταμναγκάθι (αγκαθωτό ραδίκι), ραπανίδες και βεβαίως οι χοχλιοί (σαλιγκάρια βραστά, μπουμπουριστά), τα διάφορα γιαχνί, τα παπούλια (βραστά όσπρια), ο χυλός (με αλεσμένο στάρι), οι βρουβόπιτες (πίτες με χόρτα ή γούλες), τα κουκιά (βραστά και πουρέ).



Από το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες καταγίνονται με το ζύμωμα. Ζυμώνουν τα καλιτσούνια (χειροποίητες πίτες με μυζήθρα, που παλιά γινόταν τηγανιστά και όχι στο φούρνο, όπως γίνεται σήμερα με τα καλούμε να λυχναράκια), τα τσουρέκια και τις λαμπροκουλούρες. Η λαμπροκουλούρα δεν έχει στη μέση τρύπα, όπως τα μικρά κουλούρια σήμερα για λόγους οικονομίας και στο κέντρο της μπαίνουν κανονικά τρία κόκκινα αβγά. Το Πάσχα οι σύντεκνοι (οι νονοί), πηγαίνουν στους βαφτισιμιούς τους το κουλούρι της Λαμπρής, κόκκινα αβγά και το κερί της Ανάστασης. Φυσικά μαζί με άλλα δώρα, όπως ρούχα παπούτσια και παιχνίδια.
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες ασχολούνται και με το βάψιμο
των αβγών, που παλιά αυτό γινόταν από τα χρώματα των λουλουδιών, κυρίως της κόκκινης παπαρούνας. Μάλιστα πάνω στα αβγά, πριν τα βάψουν, κολλούσαν και μικρά άνθη και έτσι τα σχέδιά τους αποτυπώνονταν επάνω.
Σήμερα πάντως κυριαρχούν οι έτοιμες βαφές ή και τα έτοιμα κόκκινα αβγά.
Το στόλισμα του Επιταφίου με λουλούδια και στεφάνια αρχίζει το βράδυ
της Μεγάλης Πέμπτης με τις νοικοκυρές να προσπαθούν να στολίσουν τον “καλύτερο Επιτάφιο”. Μετά την περιφορά παίρνουν τα λουλούδια στα σπίτια για να φέρουν ευλογία σε κάθε νοικοκυριό. Την παραμονή της Ανάστασης τα παιδιά σχηματίζουν ένα σωρό από ξύλα και στην κορυφή βάζουν ένα σκιάχτρο που υποτίθεται ότι είναι ο Ιούδας και την ώρα που ο ιερέας λέει το ‘’Χριστός Ανέστη’’, βάζουν φωτιά και καίνε τον Ιούδα. Η καμπάνα του χωριού χτυπά και ο ουρανός στολίζεται από πολύχρωμα βεγγαλικά, ενώ ακούγονται και μπαλωθιές (πυροβολισμοί στον αέρα).
Παλιά ο επίτροπος της κάθε εκκλησίας δύο ώρες πριν την Ανάσταση έπαιρνε ένα σήμαντρο και κτυπώντας το γυρνούσε από γειτονιά σε γειτονιά, για να ξυπνήσει - προσκαλέσει τους πιστούς για τη Θεία Λειτουργία - Ανάσταση. Φεύγοντας οι πιστοί από το σπίτι, για να πάνε στην εκκλησία και να ακούσουν το “Χριστός Ανέστη” ανάβουν στην αυλή μια μικρή φωτιά (μικρή φουνάρα) για κάψιμο του Ιούδα του σπιτιού, πάνω από την οποία περνούν όλοι, μικροί μεγάλοι, κάνοντας ταυτόχρονα το σταυρό τους και μια ευχή.
Με το “δεύτε λάβετε φως”, οι πιστοί με ένα κερί ή φαναράκι μεταφέρουν το Άγιο Φως στο σπίτι τους αμίλητοι, πιστεύοντας ότι έτσι θα γίνει κάτι καλό στο σπιτικό τους ή ότι έτσι θα φύγουν οι δαίμονες. Παλιά δεν σούβλιζαν αρνί, απλά έσφαζαν ένα σφακτό, ρίφι ή αρνί και μ’ αυτό έκαναν διάφορα φαγητά (οφτό, βραστό, κοκκινιστό, αυγολέμονο).  Σήμερα πάντως το σούβλισμα του οβελία συνοδεύει απαραίτητα την γιορτή.











