ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΡΑΘΟ - Κρήτη πόλεις και χωριά

Κρήτη πόλεις και χωριά

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΟ INTEΡNET

Επικοινωνήστε μαζί μας - kritipolis@hotmail.com
ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΡΑΘΟ


Στις 6 Μαρτίου 2013, πραγματοποιήθηκε στην Μονή Αγκαράθου συνάντηση της Επιστημονικής Επιτροπής της Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Κρήτης για το συντονισμό των δράσεων στα σχολεία για τις γιορτές της εκατονταετηρίδας για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα..
Η εναρκτήρια ομιλία έγινε από τον Γεώργιο Μιχ. Κορναράκη , Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης, Σχολικό Σύμβουλο Φιλολόγων Ηρακλείου



Άγιε ηγούμενε της Ιεράς Μονής Αγκαράθου
Σεβαστοί πατέρες
κ. Προϊστάμενοι Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Πρωτοβάθμιας και
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κρήτης
Αγαπητοί συνάδελφοι Σχολικοί Σύμβουλοι Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας και κ.
Δ/ντές Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ηρακλείου Κρήτης
Βρισκόμαστε στην ιερά Μονή Αγκαράθου. Προσεγγίσαμε τη Μονή μέσω του Οδικού
άξονα που αρχίζει από την παραλία της Αμνισού. Ανηφορίζοντας αφήσαμε δεξιά μας το σπήλαιο της Ειλειθυίας που κατά την αρχαιότητα ήταν η θεότητα που προστάτευε τις
έγγυες. Μετά από 6 χιλιόμετρα πορεία διασχίσαμε τα χωριά Επισκοπή και Σγουροκεφάλι.



Μετά το Σγουροκεφάλι συνεχίσαμε το δρόμο για το Καστέλι και μετά από περίπου 3

χιλιόμετρα στρίψαμε αριστερά και σε ένα χιλιόμετρο περίπου φτάσαμε στη Μονή
Αγκαράθου, που είναι η «πρώτη τη τάξει» μονή της Εκκλησίας της Κρήτης.
Η επιλογή της, ως τόπος της σημερινής επιστημονικής συγκέντρωσης, έγινε για δυο
βασικούς λόγους. Πρώτον γιατί ήταν κέντρο της επαναστατικής επιτροπής κατά την
τελευταία επανάσταση του 1897-8 εναντίον των Τούρκων. Ήταν η έδρα της Επισκοπής
Χερρονήσου αλλά και το ορμητήριο του Οπλαρχηγού Πεδιάδος Αντωνίου Τρυφίτσου ή
Τρυφόπουλου όπως υπογράφει στα ιστορικά έγγραφα. Η έκβαση της τελευταίας
επανάστασης και των τρομερών σφαγών που ακολούθησαν στο Μ. Κάστρο την 25η
Αυγούστου του 1898 οδήγησε τις Μ. Δυνάμεις να κηρύξουν την αυτονομία της νήσου.
Λίγα χρόνια αργότερα κάτω από τη στρατηγική των συνασπισμού των Βαλκάνιων λαών που δημιούργησε ο Ε. Βενιζέλος και μετά τις νικηφόρες εκβάσεις στις μάχες της Ηπείρου και της Μακεδονίας θα οδηγηθεί η Κρήτη σε ένωση με τον Εθνικό Κορμό μέσα από τις συνθήκες που ακολούθησαν. Αυτού του γεγονότος την εκατονταετηρίδα γιορτάζουμε φέτος και για αυτό βρισκόμαστε σε αυτόν εδώ το χώρο. Δεύτερον η Ι. Μονή Αγκαράθου υπήρξε ανέκαθεν η απαρχή της πορείας μεγάλων εκκλησιαστικών μορφών Πατριαρχών και Επισκόπων πράγμα που συνεχίζεται και σήμερα ακόμη. Σχετίζεται όμως και με την εκπαίδευση, αφού την περίοδο του Τανζιμάτ, δηλαδή της προσπάθειας αναδιοργάνωσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και των όποιων προνομίων έδινε το διάταγμα του Γκιούλχανε (1839) και το Χάττ-ι-Χουμαγιούν (1856) στους υπόδουλους χριστιανούς στην Ιερά αυτή Μονή φέρεται ότι ιδρύθηκε και λειτούργησε αλληλοδιδακτικό Σχολείο για τα παιδιά των γύρω χωριών το 1845, που τέτοιο πριν δεν υπήρχε.



Θα μου επιτρέψετε όμως σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι πριν προχωρήσουμε στις εργασίες μας να κάνω μια μικρή ιστορική αναδρομή για την Ι. Μονή Αγκαράθου, καθώς κάποιοι από εμάς την επισκέπτονται για πρώτη φορά και ασφαλώς θα ήθελαν να γνωρίζουν περισσότερα στοιχεία του ιερού αυτού χώρου.

Η Ι. Μονή Αγκαράθου βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της επαρχίας Πεδιάδος, περίπου 23 χλμ ΝΑ από το Ηράκλειο. Είναι χτισμένη πάνω σε ύψωμα μιας μεγάλης λοφοσειράς, η μεγαλύτερη κορυφή της οποίας ονομάζεται «Σωρός Παντελή» σε ένα πετρώδες ύψωμα και εδώ πιθανότατα υπήρχε και η παλιά Μονή. Το υψόμετρο που βρίσκεται η μονή είναι 380 μ. είναι κτισμένη με φρουριακή αρχιτεκτονική σε μια κατάφυτη θέση. Διοικητικά υπάγεται στην Αρχιεπισκοπή Κρήτης, ενώ εδαφικά υπάγεται στην περιοχή του οικισμού Σαμπά Πεδιάδος.
Η ονομασία της μονής προέρχεται από τη λέξη Αγκάραθος, επειδή, κατά την παράδοση, η παλιά εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε κάτω από μια αγκαραθιά, στο σημείο που κτίστηκε αργότερα η εκκλησία. Η παράδοση αναφέρει ότι όταν βρήκαν την εικόνα κάτω στην αγκαραθιά την έπαιρναν αλλά το βράδυ θαυματουργικώς γύριζε πάλι από μόνη της πίσω. Αυτό συνέβηκε αρκετές φορές και έτσι οι άνθρωποι αποφάσισαν να χτίσουν την εκκλησία στο μέρος αυτό. Η λέξη Αγκάραθος είναι προελληνική και δηλώνει ένα θάμνο που ταυτίζεται πιθανό με το φυτό φλομίς η θαμνώδης (Phlomis fruticosa) ή το φυτό θαλλωτή η κρατηφόρος.





Λέγεται ότι οι πρώτοι μοναχοί Ενοφθάλμισαν (=κέντρισαν) πάνω στην αγκαραθιά που

κάτω της βρέθηκε η εικόνα μια ροδιά, η οποία με θαυματουργικό τρόπο έγινε δέντρο και σήμερα εφάπτεται του ιερού. Το θαύμα αυτού του παρά φύσιν μπολιάσματος είναι αιτία και οι μοναχοί κρατούν αναμμένο μέχρι σήμερα στον κορμό της ένα καντήλι. Και ακόμα να μνημονεύσουμε μια ιδιομορφία του άνθους της αγκαραθιάς. Εμποδίζει την μέλισσα να πάρει το νέκταρ και είναι μεγάλη αδικία γιατί είναι ένα φυτό που παράγει πάρα πολύ νέκταρ. Το ανδρικό μοναστήρι της Αγκαράθου είναι από τα αρχαιότερα στην Κρήτη, χωρίς να είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της ίδρυσης του. Η θρησκευτική παράδοση της περιοχής ξεκινά από πολύ παλιά. Το κοντινό χωριό Επισκοπή απηχεί μνήμη από έδρα παλαιάς επισκοπής, δηλαδή της επισκοπής Χερρονήσου και το όνομα του χωριού είναι γνωστό από το 14ο αιώνα. Στην περιφέρεια του ίδιου χωριού υπάρχουν αρκετοί τοιχογραφημένοι ναοί που ανήκουν στην καλλιτεχνική τεχνοτροπία της Βυζαντινής τέχνης της Β περιόδου. Θεωρείται ότι ιδρύθηκε την εποχή του Νικηφόρου Φωκά, χωρίς να υπάρχουν μαρτυρίες γι αυτό. Εικάζεται ότι επειδή στην περιοχή βρέθηκε ως εξόριστος ο βυζαντινός λόγιος Ιωσήφ Βρυέννιος το μοναστήρι ήταν γνωστό στο Βυζάντιο και γι αυτόκατέφυγε στην περιοχή του ο Βρυέννιος. Ο ναός της μονής είναι δίκλιτος, με το ένα κλίτος αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Οι επισκέπτες της μονής μπορούν να φιλοξενηθούν στον ξενώνα και στη τράπεζα της μονής, αλλά και να δουν τη βιβλιοθήκη με τα χειρόγραφα βιβλία. Έξω από τη μονή υπάρχει ο παλιός ναός του
Αγίου Ραφαήλ.