Τ’ Άη Γιάννη του Φανιστή (κλήδωνας)

Μία από τις γιορτές τις πιο πλούσιες σε δοξασίες και λατρευτικά έθιμα ήταν η γιορτή της Γεννήσεως του Ιωάννου του προδρόμου στις 24 Ιουνίου, «του Άη Γιαννιού του Φανιστή π΄ ανοίγουν τσοι κληδόνοι» όπως έλεγαν. Η γιορτή του Άη Γιαννιού συμπίπτει περίπου με το θερινό ηλιοστάσιο. Τη μέρα εκείνη πίστευαν πως ο ήλιος «γυρίζει», δηλαδή στρέφεται περί έναν νοητό άξονα και ασκεί ευεργετική επίδραση σε έμψυχα και άψυχα. Γι’αυτό και οι κοπέλες σε ώρα γάμου έβγαζαν στον ήλιο τα προικιά τους.
Το βράδυ άναβαν σε όλες τις γειτονιές «φανές» στις οποίες έκαιγαν ξερά κλαδιά και έριχναν να καεί και το στεφάνι του Μάη. Τις «φανές» τις πηδούσαν παιδιά, νέοι και γέροι και ήταν μια ευκαιρία επίδειξης: Όσο πιο ψηλές ήταν οι φλόγες, τόσο πιο μεγάλη αψηφισιά στον κίνδυνο και παλικαριά φανερωνόταν. Κατά τη διάρκεια που οι «φανές» ήταν αναμμένες, τα παράθυρα των σπιτιών έπρεπε να είναι ανοικτά, για να μπει ο καπνός και να αφανίσει το σκόρο. Για τη στάχτη που απόμενε από τις «φανές»
πίστευαν πως αν «κούκιζαν» με αυτήν τις συκιές, θα ορίμαζαν τα σύκα χωρίς «ερινούς».
Το έθιμο του Κλήδονα το τηρούσαν οι Αλατσατιανοί (πρόγονοι των
Παρασποριανών) απαρέγκλιτα, όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες, τα χρόνια εκείνα που τα παραδοσιακά έθιμα ήταν ζωντανά στοιχεία του κοινωνικού βίου. Στη διαδικασία του το έθιμο δεν παρουσίαζε ουσιώδεις παραλλαγές από άλλες ελληνικές περιοχές. Στ΄ Αλάτσατα, βέβαια, το νερό δεν το έπαιρναν από βρύση, επειδή δεν υπήρχαν βρύσες, αλλά από πηγάδι. Κι΄ εδώ όμως ήταν «αμίλητο»: η κοπέλα που το αντλούσε δεν μιλούσε σε κανέναν, ούτε όταν πήγαινε, ούτε όταν ερχόταν. Το κανάτι στο οποίο έβαζαν, το σκέπαζαν με κλαδιά λυγαριάς και μ’ ένα κόκκινο πανί. 
Υπήρχεμάλιστα, τα παλιά χρόνια, μια μεγάλη λυγαριά έξω από την εκκλησία του
Άη Γιάννη και αυτή φαίνεται πως προτιμούσαν. (Γενικά η λυγαριά ήταν φυτό που συνδεόταν με τα νιάτα, τη χαρά της ζωής, τον έρωτα. Ένα τετράστιχο έλεγε: «Όποιος περάσει λυγαριά – και δεν κόψει κλωνάρι – τη νιότη του να μη χαρεί – κι’ ας είναι παληκάρι»). Πριν σκεπαστεί το κανάτι με το αμίλητο νερό, έριχναν μέσα τα σημάδια, κάθε μια και καθένας κάτι διαφορετικό: ένα δακτυλίδι, ένα κόσμημα, ένα βραχιόλι, ένα οποιοδήποτε μικροαντικείμενο, ακόμα και νομίσματα, φθάνει να ήταν διαφορετικά. Όταν σκέπαζαν το κανάτι έλεγαν: «Κλειδώνουμε τον κλήδονα – τα’
Άη Γιαννιού τη χάρη – κι’ όποια έχει καλό ριζικό – να δώκει να το πάρει».
Όλη τη νύχτα έμενε στο ύπαιθρο το κανάτι, για να υποστεί την επίδραση
των άστρων. Πριν ανατείλει ο ήλιος το έφερναν μέσα στο σπίτι. Το άνοιγαν κατά το σούρουπο, σε μια αυλή καθισμένοι γύρω – γύρω. Η κοπέλα της οποίας το «σημάδι» θα έβγαινε πρώτο, ονομαζόταν «πρωτογόνατη» και θεωρείτο ότι θα ήταν η τυχερή της χρονιάς. Όταν έβγαζαν το πρώτο «σημάδι» έλεγαν το τετράστιχο: «Ανοίγομε τον κλήδονα – τ’ Άη Γιαννιού τη χάρη – κι’ όποια ‘ναι πρωτογόνατη – να πάρει παλληκάρι». Ακολουθούσε σειρά από τετράστιχα, εγκωμιαστικά, επαινετικά και με φράσεις που πίστευαν ότι χαρακτήριζαν το πρόσωπο στο οποίο ανήκε το σημάδι, ή προμάντευαν το μέλλον του. 