Παρακάτω θα γίνει προσπάθεια με συντομία να σκιαγραφηθεί το ιστορικό πλαίσιο

ύπαρξης και λειτουργίας της μονής.
Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Αγκάραθο ανάγεται στο 1504. Τα παιδιά του
Ματθαίου Καλλέργη, στον οποίο ανήκε η μονή, τη παραχωρούν στον μοναχό Νήφωνα Νοταρά. Η οικογένεια Καλλέργη προήλθε από την οικογένεια Φωκά, αλλά οι Φωκάδες ήταν ανάμεσα στις οικογένειες των δώδεκα αρχοντόπουλων που ήρθαν στην Κρήτη. Έχοντας λοιπόν στην κτήση τους την περιοχή της Μονής Αγκαράθου θεωρείται ότι η ιστορία της Μονής ανάγεται στη Β΄ Βυζαντινή περίοδο μέχρι την εποχή του Νικηφόρου Φωκά. Δεν είναι ουδόλως τυχαίο επίσης ότι πολύ κοντά στην Ι. Μ. Αγκαράθου υπάρχει και έτερη Ιερά Μονή με το σωζόμενο σημερινό όνομα: Μονή Καλλέργη. Ο μοναχός Νήφωνας αναδεικνύει τη διαλυμένη εκκλησία σε μεγάλη κοινοβιακή μονή και γι’ αυτό θεωρείται ο ιδρυτής της.
Η μονή αναφέρεται σε χειρόγραφα της Μαρκιανής Βι βλιοθήκης του 1532, όπου υπάρχει η αφιέρωση: «Αυτή η βίβλος αφιερώθη εις την υπεραγίαν Θεοτόκον την επονομαζομένην Αγκάραθον». Επίσης, αναφέρεται και σε συμβόλαιο του 1538 μ.Χ. από τον Cornelius. Κοντά στη σημερινή είσοδο βρέθηκε να αναγράφεται σε σαρκοφάγο του έτους 1554 μ.Χ. το όνομα, όπως το μετέγραψε ο Γκερόλα: ΘΕΟΔΩΡΟ ΤΟΥΜΠΑ. Ο Ελ. Πλατάκης στην ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΑ του θεωρεί ότι είναι το όνομα: ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΥΒΑ. 





Χειρόγραφα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο Ιστορίας, χρονολογούμενα από 1559 μ.Χ., αποδεικνύουν ότι είχε μια σημαντική βιβλιοθήκη. Κατά τη διάρκεια της