Ιδού μερικά δίστιχα του κλήδονα:

Ανοίξετε τον κλήδονα και στρώστε τα βελούδα
που θα περάσει ο βασιλές με τη βασιλοπούλα.

Ανοίξτε τον κλήδονα να βγει η χαριτωμένη
του χρόνου τούτο τον καιρό θε να’ναι παντρεμένη.

Ο ήλιος όταν πρωτοβγεί στα στήθια σου χωνεύγει
και στα σγουρά σου τα μαλλιά πάει και βασιλεύγει.

Απ’ όλα τ’ άθια του Μαγιού μάζωξαν οι γονιοί σου
και σου ζαχαροπλάσανε τ’ αγγελικό κορμί σου.

Αγγελοκαμωμένη μου, σγουροξανθομαλούσα
όταν σε γέννα η μάνα σου αηδόνια κελαηδούσα.

Μιλείς και άθια πέφτουνε, γελάς και και πέφτου ρόδα
τ’ αγγελικό σου το κορμί σε άλληνε δεν το δα.

Τση μαύρης πρέπει ο σουλμάς τσ’ άσπρης το κοκκινάδι
τση καστανομελαχρινής νερό αφ’ το πηγάδι.

Καλά ‘καμα κι’ αγάπησα εδώ στο μαχαλά μου
να’ χω στον ύπνο διάφορο και το φιλί κοντά μου.

Ένα καράβι έρχεται από τη Βαβυλώνα
την ομορφιά σου ήκουσε και φέρνει αρρεβώνα.

Η ομορφιά σου βούλεται πύργο να θεμελιώσει
τσοι σκλάβοι από την Αραπιά να τσοι ξελευτερώσει.

Όταν έβγαινα όλα τα αντικείμενα, τα ξαναέβαζαν μέσα στο κανάτι, για να τα βγάλουν
για δεύτερη και τρίτη φορά. 


Την Τρίτη φορά όμως έλεγαν ευτράπελα και σκωπτικά δίστιχα:

Ανοίξτε τον κλήδονα και στρώσε τα τσουβάλια
για να περάσει η Αϊσέ με τα στραβά ποδάρια.

Σαν παίξει ο πετεινός βιολί κι’ γάτα μαντολίνο
τότες κι’ εσύ θα παντρευτείς θα βάλεις καπελίνο.

Τα δόντια σου μ’ αρέσουνε που ‘ναι πολύ ανάρια
και μπαινοβγαίνουν ποντικοί κι’ αφήνουν κουκουνάρια.

Κρίμα στα σαπουνίσματα που κάνεις στο λαιμό σου
δε θα σε πάρει μάτια μου, βγάλτο απ’ το μυαλό σου.

Αντίκρυ μου ήρθες κι’ ήκατσες απάνω στην πεζούλα
και κρέμασες τα χείλια σου σαν την παλιογαδούρα.

Ρέομαι να σε ξανοίγω άμα κάθεσαι στ’ αγγειό
και σφυρίζει το πουτί σου σαν παπόρι αυστριακό.