Βενετοκρατίας η Μονή Αγκάραθου και το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο
Ηράκλειο ήταν κέντρα εκπαίδευσης στα οποία φοίτησαν σπουδαίοι επιστήμονες.
Το 1566 ο πρώην ηγούμενος της μονής Σίλβεστρος γίνεται Πατριάρχης Αλεξανδρείας ως το 1590. Ο Σίλβεστρος, ήταν ο πρώτος Πατριάρχης Αλεξανδρείας από την Κρήτη και με Την εκλογή του, το 1569, αρχίζει μια μακρά περίοδος με συνεχή παρουσία Κρητών Πατριαρχών στο Αλεξανδρινό Θρόνο. Κατά την ποιμαντορία του συνέβησαν τραγικά γεγονότα, όπως η εξόντωση πολλών χριστιανών της Αιγύπτου το 1571, μετά την καταστροφή του τουρκικού από τον στόλο Βενετίας και Ισπανίας στη Ναυμαχία της
Ναυπάκτου τη γνωστή και ως ναυμαχία του Lepanto. Είναι τα χρόνια που ακολουθούν
από ανώμαλες καταστάσεις όπως υπαινίσσεται ο Μανουήλ Γεδών, αλλά δεν κατονομάζει, δηλαδή τα χρόνια μετά από επαναστάσεις ή ήττες των Τούρκων.
Στη νότια πύλη γράφεται η χρονολογία 1583 μ.Χ. Είναι η χρονιά που ο ηγούμενος
Νεόφυτος Πατελλάρος καταριέται τους κατοίκους του διπλανού οικισμού Φουνάρους,
γιατί προξένησαν μεγάλες ζημιές στη περιουσία της μονής. Λέγεται ότι τότε ένας βράχος, που σήμερα οι ντόπιοι ονομάζουν Χαράκι Πατελάρου, σκίστηκε στα δύο, βγήκαν φλόγες και έκτοτε το χωριό Φουνάροι ερήμωσε.
Το 1590 ο πρώην ηγούμενος Μελέτιος Πηγάς της Ι. Μ. Αγκαράθου γίνεται Πατριάρχης
Αλεξανδρείας ως το 1601, στη θέση του Σίλβεστρου. Ο Άγιος Μέλετος Πηγάς υπήρξε
μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα του 16ου αιώνα, χρημάτισε και τοποτηρητής του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε χαλεπούς καιρούς (1597 - 1598 μ.Χ.). Γεννήθηκε το 1549 μ.Χ. στον Χάνδακα της Κρήτης από ευκατάστατη και ευσεβή οικογένεια, έλαβε αξιόλογη εγκύκλιο μόρφωση και συνέχισε τις ανώτερες σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Παταβίου. 





Μετά την επιστροφή του, ασπάστηκε τον μοναχικό βίο στη μονή Αγκαράθου

της Κρήτης, στην οποία ηγούμενος ήταν ο μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Σίλβεστρος (1566 - 1590 μ.Χ.). Ως ηγούμενος της μονής Αγκαράθου μετά την αποχώρηση του Σιλβέστρου, αγωνίστηκε με ζήλο εναντίον της λατινικής προπαγάνδας. Σύντομα αναφέρεται ως κληρικός και πρωτοσύγκελος του πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Μετά τον θάνατο του Σιλβέστρου, χειροτονήθηκε πατριάρχης Αλεξανδρείας από τον πατριάρχη
Αντιοχείας Ιωακείμ (5 Αυγούστου 1590 μ.Χ.).
Το 1612 ο πρώην ηγούμενος της Μονής Κύριλλος Λούκαρης γίνεται Οικουμενικός
Πατριάρχης ως το 1638, με ενδιάμεσες παύσεις. Ο Κύριλλος ο Λούκαρις γεννήθηκε στον Χάνδακα της Κρήτης στις 13 Νοεμβρίου 1572 μ.Χ. «ἐκ γονέων περιφανῶν ἐλευθέρων, ἔν τε τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ περιβλέπτων». Το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος.
Μετά την εγκύκλια εκπαίδευση στο Χάνδακα ο Κύριλλος μετέβη στη Βενετία (1584 μ.Χ.)
για ευρύτερη μόρφωση. Τελειώνοντας τις σπουδές στην Εσπερία επέστρεψε στην Κρήτη 1592 μ.Χ.) και εκάρη Μοναχός στη Μονή της Αγκαράθου. Παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ύστερα πήγε στην Αίγυπτο, όπου ο Μελέτιος ο Πηγάς τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο και τον ονόμασε Πρωτοσύγκελλό του. Μετά την κοίμηση του Αγίου Μελετίου (13-9-1601 μ.Χ.) ο Κύριλλος εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας σε ηλικία 29 ετών.


Το 1620 πεθαίνει ο Πατριάρχης Κων/πόλεως και η Σύνοδος εξέλεξε Οικουμενικό
Πατριάρχη τον «επ’ αρετήν και σοφίαν διαβόητον Κύριλλον», που ανέλαβε καθήκοντα σε ένα επικίνδυνο περιβάλλον, μεστό ραδιουργιών. Ο Λούκαρις καθαιρείται πέντε φορές από το Θρόνο εξαιτίας αυτών των ραδιουργιών και επανέρχεται.. Το 1627 αγόρασε τυπογραφείο, όπου με στόχο το φωτισμό του Γένους εκδόθηκαν χρήσιμα διδακτικά κείμενα, αλλά και αντιπαπικά άρθρα, γεγονός που εντείνει το φθόνο και την έχθρα. Γενίτσαροι κατέστρεψαν το τυπογραφείο και ο Πατριάρχης, διασώθηκε με τη
μεσολάβηση του Βέλγου πρέσβη, ο οποίος τον έκρυψε στο σπίτι του.
Το 1637 οι Ιησουίτες, μη μπορώντας να τον ανεχθούν, συκοφαντούν τον Κύριλλο στον
Σουλτάνο ότι εξεγείρει τους Έλληνες. Τέλος ο Κύριλλος συνελήφθη από απόσπασμα
τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στις 22 Ιουνίου και φυλακίστηκε στο φρούριο Ρούμελη
Χισάρ, όπου στις 27 Ιουνίου 1638 μ.Χ. έφτασαν 15 Γενίτσαροι και άλλοι ανώτεροι
κρατικοί υπάλληλοι. Τον παρέλαβαν και, επιβιβάζοντάς τον σε ένα πλοιάριο, τον
μετέφεραν στην παραλία του Αγίου Στεφάνου, όπου τον θανάτωσαν με στραγγαλισμό. Το σώμα του τάφηκε πρόχειρα στην άμμο του αιγιαλού αλλά μετά τρεις μέρες το ξέθαψαν και το πέταξαν στη θάλασσα για να μη βρεθεί από τους Χριστιανούς. Βρέθηκε όμως από κάποιους αλιείς, η σύμφωνα με άλλους, από Χριστιανούς που το αναζήτησαν, μεταφέρθηκε κρυφά και ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Ανδρέα, στην ομώνυμη νησίδα του κόλπου της Νικομήδειας. Μετά από τρία χρόνια, το 1641 μ.Χ., ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος ο Α ο Γέρων (1639 - 1644 μ.Χ.) μερίμνησε για την ανακομιδή και μεταφορά των λειψάνων του στο Πατριαρχείο και, αφού «ἔψαλλεν αὐτά», έδωσε εντολή να μεταφερθούν στη Μονή Καμαριωτίσσης της Χάλκης και να τοποθετηθούν στο ιερό Βήμα του Καθολικού της Μονής, κάτω από την αγία Τράπεζα.
Από εκεί μετακομίστηκαν στο Πατριαρχικό Σκευοφυλάκιο και το 1975 μ.Χ. αποδόθηκαν στην Ιερά Μονή Αγκαράθου, όπου φυλάσσονται σήμερα.
Ο Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους έγραψε: «Ουδέποτε ίσως το
αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου του
Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Όντως ο
Λούκαρις προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις ενέργειες του βλέπουμε την τάση του Ελληνισμού να έρθει σε επαφή με τη Δύση. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων για το φωτισμό του ποιμνίου».





Στα δεξιά της εισόδου βρίσκεται θολωτή αποθήκη με επιγραφή που γράφει ότι το παρόν είναι έργο του Μαξίμου Λουκάρεως (αδερφού του Κύριλλου Λούκαρη) και τη χρονολογία 1628 μ.Χ. δηλαδή όταν ο αδελφός ίδρυε το τυπογραφείο στην Πόλη.

Την ίδια περίπου περίοδο ο ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ Παντόγαλος παραχώρησε μια έκταση αμπελιών που ανήκαν στη Μονή και ευρίσκονταν στο Καινούργιο Χωριό
Πεδιάδος μέσα στο φέουδο του ποιητή του Φορτουνάτου Μάρκο Αντώνιου Φώσκολου,
στον ποιητή. Το 1646 ο ηγούμενος Αθανάσιος Χριστόφορος συμμετέχει στον αγώνα των Ενετών και των Κρητικών κατά των Τούρκων. Ο Αχμέτ Κιοπρουλής αποφασίζει να καταστρέψει τη μονή, αλλά ο φίλος του μητροπολίτης Νεόφυτος Πατελάρος μεσολαβεί, παραχωρώντας μια πτέρυγα ως αναρρωτήριο Τούρκων, και ο πασάς αλλάζει γνώμη. Ο Αθανάσιος φεύγει για την Ιταλία, παίρνοντας μαζί του αρκετά κειμήλια. Το 1821 οι μοναχοί της μονής συνεργάζονται με τον Επίσκοπο Χερσονήσου για την προετοιμασία της Επανάστασης. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το μοναστήρι, βάζουν φωτιά και σφάζουν όσους μοναχούς δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν.
Το 1836 ο μοναχός Αντώνιος Καλονάς γίνεται επίσκοπος Κυθήρων και μεταφέρει τα
κειμήλια της μονής (τη πανάρχαια εικόνα της Παναγίας της Ορφανής και πολλά έγγραφα) στα Κύθηρα.