Αυτά τα περιγελαστικά και συχνά σκαμπρόζικα στιχάκια σκόρπιζαν το γέλιο
στην ομήγυρη. Και ο κλήδονας τελείωνε μέσα σε χαχανητά.


Δεκαπενταύγουστος

Δεκαπενταύγουστος. Το Πάσχα του καλοκαιριού.... Η 15η Αυγούστου, ημέρα της κοίμησης της Θεοτόκου, είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας. Όπου και αν βρεθείτε την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, είναι βέβαιο ότι θα συναντήσετε έστω και μια εκκλησία που είναι αφιερωμένη στην Παναγία και τη γιορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα και χριστιανική κατάνυξη, καθώς και με το γνήσιο ελληνικό γλέντι που περιλαμβάνει χορούς, τραγούδια, άφθονο κρασί και εκλεκτούς μεζέδες.
Οι ημέρες που προηγούνται, από την πρώτη του Αυγούστου, είναι ημέρες νηστείας και περισυλλογής, καθώς οι πιστοί προετοιμάζονται για τη μεγάλη γιορτή. Στον ημερολογιακό κύκλο των μεγάλων εορτών του Χριστιανισμού, ο κύκλος της βλάστησης κλείνει στις 15 Αυγούστου, την ημέρα της Kοίμησης της Θεοτόκου και τότε καταναλώνονται όσες τροφές έχουν παραχθεί κατά τη διάρκεια της χρονιάς, ενώ σε αρκετές περιοχές της χώρας, οι εορταστικές εκδηλώσεις κορυφώνονται στις 
23 Αυγούστου, στα εννιάμερα της Παναγίας.




Η μέρα που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις μέρα πένθους για μια αγαπημένη γυναίκα που «έφυγε» αλλά γιορτή χαράς και αγαλλίασης για το σμίξιμο της μητέρας με τον αγαπημένο της γιο, την άνθηση της φύσης, την πλημμύρα των συναισθημάτων, την επιστροφή των ανθρώπων στη γενέθλια γη τους. Στον Ελληνικό λαό η επίκληση της Παναγίας είναι η περισσότερο καθιερωμένη. Η Παναγία διεκδικεί τα περισσότερα προσωνύμια που προέρχονται από τον τρόπο αγιογραφίας της Εικόνας Της (π.χ. Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα), από τη θεολογική ιδιότητα (π.χ. Ελεούσα, Κυρά, Μεγαλόχαρη), από την παλαιότητα του εικονίσματός Της (π.χ. Μαυριώτισσα, Γερόντισσα), τον τρόπο εύρεσης της εικόνας Της (π.χ. Θεοσκέπαστης, Σπηλαιώτισσας, Πλατανιώτισσας, Πορταΐτισσας Μυρτιδιώτισσας, Φανερωμένης), τον τόπο προέλευσης της εικόνας (π.χ. Αθηνιώτισσα, Αργοκοιλιώτισσα, Βατοπεδινή, Πολίτισσα), τον αριθμό των πυλών
(πχ. Εκατονταπυλιανή), αλλά και ανάλογα της εποχής και των εργασιών που συμπίπτει η εορτή της (π.χ. Φλεβαριανή, Μεσοσπορίτισσα, Ακαθή - εκ του Ακάθιστου ύμνου). Φυσικά υπάρχουν και πολλά άλλα προσωνύμια κατά τόπους.




Στην περιοχή μας υπάρχει η Παναγία της Ρίζας η Γαλακτοκτισμένη, που πήρε το όνομα της από τον τρόπο κτισίματος, αφού οι πιστοί χρησιμοποίησαν αντί για νερό που δεν υπήρχε στην περιοχή, γάλα από τα ζώα για να κάνουν την λάσπη και έτσι η εκκλησία ονομάστηκε Γαλακτοκτισμένη. 
Από παλιά, κάθε χρόνο τον Δεκαπενταύγουστο συρρέουν πιστοί από τα γύρω χωριά και όλη την επαρχία Σητείας για να προσκυνήσουν. Στο παρελθόν μετά το τέλος της λειτουργίας στις 15 Αυγούστου, οι πι στοί πήγαιναν σε μια πολύ κοντινή τοποθεσία που είχε καρυδιές (στις καρές) και έστηναν γλέντι. Οργανοπαίκτες από τα γύρω χωριά και πλήθος πιστών που κρατούσαν διάφορα μεζεδάκια γλεντούσαν μέχρι που «έπεφτε» ο ήλιος. Σήμερα το γλέντι έχει «μεταφερθεί» στο Παρασπόρι στην τοποθεσία «Κάτω Βρύση», όπου μετά την λειτουργία ανήμερα της Παναγίας, ο Πολιτιστικός Σύλλογος αναβιώνει το παραδοσιακό πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.