Το 1843 η έδρα της Επισκοπής Χερσονήσου μεταφέρεται στη μονή Αγκαράθου.
Το 1845: Ιδρύεται αλληλοδιδακτικό σχολείο για τα παιδιά των γύρω χωριών.
Το 1856: Με την υπογραφή του Χάτι Χουμαγιούν δίνονται ελευθερίες στους Χριστιανούς και η άρεται η απαγόρευση επισκευής των μοναστηριών. Το μοναστήρι επισκευάζεται.
Το 1862: Κτίζεται το καμπαναριό του ναού.
Το 1883: Ιδρύεται η Σχολή του Χριστού, που αργότερα θα μεταφερθεί στη Μονή του
Χριστού στο Σγουροκεφάλι.
Το 1893: Καταιγίδα καταστρέφει το καμπαναριό του ναού, το οποίο ανοικοδομείται
αργότερα.
Το 1894: Εγκαινιάζεται νέος ναός που κτίστηκε πάνω στη θέση του παλαιότερου
παρουσία 7000 προσκυνητών.
Το 1896: Ο επαναστάτης Αντώνιος Τρυφίτσος ή Τρυφόπουλος χρησιμοποιεί την
Αγκάραθο ως ορμητήριο κατά των Τούρκων. Το 1897 ο γενικός αρχηγός Πεδιάδος Αντ
Τρυφίτσος πληγώνεται στα χέρια σε μια μάχη «στης επισκοπής τα αλώνι». Μέχρι να
μεταφερθεί στη Μονή Αγκαράθου για περίθαλψη πεθαίνει στο δρόμο από ακατάσχετη
αομοραγία. Οι μανιασμένοι Τούρκοι καταστρέφουν τη μονή, που αργότερα επισκευάζεται.
Το 1935: Η μονή κρίνεται διατηρητέα.
Το 1940: Το καθολικό ανοικοδομείται εκ νέου.
Το 1941-1944: Τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής το μοναστήρι αποτελεί καταφύγιο
για τους κατοίκους της περιοχής.
Το 1970: Ο ηγούμενος Κύριλλος Χουρδάκης επιτυγχάνει την επιστροφή της εικόνας της





Παναγίας και τα έγγραφα από τα Κύθηρα στην Αγκάραθο.

Η ιστορική μοίρα της Μονής Αγκαράθου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το Πατριαρχείο
Αλεξανδρείας, καθώς σε αυτήν εκάρησαν μοναχοί τέσσερεις Αλεξανδρινοί Προκαθήμενοι, ο Σίλβεστρος (1569–1590), ο Μελέτιος Α΄ ο Πηγάς (1590–1601), ο Κύριλλος Γ΄ ο Λούκαρις (1601–1621) και ο Θεόδωρος Β΄ (2004 – σήμερα). Τέσσερεις αιώνες μετά και αφού έπαιξε σημαίνοντα ρόλο τόσο στην επαναστατική δραστηριότητα κατά των Τούρκων, όσο και στον αντιστασιακό αγώνα κατά των Γερμανών, η Μονή Αγκαράθου είδε ένα άλλο πνευματικό της τέκνο στο Θρόνο του Αγίου Μάρκου, τον Θεόδωρο Β΄. Ο νυν προεδρεύων της Αλεξανδρινής Εκκλησίας είναι ο ένατος ιεράρχης κρητικής καταγωγής που γίνεται Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Σημαντική πνευματική μορφή που ανήκε στην αδελφότητα της Μονής υπήρξε και ο Γεράσιμος Παλαιόκαπας καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Από τους πρόσφατους ιεράρχες ο Μητροπολίτης Κρήτης Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης χρημάτισε μοναχός στη Μονή. Από τους σύγχρονους ιεράρχες μοναχοί της μονής υπήρξαν ο Αρκαλοχωρίου Καστελλίου και Βιάνου Ανδρέας, ο Γορτύνης και Αρκαδίας Μακάριος, ο Ρεθύμνης Ευγένιος, ο Πέτρας Νεκτάριος, ο πρωτοσύγγελος της ΙΑΚ Μεθόδιος κ.ά.
Στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η μονή έπεσε σε παρακμή, καθώς οι Τούρκοι επέβαλαν βαριά φορολογία και απαγόρευσαν κάθε έργο για την επισκευή της. Την εποχή αυτή τα σημαντικότερα κειμήλια της μονής, καθώς και η εικόνα της Παναγίας φυγαδεύτηκαν στα Κύθηρα, από όπου κατάγονταν διάφοροι ηγούμενοι και πολλοί μοναχοί της Αγκαράθου. Εκεί παρέμειναν μέχρι το 1970, όταν οι αρχές των Κυθήρων παρέδωσαν στη μονή όσα από τα κειμήλιά της είχαν διασωθεί, μεταξύ των οποίων και την εικόνα που είχε ονομαστεί Παναγία Ορφανή όσο παρέμενε μακριά από το μοναστήρι.