* Βιβλιογραφία - Πηγές:

- “ΣΗΤΕΙΑ” Νικολάου Π. Παπαδάκη (αρχαιολόγος) Γ’ έκδοση 2000
- «ΟΙ ΚΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ» Νικολάου Π. Παπαδάκη (αρχαιολόγος) 1992
- “ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΙΣΙΣ ΤΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ”
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Παναγιώτη Κασσιμάτη 1953
- ΣΗΤΕΙΑΚΑ τόμος Β τεύχος Β Εμμανουήλ Αγγελάκη 1949
- ΑΛΑΤΣΑΤΑ Η ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΦΑΝΗΣ Ν. ΚΛΕΑΝΘΗΣ 2003
- «ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ» Π.Ν. Παπαρούνης
- Μαρτυρίες κατοίκων
- www.paidika.gr, www.pathfinder.gr , www.axortagos.gr,
www.asxetos.gr, www.logia.gr, www.pass2greece.gr,
* Έρευνα - Κείμενα - Επιμέλεια: Νεκτάριος Δ. Ξυπόλιτος
* Ηλεκτρονική Σελιδοποίηση – Επεξεργασία - Εκτύπωση :
Γ. Κωστόπουλος Γραφικές Τέχνες
* Έκδοση: Πολιτιστικός Σύλλογος Παρασπορίου - Ιούνιος 2013
Φωτογραφίες:
~ Αρχείο Νίκης Ν. Βάρδα
~ Αρχείο οικογένειας Εμμανουήλ Ελ. Ελευθερίου
~ Αρχείο οικογένειας Γεωργίας Καμπουρέλη - Παρασκευοπούλου
~ Αρχείο οικογένειας Γεωργίου Στ. Καρνιαδάκη
~ Αρχείο οικογένειας Ελευθέριου Γ. Κουβαρτά
~ Αρχείο οικογένειας Ιωάννη Γ. Παπαδάκη
~ Αρχείο οικογένειας Πλούταρχου Στ. Παρασκευόπουλου
~ Αρχείο Οικογένειας Δημήτρη Μ. Πλατή
~ Αρχείο Οικογένειας Ιωάννη Μ. Πλατή
~ Αρχείο Οικογένειας Γεωργίου Ν. Ροζάκη
~ Αρχείο Οικογένειας Εμμανουήλ Κ. Τραμπάκουλα
~ Αρχείο οικογένειας Εμμανουήλ Κ. Φουντουλάκη
~ Εμμανουήλ Γ. Αντωνάκης
~ Νεκτάριος Δ. Ξυπόλιτος
~ Στυλιανός Πλ. Παρασκευόπουλος
~ Ελένη Εμμ. Τραμπάκουλα
• Ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθεια του τον δάσκαλο Γεώργιο Ι. Λεβαντάκη

ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥΣ ( ΚΡΗΤΗ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ )

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΡΑΣΠΟΡΙΟΥ 
κ. ΞΥΠΟΛΗΤΟ .ΓΙΑ  ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ



Δημοτικό σχολείο Θραψανού - Ο πρώτος κάτοικος του χωριού Λαγού - Παπαγάλοι Μακάο της Ιεράπετρας ............. ............. .............
Αερολιμενάρχης Σητείας Δ. Βερίγος - Γιατρός ωσάν το Γιαμαλάκη - Αρχιμανδρίτης Ευμένιος Τσελεντάκης ............. ............. .............
Υφαντουργία Κρήτης BARBABU - Οι τρίκυκλες των Κρητικών - Στις Αίθουσες η ταινία Καζαντζάκης ............. ............. .............

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ

.........

ΤΟ ΝΕΟ SITE ΣΗΤΕΙΑΚΑ ΝΕΑ

.............