Σήμερα, η εικόνα κοσμεί το ιερό του ναού που είναι αφιερωμένος σε αυτήν.

Τα τελευταία χρόνια γράφτηκαν μελέτες και φωτίστηκαν αρκετές πτυχές της ιστορίας της. Παραμένουν όμως αδιευκρίνιστα αρκετά ζητήματα, Κυρίως όσα αφορούν την ίδρυση της μονής και τη σχέση της με μεγάλους εκκλησιαστικούς άνδρες που έχουν κατά καιρούς συνδεθεί (από μελετητές ή την παράδοση).
Η ιστορική αυτή μόνη της κεντρικής Κρήτης απέκτησε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, κύρος και ισχύ, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Ενετοκρατίας. Οι λιγοστές (και σποραδικές) πληροφορίες που υπάρχουν αποκαλύπτουν ένα μοναστήρι με πνευματική ακτινοβολία και δύναμη.
Από το 16ο κιόλας αιώνα άρχισε να κυριαρχεί στην περιοχή και να γίνονται μετόχια
εξαρτήματά της μια σειρά από μικρά ή και μεγαλύτερα μοναστήρια. Το κεντρικό και
βόρειο τμήμα της σημερινής επαρχίας Πεδιάδος είναι διάσπαρτο από μοναστικές μνήμες.
Οι τεράστιες άγονες εκτάσεις παρείχαν τις προϋποθέσεις που απαιτεί η μοναχική ζωή. Η θρησκευτική παράδοση της περιοχής ξεκινά από πολύ παλιά. Το κοντινό χωριό Επισκοπή απηχεί μνήμη από έδρα επισκοπής. Ο αριθμός των μοναστηριών και των ερημητηρίων που άνθισαν στο κεντρικό και βόρειο τμήμα της επαρχίας Πεδιάδος, παραμένει άγνωστος. Απ’ αυτά μόνον δυο επιβίωσαν ως τις μέρες μας.
Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να δει τα σωζόμενα τμήματα του παλιού μοναστηριού, τον φρουριακό περίβολο, τα κελιά και την λιθόστρωτη αυλή, το καθολικό με σύγχρονες
αγιογραφίες, το εκκλησιαστικό μουσείο και την πλούσια βιβλιοθήκη. Οι μοναχοί εκτός
από την προσευχή, ασχολούνται και με τη φιλοξενία, την βιολογική καλλιέργεια
αμπελώνων και ελαιώνων, την παραγωγή αρίστης ποιότητος κρασιού και ελαιολάδου
αλλά και με τη διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Μετά από αυτή την ιστορική ενημέρωση δίνω το λόγο στον αναπληρωτή προϊστάμενο
Επιστημονικής και Παιδαγωγικής καθοδήγησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για
συντονισμό των εργασιών της σημερινής συνεδρίας που αφορά την ενημέρωση για τις δράσεις των Σχολείων για την επέτειο των 100 χρόνων της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα.





Αγκάραθος 6 Μαρτίου 2013

Γεώργιος Μιχ. Κορναράκης
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης
Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Ηρακλείου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Top Ad

.............